Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2011

πες μου πως τίποτε δεν είναι αδύνατο.

Άγγισε με το χέρι σου τον ουρανό.

Καθάρισε τα σκονισμένα άστρα.

Ανέβα στο πιο ψηλό κλαδί. Κελάηδησε.

Με την παλάμη σου σκέπασε την πόλη.

Βάψε το σκοτάδι πράσινο. Ή πορτοκαλί.

Πιες το νερό της θάλασσας ως την τελευταία σταγόνα.

Λύγισε τη ζωή όπως οι υπαίθριοι παλαιστές

λυγίζουν τα σίδερα στις πλατείες.

Άρχισε το σύμπαν από την αρχή - πρώτα με πηλό και με λάσπη.

Πέρνα το ποτάμι δυο φορές.

Κάνε το σίδερο φωτιά. Το χιόνι πέτρα.

Πες μου πως τίποτε δεν είναι αδύνατο.

Πες μου πως τίποτε δεν είναι αδύνατο.

(Sostenuto, Νάσος Βαγενάς )

καλή σας χρονιά

Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2011

Με ήτα η ζωή τελειώνει·/με ήττα, επίσης. Αργύρης Χιόνης

Να επισκεπτόμαστε τους επιζώντες ποιητές


Να επισκεπτόμαστε τους επιζώντες ποιητές

αν μάλιστα τυχαίνει να μένουμε στην ίδια πόλη

να τους βλέπουμε πού και πού

γιατί εκεί που ζούμε ήσυχοι

βέβαιοι πως ζούνε κι αυτοί -ξεχασμένοι έστω-

εκεί έρχεται το μαντάτο τους.


Οι καλοί ποιητές μάς φεύγουνε μια μέρα

όχι γιατί πεθαίνουνε

από έμφραγμα ή από καρκίνο

αλλά γιατί φυτρώνουνε στα βλέφαρά τους

λουλούδια τρομερά.


Ανοίγουνε κιτάπια στην αρχή

πάνε μετά στον οφθαλμίατρο

ρωτάνε κηπουρούς βοτανολόγους

η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά

λόγια φοβισμένα κι αόριστα

οι περαστικοί κι οι γείτονες σταυροκοπιούνται.


Έτσι σιγά σιγά οι ποιητές μαζεύονται

αποτραβιούνται σπίτι τους

ακούγοντας δίσκους παλιούς

γράφοντας λίγο

όλο και πιο λίγοπράγματα μέτρια.


Στο μεταξύ μες στην κλεισούρα

τα τρομερά λουλούδια αρχίζουν να ξεραίνονται

και να κρεμάνε

κι οι ποιητές δε βγαίνουν πια

μήτε για τα τσιγάρα τους στο διπλανό περίπτερο.

Μόνο σκεβρώνουνε κοντά στο τζάκι

ζητώντας την απόκριση από τη φωτιά

που πάντα ξεπετάει στο τέλος μια της σπίθα

κι αυτή γαντζώνεται

στα ξεραμένα φύλλα πρώτα

ύστερα στα ξερά κλαριά

σ' όλο το σώμα

και τότε λάμπει το σπίτι

λάμπει ο τόπος

για μια μόνο στιγμή

κι αποτεφρώνονται.

(Από τη συλλογή Αναπήρων πολέμου (1982) του Γιάννη Βαρβέρη)


Ο Αργύρης Χιόνης έφυγε απ’ τη ζωή ανήμερα Χριστούγεννα, μόλις στα 68 του χρόνια, χωρίς να προλάβουμε να τον επισκεπτούμε στο ορεινό του σπίτι με τα μεγάλα παράθυρα, στο Θροφαρί της Κορινθίας.
Στην τελευταία του ποιητική συλλογή ( «Ό,τι περιγράφω με περιγράφει», εκδ. Γαβριηλίδης, 2010) συνομίλησε με παρρησία, θάρρος, τόλμη, με ειρωνεία και χιούμορ με το θάνατο, έπαιξε μαζί του με τον «ηρωικό πεσσιμισμό», όπως ανέφερε σε μια του συνέντευξη, με τον ηρωικό πεσσιμισμό που του δίδαξαν ο Νίτσε, ο Καζαντζάκης, ο Καμύ, ο Μπέκετ, αυτοί που τον βοήθησαν να αντιμετωπίζει «την ύπαρξη και την ανυπαρξία με ένα σαρδόνιο χαμόγελο».


Η είδηση του θανάτου του αγαπημένου ποιητή στέρησε τη δύναμη που σε κάνει να χαμογελάς. Κι όχι μόνο αγαπημένου ποιητή αλλά κι αγαπημένου ανθρώπου. Ενός ανθρώπου που ξεκινά τη ζωή του από τις αυθαίρετες παράγκες στα Σεπόλια, τελειώνει νυχτερινό Γυμνάσιο και αφού για 25 χρόνια ξενιτευτεί, σπουδάσει και δουλέψει στο Παρίσι, το Άμστερνταμ, τις Βρυξέλλες, επιλέγει την επιστροφή «στον τόπο όπου τα πάντα γεννιούνται, στη Φύση», αποφασίζοντας να παραιτηθεί από τη θέση του μεταφραστή του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις Βρυξέλλες και να εγκατασταθεί στο «μικρό και σχεδόν άθικτο ακόμη απ’ τον πολιτισμό» χωριό Θροφαρί της ορεινής Κορινθίας. Από το 1992 εκεί έγραφε, εκεί καλλιεργούσε τη γη, εκεί συνέχιζε το έργο της ζωής του. «Όσο ζω, γράφω ποιήματα-όνειρα πάνω στα χώματα. Όταν με καταπιούν και χουμοποιηθώ, θα τροφοδοτώ, ως λίπασμα, νέα όνειρα ζωής» (Σε εισαγωγικά αποσπάματά του από συνέντευξη στη Βιβλιοθήκη της «Ε», 12.02.2010).


Την ποίηση θεωρούσε τη βάση της συγγραφικής του δουλειάς, αλλά είχε εκδώσει και αρκετά αφηγήματα, για κάποια από τα οποία είχε βραβευτεί και με το βραβείο του περιοδικού «Διαβάζω» (2006) και με κρατικό βραβείο (2009), ένα θεατρικό, πολλές μεταφράσεις από πολλές γλώσσες, ακόμα και τις ιστορίες από τον αγαπημένο μας Asterix.


Οξυδερκής, αιχμηρός, σαρκαστικός κι αυτοσαρκαστικός και ταυτόχρονα ευαίσθητος και τρυφερός, χαμηλόφωνος, ακολουθούσε χρόνια τώρα με συνέπεια μια καταδική του, ιδιαίτερη πορεία στο χώρο της ελληνικής ποίησης.
Λέγαμε πιο πάνω για τη συνομιλία του με τη Θανή – όπως ήθελε να ονομάζει το θάνατο ( «Δεν σ’ ονομάζω Θάνατο,/Θανή σ’ αποκαλώ·/αφού θα μ’ αγκαλιάσεις κάποτε,/σε προτιμώ γυναίκα.») που είχε στην τελευταία του ποιητική συλλογή. Ας δούμε μερικά δείγματα από εκεί.


ΕΚΔΟΧΕΣ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ
Με ήτα η ζωή τελειώνει·
με ήττα, επίσης.

ΙΙΙ
Έρχονται αθόρυβα οι μέρες μου – γάτες με πελ-
ματα βελούδινα, ταχύτητα αστραπής- τρίβο-
νται μια στιγμή ανάμεσα στα πόδια μου· σκύ-
βω να τις χαϊδέψω· έχουνε κιόλας φύγει.

ΧΙ

Με τρομάζει η ανυπαρξία, η μητέρα μου,
και δεν ξέρω γιατί,
αφού η ερωμένη μου, η ύπαρξη,
είναι αυτή
που πάντα μου επεφύλασσε
και σίγουρα μου επιφυλάσσει ακόμη
τις πιο οδυνηρές εκπλήξεις.

ΧΙΙ
Να πίνεις τσάι και, στο μεταξύ, να σβήνει η
ζωή σου, όπως συμβαίνει με τους ήρωες του
Τσέχοφ, να σβήνει η ζωή σου, ενώ εσύ με α-
ξιοπρέπεια το τσάι ν’ ανακατεύεις και να ε-
παινείς τη γεύση και το άρωμά του. Έτσι,
σαν ήρωας του Τσέχοφ ή όπως ο Τσέχοφ ο ί-
διος, στη χυδαιότητα του πόνου ν’ αντιτάσ-
σεις την καλή ανατροφή σου.

XV
Ανάμεσα στα δάχτυλά μου
και στη σάρκα σου,
όσο σφιχτά κι αν σε κρατώ,
τρυπώνει ο χρόνος.


XVII
Όταν σου αναγγείλουνε το θάνατό μου,
κάνε ό,τι θα ’κανες αν σου χαρίζαν
εν’ άδειο βάζο.

Θα το γέμιζες λουλούδια·
έτσι δεν είναι;

ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑΤΑ Β΄
Οχτώ χαϊκού
α΄
Σκίτσο ο κόσμος και
ανελέητη ο θάνατος
γομολάστιχα.

ε΄
Σήπεσαι σώμα
στη σιωπή, στην απουσία
άλλων σωμάτων.

ΕΙΚΟΣΙ ΕΝΑ ΤΑΝΚΑ


γ΄
Το όνειρό μου·
να φυτέψω ένα δέντρο
μεσοπέλαγα·


πουλιά να ξαποσταίνουν
στα κλαδιά του, απόδημα.

δ΄
Κρατήσου μακριά
απ’ τους συνανθρώπους σου,
μην τους ζυγώνεις·
μπορεί να σε κολλήσουν
επικίνδυνα όνειρα.

ΠΑΙΓΝΙΑ ΚΑΙ ΣΑΤΙΡΕΣ


Ποτέ μου δεν κατάλαβα πώς δύο τόσο βελου-
δένια ζώα, όπως η γατα και η ποίηση, έχουν
γυαλόχαρτο για γλώσσα.


Βασανιστήριο στα νιάτα του η ακμή·
απαίσια κατάστικτο το πρόσωπό του.
Τώρα που βρίσκεται στην παρακμή του,
με νοσταλγία θυμάται την ακμή του.


Είχε αγωνία· ρώτησε:»Πώς γίνεται άνθρω-
πος κανείς;»
«Προσφέροντας» του απάντησαν.
Δεν είχε άλλο απ’ το παντελόνι του· το πρό-
σφερε και έγινε γελοίος.


_Τι κάνεις; Πώς τα πας;
-Πώς να τα πάω; Τι να κάνω; Ό, τι μπο-
ρω· πεθαίνω.
-Όλοι τα ίδιο κάνουμε· μόνον αυτό μπο-
ρούμε.
-Χάρηκα που σε είδα· μη χαθούμε…
-Ναι, μη χαθούμε…

Θυμίζουμε και μία ανάρτηση που είχαμε κάνει στο σχολικό μας μπλογκ για το βιβλίο του «Το οριζόντιο ύψος», απ’ όπου μπορείτε να διαβάσετε ένα διήγημά του.
( http://lykeio6o.blogspot.com/2009/03/blog-post_10.html )

Και ένα βίντεο που ετοιμάσαμε πρόχειρα προσπαθώντας να τον ανταμώσουμε, μια που δεν τον επισκεφτήκαμε μέχρι προχτές.

( στο βίντεο διαβάζει ο ίδιος τα ποιήματά του)

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2011

Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2011

Καθώς ο σκύλος, ο δεμένος με πολύ κοντόν σκοινίον...

Ποιος είναι ο ώριμος αφηγητής του διηγήματος του Αλ. Παπαδιαμάντη «Όνειρο στο κύμα»; Τι άνθρωπος είναι; Ποιες αξίες, ποιες αρχές, ποια όνειρα, ποιοι πόθοι και ποιες ματαιώσεις κυβερνάνε την ψυχή του;
Αυτό ήταν το θέμα της εργασίας σας και είπαμε πως θα συμπληρώσουμε κάποια στοιχεία από την ανάλυση του Νικήτα Παρίση, όπως τη διαβάζουμε στο βιβλίο «Αλ. Παπαδιαμάντης – τρία διηγήματα». Για να δούμε, λοιπόν, πώς βλέπει το στριμωγμένο στο δικηγορικό γραφείο ήρωά μας ο Παρίσης:

" O αφηγητής είναι πρόσωπο εσωτερικά διχασμένο.
Αυτός ακριβώς, ο εσωτερικς του διχασμός ακυρώνει τις αξίες του παρόντος ( παιδεία, πανεπιστημιακό πτυχίο, δικηγορία, επαγγελματική αποκατάσταση) και εξιδανικεύει μέσα του τη ζωή του παρελθόντος. Ο διχασμός του προκαλείται από την αίσθηση και το σύνδρομο του αποτυχημένου βίου, επειδή η ζωή του πήρε άλλη κατεύθυνση από αυτή που ο ίδιος επιθυμούσε. Πρακτικά ο διχασμός του εκδηλώνεται πρώτα ως ολική απαξίωση της πραγματικότητας πουτον περιβάλλει και ακολούθως ως παραμυθητική λειτουργία της μνήμης. Έτσι το «τώρα» γίνεται γκρίζο και συνιστά την αιτία της δυστυχίας του, ενώ το νοσταλγούμενο «τότε» προβάλλεται ωςο απολεσθείς παράδεισος. Αυτή η αντίθεση ανάμεσα στο μίζερο «τώρα» και το παραδεισένιο «τότε»,εξηγεί και αιτιολογεί την έλλειψη προσαρμοστικής ικανότητας και, παράλληλα, την προσφυγή στη λυτρωτική λειτουργία της μνήμης. Με έναν τελικό και συνοψιστικό λόγο: ο αφηγητής είναι ένα πρόσωπο που βασανίζεται και τυραννιέται από τη βεβαιότητα και το ισχυρό σύνδρομο της αποτυχίας στη ζωή. Αυτοαμυνόμενος απέναντι στην απωθητική πραγματικότητα, απ’ την οποία δε διαβλέπει, τώρα πια, έξοδο και διέξοδο απολύτρωσης και σωτηρίας, επαναβιώνει αναδρομικά τα όσα οριστικά έχασε. Είναι, τελικά, ο αρνητής της ζώσας πραγματικότητας και ο αθεράπευτος νοσταλγός του παρελθόντος.



Τα όσα απαξιώνει ο αφηγητής και τα όσα εξιδανικευτικά προβάλλει, μέσω της μνημονικής λειτουργίας και της επαναβίωσης ενός περιστατικού, αποκαλύπτουν τη συνολική ιδεολογία της αφηγηματικής γραφής. Συγκεκριμένα, απαξιώνεται ολικά και καταγράφεται ως αποτυχία το ιδανικό του σύγχρονου ανθρώπου για την απόκτηση κοσμικής παιδείας και την επαγγελματική καταξίωση. Αντίθετα, προβάλλεται έντονα ως νοσταλγούμενος τρόπος ζωής, το αρκαδικό ιδεώδες: η αμέριμνη και ευτυχισμένη ζωή κοντά στη φύση. Παράλληλα, η αίσθηση της αποτυχίας στη ζωή, κάνει τον αφηγητή να προβάλλει, ως αναζήτηση της λύτρωσης, το μοναστικό βίο. Και στις δύο περιπτώσεις η αληθινή και η γνήσια, κατά τον αφηγητή, διάσταση της ζωής βρίσκεται ή σεμία φυγόκοσμη τάση, με στόχο την επιστροφή στη φύση, ή σε ένα είδος εφησυχασμένου αναχωρητισμού. Και τα δύο, βέβαια, συνιστούν καταστάσεις φυγής από τα εγκόσμια, όπου εξίσου δοκιμάζεται η ηθική ποιότητα ή και η αντοχή του ανθρώπου. Εξάλλου, η σύγχρονή πρακτική λογική τη φυγόκοσμη τάση, ως επιστροφή σε μια φυσική ζωή, θα τη θεωρούσε ως κάτι το ανέφικτο, το αθεράπευτα ρομαντικό ή και ουτοπικό. Το δεύτερο στοιχείο, αυτή την τάση του εφησυχασμένου αναχωρητισμού, η σύγχρονή λογική θα την αξιολογούσε ως άρνηση του κόσμου και της ζωής. "


Ποια άλλα στοιχεία θεωρείτε αξιοσημείωτα;

Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2011

Γαλήνια αφήγηση μιας ταραγμένης ζωής

Καθόλου δε μας ενοχλεί, φαντάζομαι, όσο προετοιμάζουμε το τεστ για τον Παπαδιαμάντη, να διαβάζουμε και κανένα βιβλιαράκι.
Φέτος, λοιπόν, από τις εκδόσεις Καστανιώτη, κυκλοφόρησε το «Εις γην Χαναάν», του ιρλανδού Σεμπάστιαν Μπάρυ, σε μετάφραση του Αύγουστου Κορτώ. Εκεί:


Στα 89 της η κ. Μπιρ χάνει τον εγγονό της που τον έχει μεγαλώσει μόνη της στη ζωή σαν παιδί της. «Πάει ο Μπιλ μου» είναι η πρώτη φράση του βιβλίου. Και ο Μπιλ είναι ο τελευταίος κύκλος των απωλειών, των τραγικών απωλειών που είχε η κ. Μπιρ στην πολυκύμαντη ζωή της. Η ιρλανδέζα κ. Μπιρ, που ο εμφύλιος σπαραγμός την ξερρίζωσε βίαια απ’ την οικογένεια και την πατρίδα της και την έστειλε να ζήσει στην Αμερική το υπόλοιπο της ζωής της, χωρίς κι εκεί, όμως, να βρει τη γαλήνη της.


Είναι καλοκαίρι, αλλά η κ. Μπιρ κρυώνει. Κρυώνει «παρότι η ζεστασιά του πρωτοκαλόκαιρου είναι επαρκής. Κρυώνω γιατί δεν μπορώ να βρω την καρδιά μου»( σελ. 22). Και γιατί έχει απωλέσει «δια παντός την ασφάλεια της αγάπης» (σ. 64).
Και θα την αναζητήσει μέσα από την αφήγηση। Επιχειρώντας να βυθιστεί στη μνήμη και να καταγράψει τη θυελλώδη ιστορία της ζωής της. Να την καταγράψει και, τελειώνοντας, γαλήνια να δώσει τέλος στη ζωή της.


Δεκαεπτά μέρες γράφει. Τα κεφάλαια του βιβλίου χωρίζονται με τίτλους «1η μέρα χωρίς τον Μπιλ», «2η μέρα χωρίς τον Μπιλ» κοκ, εναλλάσσοντας σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση την εξιστόρηση του παρόντος και του παρελθόντος της κ. Μπιρ.
Μια ζωή φυλλαράκι στον άνεμο της Ιστορίας, ριγμένη από 'δω κι από ΄κει, κυνηγημένη από εμφύλια μίση, πολέμους, ανθρώπινα λάθη και αδυναμίες. Μια αδύναμη ζωή που συντρίβεται από τεράστιες, άλογες δυνάμεις και που όμως κάθε φορά στέκεται στα αδύναμα πόδια της, αναδεικνύοντας τη δύναμη της ομορφιάς της ψυχής, της ζωής, των μικρών πραγμάτων.
Αυτό το πέρασμα απ’ τη ζωή, αυτή η τραγική κι απίστευτη – κι όμως τόσο πραγματική – πορεία στη ζωή, δίνεται με μια λεπτή κι ευαίσθητη γραφή, που είναι κι απ’ τις μεγαλύτερες αρετές του βιβλίου। Μια γραφή που κλείνει τεράστια εσωτερική ένταση, διεισδυτικότητα και οξεία παρατηρητικότητα. Μια γραφή που τυλίγει τον κόσμο, τα πρόσωπα και τα γεγονότα με την αχλύ της τρυφερότητας και της ζεστασιάς. Και που διαμορφώνει μιαν αναγνωστική ατμόσφαιρα ιδιαίτερη, χαμηλών τόνων, γεμάτη πνιχτές κραυγές και ψιθύρους.


Παρόλο που το κάθε απόσπασμα έχει ανάγκη την αγκαλιά του υπόλοιπου σώματος του κειμένου όπου ανήκε για απελευθερώσει τα αρώματά του, υποκύπτω στον πειρασμό να αντιγράψω 2-3 αποσπάσματα:


« Τα βράδια στο κρεβάτι, πασχίζοντας να κοιμηθώ, έκανα ό,τι χειρότερο μπορούσα: έπαιζα στο μυαλό μου τις παλιές μπομπίνες της κοινής μας ζωής. Ταινίες απλοϊκές, αδιάφορες σ’ όποιον άλλο. Το ιδιωτικό σινεμά καθενός. Τα πρώτα του βήματα, που τα πρόλαβα την τελευταία στιγμή, μόνο και μόνο επειδή η Μαρτία Σκοπέλο, που τον κοιτούσε, ούρλιαξε μες στη μέση της οδού Ουάσονγκτον να γυρίσω να τον δω. Η πρώτη του λέξη – «Μπαμπάκα», αν έχεις το Θεό σου. Η πρώτη του μέρα στο γυμνάσιο, με κείνο το μπλε κοντό παντελονάκι. Ανοησίες, μα η πιο βαθιά, η πιο σημαντική ποίηση της ζωής μου» ( σελ. 202)

«Όσο μεγάλωνε ο Εντ, καθόμουν όλο και πιο μακριά του στους αμμόλοφους, ώστε να απολαμβάνει την καινούργια του μοναχικότητα, την ψεύτικη μοναξιά της παιδικής ηλικίας, την τόσο χορταστική και μεθυστική» ( σελ. 183)


« Πρέπει ν α 'μεινα με τη Μαρία τρία χρόνια, κι όταν ανέλαβα κάπως μετά τον πρώτο μήνα, έπιασα δουλειά μαζί της στη μεγάλη αγορά φρούτων έξω απ’ την πόλη, όπου οι προκομμένες κι επινοητικές γυναίκες είχαν κι ένα παιδικό σταθμό για τα μωρά. Είχε ένα σωρό μωρά, Ιταλάκια, κι έναν μικροσκοπικό Ιρλανδό – ή ό,τι άλλο ήταν ο Εντ.
Ήμουν ο κόσμος όλος για τον Εντ, κι ούτε που το 'ξερα।Υπήρχε ένα καρουζέλ που λάτρευε, σ’ έναν φαρδύ δρόμο με θεόρατα δέντρα που είχαν το αεράκι ζωντανό στις φυλλωσιές του σαν σμήνος πουλιών. Οι χαμηλές στέγες της πόλης μ’ έκαναν να τη φαντάζομαι σαν ένα ολοκαίνουργιο Δουβλίνο. Τόσα πανύψηλα κτήρια στημένα ολόγυρα, κι εγώ με τον Εντ ανάμεσά τους, στον μισο- ασυναίσθητο παράδεισο της παιδικής του ηλικίας. Μισο-ασυναίσθητος και για μένα την ίδια, διότι το μυαλό μου απασχολούσαν συχνά άλλες σκέψεις και μισο-ασυναίσθητος γι’ αυτόν, διότι έμοιαζε να 'χε ξεχάσει το μεγαλύτερο κομμάτι του όταν μεγάλωσε. «Θυμάσαι, Εντ, πώς σ’ άρεσε να κατρακυλάς σ’ εκείνο τον κήπο τον κατηφορικό;» «Όχι, μαμά, δεν το θυμάμαι». «Μα ήμασταν εκεί κάθε Κυριακή», Εντ, ανεξαιρέτως. Σαν τρελός έκανες μ’ εκείνη την κατηφόρα». «Όλο και κάτι θα’χω συγκρατήσει, μαμά». Το χέρι εκείνο στο δικό μου, το τόσο ευάλωτο χέρι, το ευάλωτο χέρι κάθε παιδιού, κι οι δυο μας να διαβαίνουμε τους αριστοκρατικούς δημόσιους κήπους της Ουάσινγκτον. Το χέρι μου μονίμως μες στους κίτρινους λεκέδες απ’ τ’ αχλάδια και τα μήλα που τύλιγα στην υπαίθρια αγορά. Μια γυναίκα κοντά στα πενήντα· κι ένα καλοβαλμένο, κοντοκουρεμένο αγοράκι. Τα χαμόγελά μας κυρίως του ενός για τον άλλο, και κάθε άγνωστος δυνάμει δαίμονας ή αρκούδα, ώσπου ν’ αποδείξουν πως δεν ήταν. Κι έπειτα να φτάνουμε στο θρυλικό καρουζέλ και να περιμένουμε ν’ αδειάσει το αγαπημένο του αλογάκι, σ’ άλλο δεν ανέβαινε, κι έπειτα γύρω γύρω, με την τσίγκινη μουσική να υψώνεται ίσαμε τα ξερά δέντρα, κι όταν ο χειριστής του καρουζέλ έβγαζε τη μάρκα, που 'χε τη μορφή κρίκου, όλα τα παιδάκια να πασχίζουν μανιασμένα να την πετύχουν με τα ειδικά ραβδιά, το πρόσωπο του Εντ το πιο φλογισμένο κι αποφασισμένο απ’ όλα. Οι λαμπρές ημέρες όταν κέρδιζε δωρεάν γύρο, ο θρίαμβος στο μουτράκι του, κι ο σκοτεινιασμένος δρόμος να σώζεται απ’ τους φανοστάτες που άναβαν, ένας-ένας, με το ηλεκτρικό κροτάλισμά τους. Το βλέπω στα όνειρά μου το καρουζέλ εκείνο, να γυρίζει ολοένα, και τον Εντ να καβαλάει τ’ αλογάκι του εις τους αιώνας των αιώνων». ( σελ. 176-177)


Ένα βιβλίο που καλώντας σε να μπεις τρυφερά στην αφήγησή του και να αφεθείς στη γαλήνια ροή της σε ξεναγεί στις βαθύτερες πτυχές της ανθρώπινης ψυχής καθώς αυτή αντιπαλεύει με τους ανέμους του καιρού και της Ιστορίας.

Εσείς; Διαβάσατε, προτείνετε κάτι;

Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2011

Για τον Αναγνωστάκη


Ένα κείμενο του Ξενοφώντα Κοκόλη για το Μανόλη Αναγνωστάκη θα «διαβάσουμε» μαζί σ’αυτή την ανάρτηση, στο οποίο, όπως αναφέρει και ο τίτλος του, επιχειρείται μία «Απόπειρα ποιητικής αυτοβιογραφίας» του ποιητή.


Στο κείμενο αυτό, και αφού η ποίηση του Μ. Αναγνωστάκη χαρακτηρίζεται πολιτική ποίηση, μια ποίηση, δηλαδή, που τα συστατικά της, θεματικά και συγκινησιακά, προέρχονται κατά προτεραιότητα από το χώρο της πολιτικής συνείδησης του ποιητή, προτάσσεται το πρώτο ποίημα που έγραψε ο Αναγνωστάκης το १९४१(«Ο πόλεμος»), επειδή προδιαγράφει «με καθαρότητα και επάρκεια απροσδόκητες για την ηλικία του ποιητή» αρκετά χαρακτηριστικά της ποιητικής του παραγωγής των επόμενων τριάντα χρόνων.

Ο Πόλεμος
Οι δείχτες κοκαλιάσανε κι αυτοί στην ίδια ώρα

Όλα αργούν πολύ να τελειώσουνε το βράδυ, όσο κι αν τρέ-

χουν γρήγορα οι μέρες και τα χρόνια

Έχει όμως κανείς τις διασκεδάσεις του, δεν μπορείς να

πεις· απόψε λ.χ.σε τρία θέατρα πρεμιέρα.

Εγώ συλλογίζομαι το γέρο συμβολαιογράφο του τελευταίου

πατώματος, με το σκοτωμένο γιο, που δεν τον είδα ούτε

και σήμερα. Έχει μήνας να φανεί.

Στο λιμάνι, τα μπορντέλα παραγεμίσανε από το πλήρωμα

των καινούργιων αντιτορπιλικών κι οι μάρκες πέφτουνε

γραμμή.


Η θερμάστρα κουρασμένη τόσα χρόνια έμεινε πάλι φέτος σε

μια τιμητική διαθεσιμότητα

«Το πολυαγαπημένο μας αγγελούδι, (εδώ θα μπει το όνομα,

που για τώρα δεν έχει σημασία) ετών 8 κτλ। κτλ»

Στην οδό Αιγύπτου (πρώτη πάροδος δεξιά) τα κορίτσια κο-

καλιασμένα περιμένανε από ώρα τον Ισπανό με τα τσιγα-

ρόχαρτα।


Κι εγώ ο ίδιος δεν το πιστεύω αλλά προσπαθώ να σε πείσω

οπωσδήποτε, πως αυτό το πράγμα στη γωνιά ήτανε

κάποτε σαν κι εσένα. Με πρόσωπο και με κεφάλι.

Οσονούπω όμως, ας τ’ ομολογήσουμε, ο καιρός διορθώνεται

και να που στο διπλανό κέντρο άρχισαν κιόλας οι δοκιμές.

Αύριο είναι Κυριακή।


Σιγά σιγά αδειάσανε οι δρόμοι και τα σπίτια, όμως ακόμη

κάποιος έμεινε και τρέχει να προφτάσει

Και ρυθμικά χτυπήσανε μια-μια οι ώρες κι ανοίξανε πόρτες

και παράθυρα μ’ εξαίσιες αποκεφαλισμένες μορφές

Ύστερα ήρθανε τα λάβαρα, οι σημαίες κι οι φανφάρες κι οι

τοίχοι γκρεμιστήκανε απ’ τις άναρθρες κραυγές

Πτώματα ακέφαλα χορεύανε τρελά και τρέχανε σα μεθυ-

σμένα όταν βαρούσανε οι καμπάνες

Τότε, θυμάσαι, που μου λες: Ετέλειωσεν ο πόλεμος!
Όμως ο Πόλεμος δεν τέλειωσεν ακόμα. Γιατί κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ!


Τα χαρακτηριστικά, λοιπόν, που εντοπίζονται:
1) Η πεζολογία ( πελώριοι, άμετροι στίχοι)
2) Η πικρά ειρωνική, η σαρκαστική συμπαράταξη έντονα αντίθετων θεματικών στοιχείων ή διαθέσεων.
3) Διαλογικός τόνος, διατυπώσεις «κουβεντιαστές».
4) Αποχρώσεις φρίκης σε κάποιες περιγραφές.
5) Ακριβείς τοπογραφικές αναφορές.
6) Η αίσθηση ότι ο αγώνας δεν τελειώνει που συνοδεύεται από την προσπάθεια να συντηρηθεί το παρελθόν μέσα στην προσδοκία του μέλλοντος. ( Αλλού: «Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει. Όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα. (…) Όρθιος και μόνος σαν και πρώτα π ε ρ ι μ έ ν ω». Κι αλλού: « Κάτω από κάθε τι που σου σκεπάζει τη ζωή / Όταν όλα περάσουν / Σε περιμένω»).
Κι αργότερα, σε άλλα ποιήματα,
7) Η περιγραφή του συμβιβασμού με τις πραγματικές συνθήκες ζωής.
8) Αυτή η προσαρμογή στις ευτελείς συνθήκες της ζωής είναι που ενοχλεί τον Αναγνωστάκη, αν και γνωρίζει ότι η εμμονή στη διατήρηση των παλιών ιδεών και στη συντήρηση του νικημένου οράματος τον οδηγεί στη μόνωση. (« Όχι δεν πιάνω το χέρι σου. Δε θα κλέψεις το σχήμα του δικού μου»). Εκεί θα συναντήσουμε και
9) την παραίνεση, τον τόνο διδαχής προς εαυτόν, «διαδικασίες που συναποτελούν τη συνειδητή προσπάθεια αντίστασης απέναντι στην προσαρμογή», αλλά και τον
10) αυτοσαρκασμό « κάθε φορά που ο ποιητής βλέπει τον εαυτό του ανάμεσα στους προσαρμοσμένους στις τωρινές συνθήκες। «Μ’ αυτή την επώδυνη στάση απέναντι στον εαυτό του», συνεχίζει ο Ξ। Κοκόλης, «ο ποιητής συντηρεί, αποτελεσματικά, φωλιές νερού μέσα στις φλόγες, όπως έχει πει, κρατάει την περασμένη του ύπαρξη σε εγρήγορση τόση, όση χρειάζεται ώστε, όταν παρουσιαστεί η ανάγκη, να μπορεί να την ανασύρει από το βυθό τής κατά συνθήκην ζωής". Και δίνει ως δείγμα πικρότατου αυτοσαρκασμού το ποίημα :


«Σωσίες», γραμμένο περίπου στα १९६१:


Τώρα που γίναμε πλούσιοι, ή βρήκαμε τον τρόπο μας που

λένε –

(Πέρασαν τόσα και τόσα για νάβρη τον τρόπο του ο καθέ-
νας )

Τώρα στο πόδι μας θα βρείτε πάντα κάποιον άλλον·

Βέβαια, τον πληρώνουμε αδρά, τον συντηρούμε, τον προσέ-
χουμε

Κι αυτές οι εγχειρήσεις κοστίζουνε πολλά, θέλουν χρόνο

Πώς να φορμάρεις ένα τυχόν ξένο πρόσωπο σαν το δικό σου

Να πάρεις δασκάλους, να διδάξεις την κάθε σου κίνηση, κάθε
λυγμό

Μα οι κατάλληλοι άνθρωποι πάντοτε βρίσκονται δεν έχουν
τίποτα να χάσουν

Αυτούς θα δείτε τώρα στα κέντρα, στις συναναστροφές, να
υπογράφουν γραμμάτια

να υποφέρουν, να χαίρονται, να σας εξαπατούν τέλος πά-
ντων

Εμείς οι ίδιοι – πρόσεξε αυτό το: εμείς οι ίδιοι – λέμε να μα-

ζευόμαστε καμιά φορά

Ορίσαμε μια –το πολύ - στα δέκα χρόνια, να λέμε τα παλιά.

Οριστικά εμείς οι ίδιοι, πήραμε όρκο να μη γίνη ζαβολιά.

Όρκο βαρύ. (Τι θες, τι τα ρωτάς. Υπάρχει πια εμπιστοσύνη;).



Όλα αυτά στην προσπάθεια να κατανοήσουμε βαθύτερα τις πηγές της ποίησης του Αναγνωστάκη, τον ιδεολογικό και ποιητικό του κόσμο, στοιχεία χρήσιμα και για την ανάλυση του ποιήματος «Στον Νίκο Ε…1949»

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2011

Καιρός σκεπτικός. Χριστουγεννιάτικα διηγήματα. ( εκτός ύλης)

(Τώρα που είστε εκδρομή, ευκαιρία είναι να ξεφύγουμε λιγάκι από το βάρος της εξεταστέας ύλης..)



Η Ιωάννα Καρυστιάνη συγκεντρώνει εννιά αδελφάκια διηγήματα στη συλλογή «Καιρός σκεπτικός» που κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 2011। Στη μακέτα του εξώφυλλου, που σχεδίασε ο Αντώνης Αγγελάκης, σ’ ένα γκρίζο, χιονισμένο τοπίο ένα δέντρο με λίγα γυμνά κλαδιά· στην άκρη του ενός στέκεται ένα πουλάκι।


Τα Χριστούγεννα του 2010 είναι το νήμα του χρόνου που δένει όλες τις ιστορίες· οι οποίες είναι βαθύτερα, ουσιαστικότερα δεμένες με ένα στέρεο θεματικό ιστό, έναν ιστό που τις κάνει να είναι πραγματικά χριστουγεννιάτικα διηγήματα। Όχι με αη Βασίληδες και ελαφάκια και ψώνια. Έναν ιστό ανθρώπινης ψυχής και αγάπης που υφαίνει η συγγραφέας σκύβοντας με τρυφερότητα πάνω από τους ήρωές της. Σε όλες τις ιστορίες άνθρωποι αποκλεισμένοι σε αναζήτηση διεξόδου. Αποκλεισμένοι στα στενά τους όρια, είτε αυτά είναι σπίτι («Θεριό»), είτε νησί, («Ψαρόνια»), είτε γάμος («Μπάρδο» ), είτε σύμβαση («Στα μανταλάκια»), είτε πόλη («Γέρασες, μικρέ μου», είτε κοινωνικός αποκλεισμός («Κινέτα»). Μοναξιά που δεσπόζει. Και άνθρωποι κάθε είδους, κυρίως ενήλικες, που προσπαθούν, ο καθένας με τον τρόπο του, να τη διαχειριστούν.


Χριστούγεννα του 2010, εποχή κρίσης, που όμως μένει στο περιθώριο της υπαρξιακής περιπέτειας των ηρώων. Σκοτεινά Χριστούγεννα πλαισιώνουν τις ιστορίες μας. Τα γιορτινά φώτα και τα λαμπιόνια απλώς μεγαλώνουν το γύρω σκοτάδι μετατρέποντάς το σε θλιβερό σκηνικό. Η Καρυστιάνη στο μέσα σκοτάδι εστιάζει, στα σκοτεινά χριστούγεννα των μοναχικών ψυχών. ( « Έχω παιδιά; Έχω εγγόνια; Ποιος να ’ναι, βρε Μάκη; Κι όσοι απομείνανε γύρω – γύρω, καθαρίζουν μ’ ένα ξερό τηλεφώνημα για Χρόνια Πολλά. Ενός λεπτού υπόθεση με κάνανε» (σελ. 166).
Που αποζητούν ένα άγγιγμα, που απλώνουν το χέρι, που επινοούν λύσεις ν’ ακουμπήσουν τη ζεστασιά τους, την ψευδαίσθησή τους για τις μέρες που θα ’ρθουν, που αγωνίζονται να στήσουν γέφυρες στα ερείπια πολλές φορές, για ένα μαζί. «Ναι, σήμερα νιώθει άνθρωπος. Χάιδεψε σώμα. Το άγγιγμα, το σμίξιμο, ο χτύπος μιας καρδιάς στο χέρι της. Σαν να κέρδισε κιόλας το φλουρί της βασιλόπιτας» ( σ. 101) ή « Τι να την κάνει την ελευθερία του δίχως αυτόν; Στα εξήντα οχτώ του δε διψά γι’ αυτήν, διψά για τα δεσμά της φροντίδας και της στοργής» ( σελ. 121) ή «(…) για σας, κύριε Τόλη, αυτή η τοσοδούλα φράση ολόκληρο ευαγγέλιο» ( σελ.200)


Καρποί αγάπης για τη ζωή και τους ανθρώπους, θα έλεγες πως είναι τα εννέα διηγήματα της Καρυστιάνη. Σα να βάλθηκαν τα ίδια να κάνουν παρέα στους ήρωές τους. Και αντίδωρο σε έναν τόπο που πολύ αγαπήθηκε και που τώρα υποφέρει. Απλωμένες οι ιστορίες σε κάθε γωνιά της Ελλάδας, Τήνο, Κρήτη, Τρίκαλα, δυτική Μακεδονία, Πεντέλη, Κατερίνη, Πειραιά, Κινέτα, ένα μωσαϊκό ανθρώπων με κοινό παρονομαστή τη μοναξιά και την ανάγκη επαφής, ζωή κανονική, χωρίς περιτύλιγμα, χωρίς βερνίκι και ψεύτισμα, ζωή πίσω από τα φώτα.
Άνθρωποι που τρίβονται στη ζωή κι απ’ τη ζωή, που πορεύονται μέσα από τις απώλειες, που αγωνίζονται για το λίγο που τους αναλογεί, άνθρωποι άνθρωποι και λιγότερο χαρακτήρες λογοτεχνικοί।


Κι αυτός ο κόσμος πλάθεται με μια γλώσσα πλούσια, γεμάτη χυμούς, μια γλώσσα με μνήμη που επιμένει και που ονομάζει τα αντικείμενα, που δίνει υπόσταση και στα πιο ταπεινά, κοφτή και κοφτερή, ευλύγιστη κι ολοζώντανη.

Κάπως έτσι «διαβάζω» και το εξώφυλλο: Ένα μικρό, ανυπεράσπιστο πουλάκι στην άκρη ενός γυμνού κλαδιού, στην άκρη του γκρίζου, χιονισμένου τοπίου. Η Καρυστιάνη έχω την εντύπωση πως εφάρμοσε αυτό που η Κική Δημουλά λέει για το ποίημα: ««...Βαδίζεις σε μιαν έρημο. Ακούς ένα πουλί που κελαηδάει. Όσο κι αν είναι απίθανο να εκκρεμεί ένα πουλί στην έρημο, ωστόσο εσύ είσαι υποχρεωμένος να του φτιάξεις ένα δέντρο. Αυτό είναι το ποίημα...»


Η Καρυστιάνη φτιάχνει το δέντρο μπορώντας να αφουγκραστεί στην έρημο τις ομιλούσες ψυχές των ανθρώπων. Και δεν είναι εύκολο αυτό. Θέλει μεγάλη ευαισθησία, πολλή αγάπη και επίμονη προσήλωση στο ουσιώδες – πράγματα σπάνια πια στον καιρό της κρίσης. Και δίνοντάς τους λόγο, μας προτρέπει να τις ακούσουμε κι εμείς, καθώς μας ψιθυρίζουν τη φράση του Εμπειρίκου: «Πάρε τη λέξη μου, δώσε μου το χέρι σου»


Στο διαδίκτυο βρήκαμε αυτό το βίντεο του वंग्लौक της κινηματογραφικής λέσχης Άνδρου:



Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2011

Φωτογραφίζοντας τα τοπία του Γιώργου Ιωάννου



Κάτι παιδιά της θεωρητικής που ταξιδεύουν αύριο για την «πρωτεύουσα των προσφύγων», όπως ήθελε τη Θεσσαλονίκη ο Γιώργος Ιωάννου, θα έχουν την ευκαιρία να βρουν, να διαπιστώσουν τις αλλαγές, να φωτογραφίσουν τα σημεία της πόλης που αναφέρονται στα αποσπάσματα που ακολουθούν και που είναι γραμμένα από το θεσσαλονικιό συγγραφέα στις αρχές της δεκαετίας του 1980.

Πάρτε μια γεύση, λοιπόν, της Θεσσαλονίκης του Γιώργου Ιωάννου και, όταν επιστρέψετε, φέρτε μας να αναρτήσουμε τις φωτογραφίες σας από τα σημεία αυτά ( που τα υπογραμμίζουμε με έντονα γράμματα) αλλά κι από άλλα, από την πόλη της Θεσσαλονίκης όπως εσείς την είδατε.


«Για να εισχωρήσεις στην πόλη της Θεσσαλονίκης ερχόμενος από το Σταθμό, ανάγκη, σχεδόν απόλυτη, να περάσεις από την ερωτική πλατεία Βαρδαρίου, κάτι ανάλογο μα πολύ ευπρεπέστερο από την Ομόνοια, την οποία, άλλωστε, δεν είναι καθόλου απαραίτητο να διασχίσεις μπαίνοντας στην Αθήνα. Φτάνοντας με το τραίνο ή τη φαντασία μου στη Σαλονίκη τραβάω, μέσα από την Εγνατία, φυσικά, πάντοτε για το ψηλό σπίτι, όπου έζησα είκοσι πέντε χρόνια, το καλύτερο ψαχνό της ζωής μου, εκεί παραδίπλα στην πλατεία Χαλκέων και ας μην καθόμαστε πια σ’ αυτό, ας μην έχω κλειδί για ν’ ανοίξω την πόρτα, πίσω απ’ την οποία άλλοι τώρα αναπνέουν (…) »
«Το Βαρδάρι είναι χώρος ερωτικός, όλες τις ώρες της ημέρας, μα πιο πολύ το απόβραδο। Τη νύχτα ερημώνει σχεδόν ή μάλλον τα πεζοδρόμιά του γίνονται απλά περάσματα»


«Είμαι θρήσκος και θέλω αυτό να το ομολογήσω στο πρώτο πρόσωπο. Φίλοι με θρησκευτική βαθύτητα με βρίσκουν ελαφρό στα θρησκευτικά μου. Αλλά ελαφρός ξελαφρός, είμαι πολύ σταθερός σ΄ αυτά μου τα ρηχά ίσως αισθήματα. Πάντα, όταν φέρνω στο νου μου αυτή την προστατευτική ομπρέλα των δέντρων, με το φίνο άρωμα, προχωρώ και πηγαίνω σε μια εκκλησία. Φυσικά μόνον σε εκκλησία βυζαντινή. Προτιμώ την Αχειροποίητο, αλλά μου αρέσει και η Αγία Σοφία. Οι μικρές, όπως η Παναγία Χαλκέων, οι Άγιοι Απόστολοι, με καταπιέζουν, δεν μπορώ. Βυθίζομαι μες στην εκκλησία και προσπαθώ να συλλάβω το θεό. Το θεό και την πατρίδα σκέφτομαι. Αν ξαναγυρίσω σ’ αυτή την πόλη, θα ξαναγυρίσω για τις βυζαντινές εκκλησίες της – καταδυτικές συσκευές πρώτης τάξεως.»

«Όλοι θυμόμαστε ή γνωρίζουμε την παλιά μορφή της Θεσσαλονίκης, που είχε διατηρηθεί στην Πάνω Πόλη, αλλά και στις συνοικίες τις επάνω από την Αχειροποίητο, τον Άγιο Θανάση και την Καμάρα, σχεδόν αναλλοίωτη μέχρι τη δεκαετία του ’50. Και σήμερα ακόμα υπάρχουν τμήματα, που μας δίνουν σαφή εικόνα εκείνης της εποχής. Η παλιά αρχιτεκτονική και ρυμοτομική μορφή της Θερσσαλονίκης ήταν ιδιαίτερα γραφική (…)»

«Τα παλιά σπίτια, τα καμωμένα κατά τη βυζαντινή παράδοση, μερικά μάλιστα γνησίως βυζαντινά, υποκαταστάθηκαν από απρόσωπες πολυκατοικίες, άσχημες και όμοιες σχεδόν η μία με την άλλη, χωρίς ίχνος ελεύθερου χώρου, χωρίς ίχνος σχέσης, εξωτερικής μορφικής σχέσης, με ό,τι υποκατέστησαν ή με τον τόπο στον οποίο ανηγέρθησαν. Εκτός από τα σπίτια της οδού Αριστοτέλους.»

« Εγώ, τελευταία, έρχομαι από την Αθήνα σπάνια και πού και μάλιστα για πολύ λίγο. Ξαφνιάζομαι, λοιπόν, ευχάριστα ή δυσάρεστα με διάφορα πράγματα, που έχουν στο μεταξύ γίνει ή αλλάξει. Ένα που με ξαφνιάζει πάντοτε ευχάριστα, είναι τα δέντρα της Θεσσαλονίκης. Δεν είναι μονάχα πολύ περισσότερα από εκείνα της πρωτεύουσας, αλλά είναι και ιδιαίτερα θαλερά. Αυτό σου δημιουργεί αμέσως μια ευχάριστη, μια αισιόδοξη εντύπωση για την πόλη και τους κατοίκους της. Παλαιότερα όμως δε συνέβαινε αυτό με τις δεντροστοιχίες της Θεσσαλονίκης. Δεν έδιναν αυτή την εντύπωση. Και ο λόγος ήταν ότι συνήθιζαν να κλαδεύουν αγρίως τα δέντρα. Τέτοια ήταν η μόδα…Τώρα που τα άφησαν ήσυχα, έχουν δημιουργηθεί δρόμοι και γωνιές μοναδικοί στην Ελλάδα. Δεν ξέρω πόσοι το έχουν προσέξει, αλλά εκείνο το μικρό πάρκο, το πάρκο του Αγίου Νέστορος θα έλεγα, γιατί εκεί περίπου πρέπει να βρισκόταν το αφιερωμένο σ’ αυτόν χτίσμα-εκείνο, λοιπόν, το πάρκο, που απλώνεται μπροστά από τον Άγιο Δημήτριο, είναι εξαίρετο και διαθέτει δέντρα και σκιές, που ούτε και στα πιο χλοερά χωριά δεν τα βρίσκεις. Η θαλερότητα των δέντρων του κάθε φορά με εκπλήττει.
Ο Δήμος Θεσσαλονίκης διακρινόταν πάντοτε για τα εξαίρετα δέντρα που φύτευε στους δρόμους. Πολλές μιμόζες, πάρα πολλές ακακίες Κωνσταντινουπόλεως, με κείνα τα ροζέ ωσάν πινέλα άνθη τους, πολλά δέντρα του Ιούδα, αλλά εκείνα τα άλλα με τα πλατιά μωβ λουλούδια, που από την πρώτη στιγμή τους μοιάζουν σαν αποξηραμένα. Απ’ό,τι θυμάμαι πάντοτε είχαμε μιμόζες και ακακίες Κωνσταντινουπόλεως. Όσο για τις κοινές ακακίες, αυτές πάντοτε έπνιγαν την πόλη στο λουλούδι και στο άρωμα. Ιβίσκους όμως που να φυτρώνουν σαν δέντρα στους δρόμους δεν έχουμε. Ούτε νερατζιές. Δεν τα σηκώνει το κλίμα. Τα δέντρα αυτά τώρα μας κάνουν μεγάλη εντύπωση, γιατί πρώτα τα κουρεύανε και δε φαντάζαν. Με τα δέντρα συμβαίνει εντελώς το αντίθετο απ’ ό,τι με τους ανθρώπους·ακούρευτα γίνονται ωραιότερα.
Η Αθήνα σήμερα δεν έχει δρόμο σαν την Τσιμισκή της Θεσσαλονίκης, που όταν το 1971 έφυγα ήταν ένας τυπικός, νοικοκυρεμένος και κομψός δρόμος μαγαζιών και γραφείων. Σήμερα τη βλέπεις και δεν την αναγνωρίζεις, ακριβώς από τα δέντρα αυτά που απλώθηκαν από πάνω της.
Αναπόσταστα μέλη του σώματος της Θεσσαλονίκης είναι οι βυζαντινοί ναοί της και τα άλλα βυζαντινά κτίσματα. Για τα διεσπαρμένα αυτά ανά την πόλη κτίσματα, που όμως τη συνέχουν, δεν είναι ανάγκη να πούμε τίποτε άλλο, γιατί έχουν λεχθεί πολλά και ίσως σοφά».

«Στη Θεσσαλονίκη, ως γνωστόν, ο ήλιος ανατέλλει από τη μεριά που ορίζεται από τον Χορτιάτη και δύει πάνω από τις εκβολές των ποταμών, πίσω περίπου από τον Κίσσαβο. Αυτά, βέβαια, μέσα σ’ ένα τόξο ανάλογα με τις εποχές. Τα χρώματα και το φως της ανατολής είναι χρώματα ορεινά ή μάλον ημιορεινά, καθώς τα όρη είναι πολύ μέτρια. Χρώματα απαλά, θέλω να πω, να δίνουν μια μάλλον δροσερή όψι προς τη μεριά της ανατολής. Η Θεσσαλονίκη δεν έχει βαριά χρωματισμένη ανατολή. Αντίθετα, έχει εξαιρετικά θεαματική δύση. Τα βουνά, πίσω από τα οποία δύει ο ήλιος, βρίσκονται πολύ μακριά, και εκτός αυτού έχουν μπροστά τους εκτάσεις μεγάλες με νερά, νερά της θάλασσας και νερά των ποταμών, που εκεί μεριά εκβάλλουν. Οι υδρατμοί τους, ακόμα και τις μέρες που δεν έχει συννεφιά, χρωματίζουν κατά τρόπο συναρπαστικό τον ορίζοντα. Αλλά το σπουδαιότερο μάλλον και το οποίο δίνει μια μυθική έννοια στην εικόνα της Θεσσαλονίκης είναι η αχλύς, η ελαφριά καταχνιά που πλανιέται।»

Καλό σας ταξίδι, λοιπόν, και με το καλό να γυρίσετε να δούμε τις εικόνες και τις ιστορίες τους που θα μας φέρετε

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2011

Γλωσσικός άνεμος ελευθερίας




Έχουμε συνηθίσει να λέμε ότι ο Παπαδιαμάντης χρησιμοποιεί την καθαρεύουσα στις περιγραφές και τη λαϊκή ντοπιολαλιά στους διαλόγους. Αυτό το στερεότυπο ελέγχει ο Μ.Γ. Μερακλής σε ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο του στο περιοδικό "Το δέντρο", (τ.181-182, σελ. 72-74).

Ας δούμε τα βασικά του σημεία:


« Λένε, συνήθως, ότι ως ηθογράφος έγραφε στην καθαρεύουσα τα περιγραφικά, ενώ στο ντόπιο ιδίωμα τα διαλογικά μέρη των διηγημάτων του. Εντούτοις και με λίγη προσοχή διαπιστώνει κανείς ότι κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Η καθαρεύουσά του διασαλεύεται και στα περιγραφικά μέρη, με επεμβάσεις που θα μπορούσαν να κωδικοποιηθούν ( αν και ο κατεξοχήν κανόνας που εφαρμόζει είναι η μη αυστηρή τήρηση κανόνων):
προσθέτει τελικά ‘ν’ σε λαϊκές λέξεις ( την «πίτταν»),
καθώς και συλλαβική αύξηση σε λαϊκά ρήματα («εξενοδούλευε»),
μετατρέπει τα ψιλά, όπως λέγονται, σύμφωνα των φθόγγων μπ, ντ (b, d) στα αντίστοιχα δασέα για να εκλογιοτατίσει λαϊκές λέξεις («εμβαρκάρισε» αντί μπαρκάρισε).
Ελεύθερα κινείται και στους τονισμούς (π.χ τη μετοχή τού λαϊκού αυτιάζομαι, αδόκιμη και αυτή, τονίζει με τους κανόνες της καθαρεύουσας, «αυτιαζομένη»).

Ένας άνεμος ελευθερίας έπνεε στα κείμενά του, μέσα σ’ ένα κλίμα τρομοκρατίας που υπήρχε στο γλωσσικό ζήτημα. (…) Πρόσφερε κατάμουτρα στους τυφλώττοντες μονομανείς τη μεικτή γλώσσα του (όλος ο πολιτισμός μας υπήρξε αποτέλεσμα σύγκρασης λαϊκότητας και λογιοσύνης). Συντρόφευε ο Παπαδιαμάντης στοιχεία από εποχές και περιοχές της ευρύτατης ελληνικής γλωσσικής επικράτειας.

Και βέβαια δεν πρόκειται για λίθους και πλίνθους ατάκτως ερριμμένους. Όπως εύστοχα παρατήρησε ο Κωστής Παπαγιώργης, η καθαρεύουσά του,
«παρουσιάζει αναβαθμούς». Κι όταν περιγράφει τη Φύση, «όπου έχουμε την εντύπωση ότι ο συγγραφέας επιδίδεται στην απόδοση κάποιας μυστικής γωνιάς του Παραδείσου» η γλώσσα του αίρεται και καθαίρεται σαν ένας τελετουργικός ύμνος στο δημιουργό της.
Τα λαϊκά στοιχεία αρχίζουν να εμφανίζονται, όταν ο άνθρωπος επίσης εμφανίζεται επί σκηνής. Η αμιγής καθαρεύουσα ανυψώνει, η ανάμειξή της με λαϊκά στοιχεία προσγειώνει. Έγραφα κι εγώ σχετικά με το θέμα τούτο:
«Αυτή η διαλεκτική, της ανύψωσης και της καθόδου, εκφραζόμενη με τη συμβολή των γλωσσικών συμβόλων, είναι η σύνθεση της πεζογραφίας του Παπαδιαμάντη. Από δω και πέρα η προσθήκη ενός μη αναμενόμενου ν,
η αφαίρεση, μη αναμενόμενη, μιας αύξησης,

η εναρμόνιση, τελικά, των καταρχήν αλληλοσυγκρουόμενων γλωσσικών στοιχείων,

είναι το έργο της ανεπανάληπτης ποιητικής και μουσικής ευαισθησίας του Παπαδιαμάντη».


Μπορείτε να αναζητήσετε για όλα αυτά κάποια παραδείγματα από το κείμενό μας; Ή να προσθέσετε κάποιες άλλες παρατηρήσεις από τον τρόπο που χειρίζεται τη δημοτική και την καθαρεύουσα ο συγγραφέας;

Αλλά, ξέχασα: μην κουράζεστε. Προέχουν οι βαλίτσες για την εκδρομή!

Λοιπόν, ετοιμάστε τις εσείς κι εγώ σας υπόσχομαι

την επόμενη ανάρτηση να την κάνουμε

για τη Θεσσαλονίκη:-)

Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2011

Altera pars

Η ανάρτηση αφιερώνεται στη Σοφία ( μας ακούει ο Βόλος;), που με την αγάπη της για το σκιαθίτη συγγραφέα μάς μαθαίνει τόσα.


Στο αφιέρωμα του περιοδικού «Το δέντρο» για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη (τ. 181-2, 6/ 2011) υπάρχει ένα άρθρο του Χ.Ε. Μαραβέλια αντιπολιτευτικής, θα λέγαμε, διάθεσης. Στο άρθρο αυτό κρίνεται η θρησκευτικότητα του σκιαθίτη συγγραφέα αλλά και η πρόσληψη του έργου του μέσα από αυτή. Ο Χ.Ε.Μαραβέλιας σκιαγραφεί την αρνητική πλευρά της θρησκευτικότητας και τοποθετεί την αξία του έργου τού Α. Παπαδιαμάντη στη γλώσσα του και την περιγραφική του δεξιότητα.



Οι « άλλες φωνές», όσο αιρετικές κι αν φαίνονται- ή μάλλον ακριβώς γι’ αυτό- όταν είναι τεκμηριωμένες, καλό είναι να ακούγονται. Εμπλουτίζουν τη σκέψη μας φωτίζοντας από διαφορετικές οπτικές γωνίες, ανοίγουν το οπτικό μας πεδίο, ενεργοποιούν το λόγο και τον αντίλογο. Έτσι, ας δούμε τους κεντρικούς άξονες του άρθρου του Χ. Ε. Μαραβέλια, με την ελπίδα πως μπορούν να προκαλέσουν μια γόνιμη συζήτηση.



Ο Χ. Ε. Μαραβέλιας, λοιπόν, θεωρεί πως ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης «υπήρξε ένας αγέλαστος άνθρωπος, ένας χωρίς επαρκή εξωτερικό λόγο αυτοβασανιζόμενος. Η μελαγχολία του πρέπει να ήταν θρησκειογενής», μια και «ο ‘καλός’ χριστιανός (οφείλει να) είναι ένα πένθιμο ον». Επικαλείται τις απόψεις των Κ.Θ Δημαρά και Δ. Μπαλάνου, για να προσδώσει στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη «χαριτωμένα απλοϊκή προσήλωση στο εκκλησιαστικό τυπικό και την πιο στενή αντίληψη της παράδοσης», "αφελή θρησκευτικότητα» και καθαρή τυπολατρία. Βλέπει τον Αλέξανδρο. Παπαδιαμάντη να κλείνει, λόγω θρησκοληψίας, τ’ αυτιά του τόσο στην εποχή του και στις αλλαγές που αυτή κυοφορεί («Ζώντας σε μια εποχή όπου συντελούνται και προμηνύονται πλείστες όσες αλλαγές στον πανευρωπαϊκά σπουδαίο 19ο αιώνα, ο κυρ-Αλέξαντρος παραμένει φοβικά δεξιός ψάλτης μιας παράδοσης που σε μεγάλο βαθμό είναι υπεύθυνη για τη στατικότητα και οπισθοδρομικότητα, για το α-πρόοδον της ελληνικής κοινωνίας») όσο και στις νέες ιδέες με τις οποίες ερχόταν σε επαφή λόγω γλωσσομάθειας αλλά και της δουλειάς του («Από τη δουλειά του σε εφημερίδες είχε την ευκαιρία να δέχεται ικανές ποσότητες νέων ιδεών, ευρωπαϊκών κυρίως, από τις οποίες θα αντλούνταν οι δημοσιεύσιμες στην καθ’ ημάς Ανατολή. Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης έκλεισε τα μάτια σ’ όλες αυτές τις ‘φράγκικες’ ιδέες και ενέμενε σ’ ένα παρόν που ήδη είχε αρχίσει να γίνεται παρελθόν. Την εποχή που ο Λασκαράτος και ο Ροΐδης χλεύαζαν με τρόπο μοναδικό τις θρησκευτικές προλήψεις και δεισιδαιμονίες, τη χριστιανική ειδωλολατρία της εποχής τους, ο Αλέξανδρος. Παπαδιαμάντης μέθαγε με τα νεκρόφιλα θυμιάματα της βυζαντινής θεοκρατίας και με θεία κοινωνία»).



Την ιδιότητα του θρησκευόμενου ατόμου την τοποθετεί περισσότερο στην επιφάνεια του τυπολατρικού και ενός ανθρώπου που δεν εμβαθύνει στα μεγαθέματα της χριστιανικής θεολογίας: «Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης είναι όχι θρησκευτικός αλλά λατρευτικός συγγραφέας. Ο ίδιος, μας λένε οι εντός και εκτός εκκλησίας ιεροκήρυκες, ήταν βαθιά θρησκευόμενο άτομο. Τούτο συνήθως σημαίνει άτομο απροβλημάτιστο για τις ρίζες, τη φιλοσοφία της θρησκείας ή ακόμη για τα μεγαθέματα της χριστιανικής θεολογίας. Η θεολογία του σταματούσε στη Λειτουργική (…) Η λατρευτικότητά του σταματάει σε λατρευτικές εκδηλώσεις και πρακτικές, σε ‘ιερά’ λατρευτικά κείμενα και αντικείμενα˙ πρωτίστως δε σε ναΐσκους και εικονίσματα». Η θρησκοληψία αυτή, κατά το Χ. Μαραβέλια, φαίνεται να υπέσκαψε αρετές του χαρακτήρα του, όπως η ευφυία ή το χιούμορ, αλλά και να του στέρησε χαρές ζωής, όπως ο έρωτας.



Ακόμα και το βασικό προσόν που του αναγνωρίζει ο Μαραβέλιας, τη γλώσσα, τη βλέπει σα μια «γλώσσα αμυντική, μια γλώσσα στη φάση του απέρχεσθαι», που ταίριαζε απόλυτα στη συντηρητική φύση και ιδεολογία του συγγραφέα.
Η κατακλείδα του άρθρου, που κι αυτή είναι συζητήσιμη από πολλές πλευρές, είναι πως «Η λογοτεχνία επινοήθηκε για να μπορούν να εκφραστούν κάποιες ιδέες που μας προχωράνε ένα βήμα μπροστά. Ο ‘άγιος των γραμμάτων μας’ και στις ιδέες και στη γλώσσα κοίταζε προς τα πίσω»

[1. Καλά θα ήταν να μπορούσε να παρατεθεί όλο το άρθρο, ώστε να φανεί πλήρως η συλλογιστική του συγγραφέα του.
2. Πέρα από τις όποιες διαφωνίες ή ενστάσεις που θα μπορούσε να εγείρει κανείς επί των απόψεων που εκφράζονται, δεν μπορεί να μην παρατηρήσει κανείς τη δηκτικότητα του ύφους, που, ούτως ή άλλως, τις υποσκάπτει.


Ελπίζοντας σε μία γόνιμη συζήτηση.

Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2011

"Διείσδυση στα μύχια της ανθρώπινης ψυχής" Στοιχεία για τις απαντήσεις μας




Στις εξετάσεις θα κληθείτε να υποστηρίξετε, με παραδείγματα από το κείμενο, χαρακτηριστικά του κειμένου ή της γραφής του συγγραφέα.
Μια τέτοια άσκηση είδαμε στην τάξη πρόσφατα, όταν ζητήθηκε να επαληθεύσετε, επιλέγοντας αποσπάσματα από το βιβλίο και αιτιολογώντας, το χαρακτηριστικό της διηγηματογραφίας του Βιζυηνού (που αναφέρεται στη σελίδα 123) «διείσδυση στα μύχια της ψυχής».

Στην επιλογή των αποσπασμάτων δε θα αναφερθούμε. Εννοείται πως πρέπει να είναι προσεγμένη, ώστε να στηρίζει το δυνατόν καλύτερα το σχολιασμό που θα επιχειρήσουμε.

Σε ποιον άξονα, όμως, πρέπει να κινείται ο σχολιασμός/υποστήριξη της επαλήθευσης που μας ζητείται; Πολλά παιδιά τείνουν να περιγράφουν το περιεχόμενο του αποσπάματος που έχουν επιλέξει. Δίνω ένα παράδειγμα: Σχολιάζοντας ένα απόσπασμα από τη σελίδα 139 («Εν τούτοις αυτό … ανεξάρτητον βίον»), ένα παιδί γράφει πως «η μητέρα παρουσιάζεται ως δυναμική, εργατική, υπεύθυνη, επίμονη, διακρινόμενη από αυταπάρνηση και πνεύμα αυτοθυσίας» κλπ. Και συνεχίζει: «Στη συνέχεια παρουσιάζεται ως άδικη, μεροληπτική ως προς την αγάπη της και τη στοργή της προς τα παιδιά της, εφόσον δείχνει αδυναμία και προσήλωση στα θετά κορίτσια εις βάρος των αγοριών» Και λοιπά. Και απλώνεται η περιγραφή της μητέρας σε 2-3 παραγράφους.

Εκεί που θα έπρεπε να είχε σταθεί ο μαθητής δεν είναι η περιγραφή του περιεχομένου του χωρίου τόσο, όσο η περιγραφή του τρόπου με τον οποίο αυτό δίνεται. Και στην περίπτωσή μας ο τρόπος είναι η διείσδυση, από το συγγραφέα, στα «μύχια της ανθρώπινης ψυχής». Χρειάζεται, λοιπόν, να μπορούμε να το περιγράψουμε αυτό το στοιχείο και να υποδείξουμε πώς χαρακτηρίζει και το απόσπασμα που έχουμε επιλέξει.
Άρα, καλό θα είναι να έχουμε δουλέψει τα χαρακτηριστικά αυτά, να τα έχουμε «απλώσει» στο μυαλό μας και να μπορούμε να τα περιγράψουμε κάπως πιο αναλυτικά.

Για το συγκεκριμένο στοιχείο, δανειζόμαστε χαρακτηρισμούς που δίνει ο Απ. Σαχίνης στο βιβλίο του «Παλαιότεροι πεζογράφοι/Α.Ρ. Ραγκαβής, Δ.Βικέλας, Γ.Βιζυηνός, Κ. Παλαμάς, Γ. Βλαχογιάννης» ( β΄εκδ. Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», 1982, σελ. 156-7):
«Ό,τι κινεί αμέσως την προσοχή και το ενδιαφέρον του αναγνώστη στα διηγήματα του Βιζυηνού είναι το ψυχικό πρόβλημα, η δοκιμασία της συνείδησης, η αγωνία της ψυχής. Τα κύρια πρόσωπά του έχουν πλούσια εσωτερική ζωή· όχι όμως στατική, αλλά κυμαινόμενη, μεταβαλλόμενη, ουσιαστική, με δραματικές συνέπειες στην εξωτερική συμπεριφορά τους και στη στάση τους αντίκρυ στην εξωτερική πραγματικότητα.(…) Είναι η πρώτη φορά που για τη νεοελληνική αφηγηματική πεζογραφία ανοίγει ο δρόμος της ψυχής. Ένας νέος κόσμος αποκαλύπτεται εδώ: ο κόσμος της συνείδησης, ο κόσμος του εσωτερικού προβληματισμού.»

Ο ψυχογράφος Βιζυηνός, δηλαδή, περιγράφει, φωτίζει, εστιάζει, επιμένει, εμβαθύνει, διεισδύει στην ανθρώπινη ψυχή και την αναλύει.
Αποδίδει τον εσωτερικό κόσμο των ηρώων, ερευνά τις ψυχικές διεργασίες, αποκαλύπτει τον κόσμο της συνείδησης, εστιάζει στην εσωτερική τους ζωή και στις συνέπειες που αυτή μπορεί να έχει στην εξωτερική τους συμπεριφορά
κλπ.

Αναλύετε, λοιπόν, της έννοια «διείσδυση στα μύχια της ανθρώπινης ψυχής», παρουσιάζοντάς την όσο πιο καθαρά γίνεται, κάτι που το απόσπασμα που θα έχετε επιλέξει εύκολα θα επαληθεύει.
Τελικά: Περιγραφή του τρόπου του συγγραφέα περισσότερο ( με αναφορές στο απόσπασμα που έχετε επιλέξει) και λιγότερο περιγραφή του περιεχομένου του αποσπάσματος.

Αυτά για σήμερα. Και αύριο έτοιμοι για το τεστάκι μας, ε;!

Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2011

όπου ο συγγραφέας φωτογραφίζει φαντάσματα ( σημειώσεις για την Αμαλία)



Στην προηγούμενη ανάρτηση μιλούσαμε για κάποιες λεπτές παρατηρήσεις τής αφήγησης, κάποιες επισημάνσεις του αφηγητή που μέσα τους αναγνωρίζουμε κάτι δικό μας, κάτι πολλές φορές ασχημάτιστο και που το συναντάμε τώρα εκφρασμένο με συγκεκριμένη μορφή. Το «αναγνωρίζουμε», λοιπόν, κι αυτή η συνάντησή μας με το στοιχείο αυτό μπορεί να συμβάλλει στην τέρψη τής ανάγνωσης.


Συζητώντας γι’αυτό το θέμα, λίγα χρόνια πριν, η Αμαλία μού είχε ζητήσει μερικά παραδείγματα. Της είχα στείλει, λοιπόν, τις παρακάτω σημειώσεις:


"
Όπου ο συγγραφέας
φωτογραφίζει φαντάσματα.


Στη σελίδα 5 της Βραδύτητας του Μίλαν Κούντερα βλέπουμε την Ιμμακουλάτα να πηδάει στο νερό: « Όταν ρίχνονται στο νερό άνθρωποι με μαγιό, αυτό που φαίνεται σ’ αυτή τη χειρονομία είναι η χαρά.» Η εικόνα αυτή – άνθρωποι να βουτάνε στο νερό – μπορεί να ανακαλέσει από μέσα μας μιαν εντύπωση που είχαμε καταγράψει, συνειδητά ή ασυνείδητα, και που ποτέ δεν την είχαμε κάνει αποκρυσταλλωμένη σκέψη, δεν την είχαμε με καθαρότητα εκφράσει. Μιαν εντύπωση που υπήρχε κατά κάποιο τρόπο ασχημάτιστη, απροσδιόριστη μέσα μας – κάπως σα φάντασμα – και που τώρα ο συγγραφέας μας την προσφέρει ολοζώντανη και ξεκάθαρη, όπως τη συνέλαβε ο δικός του φακός.
Ας πούμε: Έχεις περάσει ποτέ νυχοπερπατώντας δίπλα από κάποιον δικό σου άνθρωπο που κοιμάται και που δε θέλεις να σ’ ακούσει να μπαίνεις στο χώρο που κοιμάται; Πρόσεξε: Δεν έχει κάτι περίεργο, κάτι μαγικά περίεργο εκείνη η στιγμή; Ταυτόχρονα συμβαίνουν δυο αντιφατικά πράγματα: 1) Είσαι ‘μακριά’ του, προσπαθείς να είσαι μακριά του, να μην υπάρχεις γι’ αυτόν – αφού δε θέλεις να σ’αντιληφθεί. 2) ‘Έρχεσαι’ πολύ κοντά του – ίσως από το φόβο και την προσοχή σου που είναι στραμμένη πάνω του, μήπως και ξυπνήσει, ίσως κι απ’ την αδιόρατη μαγεία – πώς αλλιώς να στο πω; - που εκπέμπει πάνω μας ένας άνθρωπος που κοιμάται.


Αυτή την αδιόρατη μαγεία, τη δημιουργό κάποιας επίσης αδιόρατης, διάχυτης, ασαφούς αίσθησης βλέπουμε να δηλώνει μ’ ένα τρόπο κάπως συγκεκριμένο αλλά και κάπως υπερβατικό η Αλιέντε, όταν
« Για πρώτη φορά τόλμησα ν’ ανοίξω την κλειστή πόρτα της κρεβατοκάμαρας του παππού. Το φως του δρόμου γλιστρούσε μέσα από τις χαραμάδες των παντζουριών και τα μάτια μου είχαν πια συνηθίσει στο σκοτάδι· είδα την ακίνητη σιλουέτα του και την αυστηρή κατατομή του, είχε γυρισμένη την πλάτη του μέσα στα σεντόνια, άκαμπτος κι ακίνητος σαν πτώμα μέσα σ’ εκείνο το δωμάτιο με τα πένθιμα έπιπλα, όπου το ψηλό ρολόι έδειχνε τρεις το πρωί. Ακριβώς έτσι τον είδα τριάντα χρόνια αργότερα, όταν εμφανίστηκε σ’ ένα όνειρο για να μου αποκαλύψει το τέλος του πρώτου μου μυθιστορήματος. Διέσχισα σιωπηλά το δωμάτιο μέχρι το γραφείο του, περνώντας τόσο κοντά από το κρεβάτι του ώστε μπόρεσα να νιώσω τη μοναξιά της χηρείας του κι άνοιξα ένα από τα συρτάρια, τρομαγμένη μήπως ξυπνήσει και με πιάσει να κλέβω».
(Ιζαμπέλ Αλλιέντε, «Πάουλα», σελ. 84 – 85, εκδ. Ωκεανίδα 1995 )


Ένιωσε τη μοναξιά της χηρείας του παππού! Ποια έκτη αίσθηση μπορεί να μας κάνει να νιώσουμε κάτι τέτοιο; Και πες μου: Όσο κι αν σου φαίνεται υπερβατικά, παράλογα ίσως, διατυπωμένο, δεν μπόρεσε άραγε να σε κάνει να ανακαλέσεις αυτή την αίσθηση που σου έχει δημιουργηθεί όταν περπατώντας στα δάχτυλα περνάς δίπλα από κάποιον δικό σου άνθρωπο που κοιμάται;
Ας κρατήσουμε λίγο ακόμα τη νύχτα και την προσοχή μας να μην ξυπνήσουμε τους αρρώστους στο θάλαμο του τρίτου ορόφου του νοσοκομείου όπου αργά και νυχοπατώντας μπαίνει ο ήρωας του
Ν. Χουλιαρά:
« Μετά από μια ώρα μ’ ανέβασαν στον τρίτο όροφο, σε θάλαμο κανονικό με δυο κρεβάτια, γιατί, όπως είπε ο γιατρός, αυτή η υπερκοιλιακή μαρμαρυγή που με ταλαιπωρούσε τόσες ώρες, δεν έλεγε ακόμη να αναταχθεί.
Ο θάλαμος εκείνος φωτιζόταν ελάχιστα κι απέπνεε ένα κλίμα αποξένωσης, θερμότητας και σιωπής: εκείνης της απόλυτης σιωπής που διαστέλλει απίστευτα το χρόνο των αρρώστων».
( «Στο σπίτι του εχθρού μου», σελ. 130 )
Διάβασε προσεκτικά την τελευταία σειρά του αποσπάσματος. Αν ποτέ έχεις καθήσει νύχτα σε θάλαμο νοσοκομείου, αυτή την εντύπωση, αυτή την αίσθηση της σιωπής ‘που διαστέλλει απίστευτα το χρόνο των αρρώστων’ την έχεις αισθανθεί. Αναγνωρίζεις τότε πολύ καλά αυτό που γράφει ο συγγραφέας· είναι μια αίσθηση που υπήρχε διάχυτη και ανεπαίσθητη μέσα σου. Κι είναι αυτή η αναγνώριση που σε τέρπει, η αναγνώριση του οικείου, όπως τότε που ήσουν μωρό, που έσκαγες ένα χαμόγελο διάπλατο τη στιγμή που αναγνώριζες το πρόσωπο του μπαμπά ή της μαμάς, όταν, ανάμεσα σε άλλους, αυτοί σε πλησίαζαν.


Αλλά κι αν ακόμα δεν έτυχε να βρεθείς σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον, νύχτα σε θάλαμο νοσοκομείου, πάντως σίγουρα έχεις αγναντέψει τη θάλασσα ή έχεις καθήσει μπροστά σε αναμμένη φωτιά, όπως ο Σαντιάγο του Αλχημιστή:
« Ο Σαντιάγο μάντευε τι ήθελε να πει ο καμηλιέρης, παρ’ όλο που ο ίδιος δεν είχε ξαναπατήσει το πόδι του στην έρημο. Όμως σ’ όλη του τη ζωή, όποτε αντίκρυζε τη θάλασσα ή κοίταζε μια φωτιά, έμενε σιωπηλός, εντυπωσιασμένος από τη στοιχειακή τους δύναμη».
( Πάολο Κοέλο, Ο Αλχημιστής, σελ. 83 – 84, εκδ. Γνώση, 1995 )

Κι αν δεν αναρωτήθηκες ποτέ γιατί κάθεσαι μαγεμένος και χαζεύεις τη θάλασσα ή τη φωτιά, τουλάχιστον θα έχεις παρατηρήσει τον εαυτό σου να κάθεται στιγμές ή και ώρες σιωπηλός μπροστά τους. Κι έτσι, καθώς διαβάζεις το απόσπασμα, σου έρχεται αυθόρμητα να συμφωνήσεις – «κι εγώ κι εγώ!» – με τον Σαντιάγο, ο οποίος μάλιστα μπορεί και να σε συμπληρώνει δίνοντας μιαν αιτιολογία γι’ αυτή τη στάση, δηλώνοντας πως είναι η στοιχειακή δύναμη του νερού και της φωτιάς που μας εντυπωσιάζει και ενεργούμε έτσι.


Πράγματα δηλαδή, γεγονότα ή εικόνες της ζωής, αντιδράσεις ή συμπεριφορές ή στάσεις των ανθρώπων, στιγμές που έχουν περάσει κάπως στο υποσυνείδητο, που έχουν μείνει στο περιθώριο της αντίληψής μας, που δεν τα έχουμε ‘συλλάβει’ ούτε και επεξεργαστεί ορθολογικά, πολλές φορές ο συγγραφέας τα συλλαμβάνει, διώχνει από πάνω τους τη σκόνη της ασάφειας και μας τα παρουσιάζει διαυγέστατα. Λέγοντάς το με υπερβολή, είναι σαν κάποιος να μπορεί να φωτογραφίζει λόγια, σκέψεις, συναισθήματα, που κι εμείς είπαμε κι ακούσαμε, κάναμε και νιώσαμε κάποτε. Και καθώς τα βλέπουμε, τα ανακαλούμε στη μνήμη μας και τα χαιρόμαστε, όπως χαιρόμαστε τις φωτογραφίες από την εκδρομή του καλοκαιριού που έχουν αιχμαλωτίσει συγκεκριμένα στιγμιότυπα και που, αν δεν το είχαν κάνει, πιθανώς να τα είχαμε ξεχάσει.




Θυμάσαι τη Σιέρβα Μαρία του «Περί έρωτος και άλλων δαιμονίων», πιστεύω. Το μοναστήρι, λοιπόν, όπου είναι κλεισμένη έχει επισκεφτεί από τη σελίδα 132 ο Δελάουρα, απεσταλμένος του επισκόπου, και εδώ και 2-3 σελίδες τσακώνεται με την ηγουμένη. Κι όταν η ηγουμένη θα του πετάξει πικρόχολα το καρφί της, αυτός θα την αντιμετωπίσει με ψυχραιμία, γνώση και κατανόηση:

« ‘Δε χρειάζεται να μου το θυμίζετε’, είπε η ηγουμένη λίγο σαρκαστικά. ‘Ξέρουμε πια πως εσείς είστε οι ιδιοκτήτες του Θεού’.
Ο Δελάουρα της χάρισε την ευχαρίστηση της τελευταίας λέξης».
(Γκ. Γκαρσία Μάρκες, Περί έρωτος και άλλων δαιμονίων»σελ. 137 )

Της χάρισε την ευχαρίστηση της τελευταίας λέξης! Μα ναι! Πόσες φορές τσακωθήκαμε κι όταν ξεστομίσαμε το μεγάλο λόγο κλείσαμε χτυπώντας την πόρτα! Πόσες φορές θελήσαμε να είμαστε εμείς αυτοί που θα είχαμε τον τελευταίο λόγο! Αλλά και πόσες φορές το έχουμε δει αυτό σε καβγάδες άλλων! Ναι, λοιπόν, αυτό είναι: Υπάρχει η ευχαρίστηση, η ανάγκη να ‘μιλήσουμε τελευταίοι’. Δεν το είχες, ίσως, ποτέ σκεφτεί, το είχες όμως αντιληφθεί πολλές φορές. Και να που ο αφηγητής του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες το συλλαμβάνει και στο δίνει.
Όπως συλλαμβάνει, λίγες σελίδες πιο μπροστά, ολόκληρη την κατάσταση στην οποία βρισκόταν το μοναστήρι κάποια νύχτα που κάτω από την επιφανειακή ησυχία υπάρχει μια συγκρατημένη αναστάτωση:
« Η απαγόρευση της κυκλοφορίας για τις καλόγριες ίσχυε από την ώρα που έψελναν τον εσπερινό στις εφτά το βράδυ μέχρι την πρώτη ώρα στη λειτουργία στις έξι το πρωί. Τα φώτα έσβηναν και απέμεναν μόνο αυτά στα λίγα εξουσιοδοτημένα κελιά. Ωστόσο, ποτέ δεν ήταν τόσο αναστατωμένη κι ελεύθερη η ζωή στο μοναστήρι, όπως τότε. Υπήρχε μία διαρκής μετακίνηση σκιών στους διαδρόμους, μισοκομμένα μουρμουρητά και απότομα σταματημένες τρεχάλες».
( σελ. 118 )
Είδες; Μέσα σε 1-2 σειρές το κλίμα αναπαρασταίνεται εξαιρετικά, έτσι όπως το ‘ξέρεις’ από ταινίες, ίσως, ή και απ’ τα παιχνίδια της φαντασίας σου ακόμα. Δεν είναι σύλληψη της εικόνας, της στιγμής αυτό; Ή μήπως δεν είναι σύλληψη του στιγμιαίου –αλλά χαρακτηριστικού και εν πολλοίς γνώριμου σε μας- η με το κεφάλι κίνηση αγανάκτησης που μας περιγράφει ο αφηγητής του Ν. Χουλιαρά;

« Παρ’ όλ’ αυτά η πελατεία δεν του λείπει. Είναι εκεί πολλά παιδιά, μα και μεγάλοι, που δοκιμάζουνε την τύχη τους εδώ και ώρα. Τaïζουν το μηχάνημα, συνέχεια, με πενηντάρικα χωρίς να τους προκύπτει το επιθυμητό κουκλάκι, γι’ αυτό κι εκφράζουνε συχνά, την ατυχία τους με κείνη τη γνωστή κίνηση της αγανάκτησης που απευθύνεται, συνήθως, με υψωμένο το κεφάλι, προς τον ουρανό.
( « Στο σπίτι του εχθρού μου», σελ. 217 – 218 )


Υποθέτω πως διαβάζοντας τις δύο τελευταίες σειρές του αποσπάσματος μπήκες στην εξής διαδικασία: 1) Αναπαράστησες την κίνηση, 2) την αναγνώρισες και 3) χαμογέλασες. Έτσι έγινε; »

Ας μη συνεχίσουμε την παράθεση των παραδειγμάτων από τις παλιές σημειώσεις. Έτσι μόνο, για να κρατιόμαστε σε φόρμα, ας πάμε στο Βιζυηνό μας ( το χαβά μας οι υποψήφιοι,ε;..) και ας προχωρήσουμε στο σημερινό μας κουίζ: Πού συναντήσαμε, ας πούμε στη σελίδα 134 του βιβλίου μας, μία τέτοια «οικεία» στιγμή, στο διήγημα του Γ. Βιζυηνού; ( Εύκολο, εύκολο, το είπαμε και στην παράδοση!)

Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2011

κλειστά ρολά με χάρη



Πολλές φορές, στη ροή της αφήγησης ενός έργου, υπάρχουν κάποιες λεπτές, μικρές παρατηρήσεις που μπορεί να μην επηρεάζουν καθόλου την εξέλιξή του, εμπλουτίζουν όμως το ίδιο το κείμενο, καθώς η άποψη του συγγραφέα, διεισδυτική και αναλυτική, φωτίζει συμπεριφορές, θέτει σε συζήτηση αντιλήψεις, προτείνει γωνία θέασης, ερμηνεύει περιγράφοντας.

Στα σημεία εκείνα μπορεί ο αναγνώστης να αναγνωρίζει και τον εαυτό του ακόμα, να διαβάζει σκέψεις που αναγνωρίζει πως υπάρχαν μέσα του. Ιδέες, εντυπώσεις και παρατηρήσεις που μπορεί να υπάρχουν ασχημάτιστες μέσα του, με την εκφρασμένη αναφορά του αφηγητή παίρνουν σχήμα, διατυπώνονται καθαρά, έτσι που ο αναγνώστης είναι δυνατό να αναγνωρίζει κάτι δικό του στην περιγραφή αυτή˙ μια δική του σκέψη ή συμπεριφορά.

Μια και λέγαμε για την «Πείνα» του Κνουτ Χάμσουν, κοιτάξτε μια τέτοια «στιγμή» από εκεί ( σελ. 26): «Δεν τολμούσα να κοιτάξω πίσω μου, και δεν ήξερα αν είχε ξαναγυρίσει στο παράθυρο˙ καθώς εμβάθυνα σ’ αυτό το ερώτημα, γινόμουν όλο και πιο νευρικός και ανήσυχος. Πιθανόν να ήταν εκεί αυτή τη στιγμή, παρακολουθώντας προσεκτικά τις κινήσεις μου, και μου ήταν εντελώς ανυπόφορο να νοιώθω να με κατασκοπεύουν έτσι από πίσω. Ίσιωσα όσο περισσότερο μπορούσα το σώμα μου, και συνέχισα το δρόμο μου. Άρχισα να νιώθω τραντάγματα στις γάμπες και το βάδισμά μου έγινε αβέβαιο, εξ αιτίας της θέλησής μου να το κάνω κομψό. Για να δείχνω ήρεμος κι αδιάφορος, κουνούσα το χέρι με έναν παράξενο τρόπο, έφτυνα χάμω και σήκωνα τη μύτη μου ψηλά στον αέρα˙».

« (…) και το βάδισμά μου έγινε αβέβαιο, εξ αιτίας της θέλησής μου να το κάνω κομψό». Σας έχει συμβεί ποτέ εσάς, ξέροντας πως σας παρατηρούν, να προσπαθείτε να ρυθμίσετε την κίνησή σας για να δίνετε την εντύπωση που θα θέλατε; Κι αν η σκέψη αυτή του αφηγητή, διατυπωμένη μ’ αυτό τον τρόπο, θέτει το θέμα της φυσικότητας και της προσποίησης, εσείς τι λέτε γι’ αυτό; Ποιοι οι λόγοι που πολλές φορές χάνουμε τη φυσικότητά μας; Τι θα μας βοηθούσε να μην τη χάναμε; Ποια είναι, συνήθως, τα αποτελέσματα της προσποίησης; Και λοιπά.
Ένα έργο πιστεύω ότι μπορεί να παίρνει αξία κι από τις διάσπαρτες μικρές, ‘περαστικές’, αλλά λεπτές και καίριες παρατηρήσεις που μπορεί να κρύβει στις γραμμές του. Η ευθύνη - κι η χαρά – του αναγνώστη είναι να τις ανιχνεύσει, να τις φωτίσει, να τις επεξεργαστεί.
( Αν συναντήσετε κάποια τέτοια στιγμή στις αναγνώσεις σας, ευπρόσδεκτη και καλοδεχούμενη η κατάθεσή της:-) )

Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2011

Περί δοκιμασίας και άλλων δαιμονίων

Στο τελευταίο, προ απεργίας, μάθημα κάναμε κουβέντα στην τάξη για τη δοκιμασία του Κρητικού και τη σημασία της. Μ' αυτή την αφορμή, ας φλυαρήσουμε λίγο, ξεφεύγοντας από το άγχος της εξεταστέας ύλης:
Στο ντοστογιεφσκικής, θα λέγαμε, γραφής έργο του νορβηγού

Κνουτ Χάμσουν «Η πείνα» (1890),


παρακολουθούμε έναν ήρωα μονήρη, που, παρά τις αντιξοότητες που του παρουσιάζονται, επιμένει να προσπαθεί να ικανοποιεί τις βασικές βιοτικές του ανάγκες με ό,τι κερδίζει από το γράψιμο.
Πλην, ματαίως. Η πείνα γίνεται για μέρες, βδομάδες, μήνες μόνιμη σύντροφός του και μαζί μ’ αυτή η έλλειψη στέγης, η μοναξιά, η περιθωριοποίηση, η εξαθλίωση.
Μπορεί το κέντρο του έργου να είναι ακριβώς αυτό, όπως αναφέρεται στην εισαγωγή της έκδοσης ( Ζήτρος, 1997): « [« Η πείνα»] είναι άλλη μια περιγραφή της μοναξιάς και της εξαθλίωσης του ανθρώπου που κάνει το «λάθος» να επιδίδεται σε πνευματικές και δημιουργικές δραστηριότητες, σε ένα σιβαριτικό κόσμο αναζήτησης υλικών απολαύσεων». Δεν ξέρω. Ωστόσο, ενδιαφέρων άξονας του έργου είναι η συντελούμενη αλληλεξάρτηση του σωματικού/ υλικού παράγοντα και του ηθικού: καθώς προχωράνε οι δυσκολίες του ήρωα, δοκιμάζονται ολοένα και περισσότερο οι αρχές με τις οποίες πορεύεται στη ζωή. Οι αρχικά άκαμπτες αξίες του φαίνεται να μην αντέχουν. Κι ο αγώνας που κάνει για να τις κρατήσει και να κρατηθεί απ’ αυτές όσο πάει και φλερτάρει με την ήττα.


Δείτε στο έργο 2-3 σκαλοπάτια τα οποία ο ήρωας καταδικάζεται να κατεβεί εξαιτίας της σωματικής του εξαθλίωσης και ανάγκης:
1) Ενώ μέχρι τη σελίδα 133 ο ήρωας έχει καταφέρει κατά κάποιον τρόπο να διατηρήσει την εσωτερική του αξιοπρέπεια παρά τα διογκούμενα προβλήματά του, τώρα τον βλέπουμε για πρώτη φορά να χλευάζει την τιμιότητά του και να θεωρεί πως πια « είναι έτοιμος για όλα». Θεωρητικά τουλάχιστον: « Δεν ήταν πάλι αιτία ο διάβολος, ο φλογισμένος, ζωντανός και αιώνιος διάβολος, που οι ταλαιπωρίες μου δεν έπαιρναν τέλος; Με μεγάλα θυμωμένα βήματα, με τον γιακά του σακακιού μου σηκωμένο, με τα χέρια σφιγμένα σε γροθιές μέσα στις τσέπες του παντελονιού μου, προχωρούσα, βρίζοντας την κακή μου τύχη, σε ολόκληρη τη διαδρομή. Ούτε μια ώρα δίχως πρόβλημα, εδώ και επτά-οκτώ μήνες, ούτε η απαραίτητη τροφή για μια εβδομάδα, πριν η μιζέρια με γονατίσει ξανά. Κι επιπλέον, παρ’ όλη αυτή την εξαθλίωσή μου, είχα παραμείνει τίμιος, απόλυτα τίμιος. Ο Θεός να με συγχωρεί, όμως τι ηλίθιος που ήμουν! Κι άρχισα να σκέφτομαι τις τύψεις που είχα παλιά, όταν πήγα στο ενεχυροδανειστήριο την κουβέρτα του Χανς Πάουλι. Γέλασα σαρκαστικά, για εκείνη την ευαίσθητη τιμιότητά μου, έφτυσα καταγής περιφρονητικά, και δεν έβρισκα λόγια για να κοροϊδέψω τη βλακεία μου. Α, αν αυτό γινόταν τώρα! Αν αυτήν εδώ τη στιγμή βρω στον δρόμο μου τον κουμπαρά ενός μαθητή, το μοναδικό όρε μιας φτωχής χήρας, θα τα μαζέψω και θα τα χώσω στην τσέπη μου αδίστακτα, και θα κοιμηθώ πάνω τους ξένοιαστος, όλη τη νύχτα. Δεν είχα περάσει αλώβητος από τόσες απίστευτες δυσκολίες, η υπομονή μου είχε εξαντληθεί, ήμουν έτοιμος για όλα».

2) Στη σελίδα 142 η θεωρία γίνεται πράξη και η αξιοπρέπεια παρελθόν:
« Εκείνη μαζεύει τα ψώνια της, πληρώνει, δίνοντας ένα χαρτονόμισμα των πέντε κορώνων, παίρνει τα ρέστα και φεύγει.
Τώρα είμαστε μόνοι, ο βοηθός κι εγώ.
Μου λέει:
- Α, ναι, λοιπόν, ένα κερί. Σκίζει το περιτύλιγμα ενός πακέτου με κεριά, και μου δίνει ένα.
Με κοιτάζει, τον κοιτάζω, η φράση είναι στα χείλη μου, αλλά δεν καταφέρνω να του την πω.
- Μα βέβαια, λέει ξαφνικά, έχετε πληρώσει.
Λέει απλά ότι έχω πληρώσει˙ άκουσα κάθε λέξη. Κι αρχίζει να βγάζει απ’ το ταμείο ασημένια νομίσματα και να τα μετράει, κορώνα-κορώνα, νομίσματα αστραφτερά, χοντρά…μου δίνει τα ρέστα από πέντε κορώνες, από πέντε κορώνες, από τις πέντε κορώνες της γυναίκας.
- Παρακαλώ! Λέει.
Μένω για λίγο κοιτάζοντας εκείνα τα χρήματα: έχω την εντύπωση ότι κάτι δεν πάει καλά, δεν σκέφτομαι τίποτα, δεν συλλογίζομαι καθόλου, απλά πέφτω σε κατάσταση έκστασης, μπροστά σ’ εκείνο το θησαυρό που λάμπει πάνω στον πάγκο. Μαζεύω μηχανικά τα κέρματα.
Μένω για λίγο έτσι, αποβλακωμένος από την έκπληξη, ενοχλημένος, εκμηδενισμένος˙».

3) Και στη σελίδα 144, την ίδια ώρα που απολαμβάνει τα ‘κλοπιμαία’, αυτή η απώλεια της αξιοπρέπειας θα αρχίσει να καλύπτεται από ένα μανδύα θεωριών και ωραιοποιήσεων, τέτοιου που όλες οι ατιμίες έχουν ανάγκη, για να « δικαιολογούνται» και να συνεχίζουν να υπάρχουν: « Η πρώτη γνήσια ατιμία μου είχε διαπραχτεί, η πρώτη μου κλοπή, ύστερα από την οποία όλα τα προηγούμενα παραπτώματά μου δεν μετρούσαν πια˙ η πρώτη μου μικρή…μεγάλη πτώση…Αρκετά! Δεν έπρεπε να ξαναρχίσω τα ίδια. Εξ άλλου είχα τη δυνατότητα με τον βοηθό του παντοπώλη αργότερα,όταν θα εύρισκα την κατάλληλη ευκαιρία.Δεν ήμουν υποχρεωμένος να συνεχίσω με αυτόν τον τρόπο˙ έτσι κι αλλιώς, δεν ήμουν αρκετά δυνατός για να ζήσω πιο τίμια από τους άλλους ανθρώπους, δεν υπήρχε τρόπος…»

Να είναι, άραγε, κανόνας αυτή η συμπόρευση της εξαθλίωσης και της ηθικής εξαχρείωσης;
Τι λέτε;

Και τώρα το κουίζ για τους υποψηφίους (!): Σε ποιο κείμενο του βιβλίου της λογοτεχνίας κατεύθυνσης μπορεί κανείς να παρακολουθήσει το ίδιο θέμα;

[βοήθεια: το κείμενο δεν περιλαμβάνεται στην ύλη μας φέτος]

Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2011

Από τον Ελύτη στο Σολωμό


Το Σάββατο που μας πέρασε, στην έκθεση για τον Ελύτη, βλέποντας έργα του και διαβάζοντας κάποια κείμενά του, επιβεβαιώναμε τους κοινούς του τόπους με το Σολωμό, την ομόκεντρη, θα έλεγε κανείς, διαμόρφωση της ποιητικής τους συνείδησης.
Ας διαβάσουμε πρώτα λίγο τον Οδυσσέα Ελύτη από τα «Ανοιχτά χαρτιά», σελ. 326-7 (Ίκαρος, έκδοση ε΄, 2000):
« Μιλάμε για Φύση, ναι. Η ευρωπαϊκή ευαισθησία, τοήξερα, το έβλεπα στους ποιητές της, από καιρό είχε παραμερίσει, την είχε αποθηκεύσει σε ορόφους κατώτερους, ωσάν μάζα ύλης που δε βρίσκει αντίλαλο στην ψυχή. Και σ’ εμάς, οι πιο αφελείς από τους πιο προχωρημένους, την αποκαλούσαν «τοπίο», «ηθογραφία», «εμπρεσιονιστική ζωγραφική». Σπολλάτη τους! Και ο ήλιος, γι’ άλλους είναι μεταφυσική, γι’ άλλους περίπατος στο Ζάππειο. Όμως εδώ, με τον τρόπο που έβλεπα τη Φύση, το θέμα καταντούσε να μην είναι πια η Φύση. Από το όραμα έβγαινε μια αίσθηση και η αίσθηση αυτή οδηγούσε πάλι σ’ένα όραμα. Είχε σημασία η κίνηση. Θέλω να πω, η παράλληλη κίνηση της ψυχής·ή, αλλιώς, η αεικινησία μέσα στο Ασάλευτο και το Αιώνιο.

Αυτή η αδιάκοπη διείσδυση της θάλασσας μέσα στα βουνά, που ήταν και το προχώρημα των βουνών μέσα στη θάλασσα· η διαύγεια των νερών όπου ο βυθός ήταν και οροφή ενός κόσμου πάνω από το κεφάλι μας· η μυρωδιά της λυγαριάς, που σα να καθάριζε τον ουρανό και μαζί να ξέγραφε μέσα μας όλα τα λάθη· και η πέτρινη βρύση πάνω στη δημοσιά, ένας μικρός καθημερινός Παρθενώνας…Η αναγωγή στις έσχατες γραμμές, που έχουν συρθεί με τέτοιο τρόπο που να ‘ναι ανεξάλειπτες· μια τάξη τέλος πάντων όπου ο αριθμός ήταν τόσο αληθινός, συνάμα και άπιαστος, όσο το νερό που αναπηδούσε και φώναζε, όμοια βρέφος· η Σελήνη, η συνωμότισσα του φλοίσβου· κι η αγκάλη όπου δε στάθηκε πάρεξ ο όρκος ενός ερωτευμένου· αυτές οι φούχτες τα βρεμμένα βότσαλα που μύριζα κι ήταν σα να’ πλενε τα μάτια μου η πιο αμόλυντη έννοια…Αυτά όλα, ρωτάω και ρωτιέμαι ο ίδιος, ήταν τοπίο; Ήταν μονάχα φύση; Ή μήπως όχι; Ή μήπως ήταν η αρχή και το τέλος του κόσμου, το άλφα και το ωμέγα του ανθρώπου, ο ίδιος ο Θεός – κι ότι που ετοιμαζόμουν να πω: ο Θεός να με συγχωρέσει!»


Και τώρα δείτε: Βλέπετε ομοιότητες; Τι απ’ αυτά που διαβάσατε το συναντάτε ως ιδέα στους στίχους του Κρητικού, ή και στα συνοδευτικά κείμενα του βιβλίου μας για το Σολωμό, ή ακόμα και σ’ όλα όσα έχουμε πει για τον κόσμο των ιδεών του; Για πείτε!

Για την ώρα που θα χάσουμε αύριο λόγω της απεργίας θα κάνουμε, μέχρι το σαββατοκύριακο, την επόμενη αναπλήρωση. Οπότε, για σήμερα, απομένει ένα τραγουδάκι, κάπως σχετικό με τη σημερινή ανάρτηση: Ο αλησμόνητος κι αγαπημένος Δημήτρης Λάγιος, μελοποιώντας τόσο το Σολωμό όσο και τον Ελύτη, απλώνει μια γέφυρα ανάμεσά τους. Τον βρήκαμε στο youtube να τραγουδάει το «Όμορφη και παράξενη πατρίδα» και υποκύψαμε στον πειρασμό να τον ακούσουμε παρέα:

video


Στίχοι: Οδυσσέας Ελύτης , Μουσική: Δημήτρης Λάγιος
Ερμηνεύει ο Δημήτρης Λάγιος

Όμορφη και παράξενη πατρίδα
ωσάν αυτή που μου 'λαχε δεν είδα


Ρίχνει να πιάσει ψάρια πιάνει φτερωτά
στήνει στη γη καράβι κήπο στα νερά
κλαίει φιλεί το χώμα ξενιτεύεται
μένει στους πέντε δρόμους αντρειεύεται

Όμορφη και παράξενη πατρίδα
ωσάν αυτή που μου 'λαχε δεν είδα

Κάνει να πάρει πέτρα την επαρατά
κάνει να τη σκαλίσει βγάνει θάματα
μπαίνει σ' ένα βαρκάκι πιάνει ωκεανούς
ξεσηκωμούς γυρεύει θέλει τύραννους

Όμορφη και παράξενη πατρίδα
ωσάν αυτή που μου 'λαχε δεν είδα