Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2011

Για τον Αναγνωστάκη


Ένα κείμενο του Ξενοφώντα Κοκόλη για το Μανόλη Αναγνωστάκη θα «διαβάσουμε» μαζί σ’αυτή την ανάρτηση, στο οποίο, όπως αναφέρει και ο τίτλος του, επιχειρείται μία «Απόπειρα ποιητικής αυτοβιογραφίας» του ποιητή.


Στο κείμενο αυτό, και αφού η ποίηση του Μ. Αναγνωστάκη χαρακτηρίζεται πολιτική ποίηση, μια ποίηση, δηλαδή, που τα συστατικά της, θεματικά και συγκινησιακά, προέρχονται κατά προτεραιότητα από το χώρο της πολιτικής συνείδησης του ποιητή, προτάσσεται το πρώτο ποίημα που έγραψε ο Αναγνωστάκης το १९४१(«Ο πόλεμος»), επειδή προδιαγράφει «με καθαρότητα και επάρκεια απροσδόκητες για την ηλικία του ποιητή» αρκετά χαρακτηριστικά της ποιητικής του παραγωγής των επόμενων τριάντα χρόνων.

Ο Πόλεμος
Οι δείχτες κοκαλιάσανε κι αυτοί στην ίδια ώρα

Όλα αργούν πολύ να τελειώσουνε το βράδυ, όσο κι αν τρέ-

χουν γρήγορα οι μέρες και τα χρόνια

Έχει όμως κανείς τις διασκεδάσεις του, δεν μπορείς να

πεις· απόψε λ.χ.σε τρία θέατρα πρεμιέρα.

Εγώ συλλογίζομαι το γέρο συμβολαιογράφο του τελευταίου

πατώματος, με το σκοτωμένο γιο, που δεν τον είδα ούτε

και σήμερα. Έχει μήνας να φανεί.

Στο λιμάνι, τα μπορντέλα παραγεμίσανε από το πλήρωμα

των καινούργιων αντιτορπιλικών κι οι μάρκες πέφτουνε

γραμμή.


Η θερμάστρα κουρασμένη τόσα χρόνια έμεινε πάλι φέτος σε

μια τιμητική διαθεσιμότητα

«Το πολυαγαπημένο μας αγγελούδι, (εδώ θα μπει το όνομα,

που για τώρα δεν έχει σημασία) ετών 8 κτλ। κτλ»

Στην οδό Αιγύπτου (πρώτη πάροδος δεξιά) τα κορίτσια κο-

καλιασμένα περιμένανε από ώρα τον Ισπανό με τα τσιγα-

ρόχαρτα।


Κι εγώ ο ίδιος δεν το πιστεύω αλλά προσπαθώ να σε πείσω

οπωσδήποτε, πως αυτό το πράγμα στη γωνιά ήτανε

κάποτε σαν κι εσένα. Με πρόσωπο και με κεφάλι.

Οσονούπω όμως, ας τ’ ομολογήσουμε, ο καιρός διορθώνεται

και να που στο διπλανό κέντρο άρχισαν κιόλας οι δοκιμές.

Αύριο είναι Κυριακή।


Σιγά σιγά αδειάσανε οι δρόμοι και τα σπίτια, όμως ακόμη

κάποιος έμεινε και τρέχει να προφτάσει

Και ρυθμικά χτυπήσανε μια-μια οι ώρες κι ανοίξανε πόρτες

και παράθυρα μ’ εξαίσιες αποκεφαλισμένες μορφές

Ύστερα ήρθανε τα λάβαρα, οι σημαίες κι οι φανφάρες κι οι

τοίχοι γκρεμιστήκανε απ’ τις άναρθρες κραυγές

Πτώματα ακέφαλα χορεύανε τρελά και τρέχανε σα μεθυ-

σμένα όταν βαρούσανε οι καμπάνες

Τότε, θυμάσαι, που μου λες: Ετέλειωσεν ο πόλεμος!
Όμως ο Πόλεμος δεν τέλειωσεν ακόμα. Γιατί κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ!


Τα χαρακτηριστικά, λοιπόν, που εντοπίζονται:
1) Η πεζολογία ( πελώριοι, άμετροι στίχοι)
2) Η πικρά ειρωνική, η σαρκαστική συμπαράταξη έντονα αντίθετων θεματικών στοιχείων ή διαθέσεων.
3) Διαλογικός τόνος, διατυπώσεις «κουβεντιαστές».
4) Αποχρώσεις φρίκης σε κάποιες περιγραφές.
5) Ακριβείς τοπογραφικές αναφορές.
6) Η αίσθηση ότι ο αγώνας δεν τελειώνει που συνοδεύεται από την προσπάθεια να συντηρηθεί το παρελθόν μέσα στην προσδοκία του μέλλοντος. ( Αλλού: «Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει. Όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα. (…) Όρθιος και μόνος σαν και πρώτα π ε ρ ι μ έ ν ω». Κι αλλού: « Κάτω από κάθε τι που σου σκεπάζει τη ζωή / Όταν όλα περάσουν / Σε περιμένω»).
Κι αργότερα, σε άλλα ποιήματα,
7) Η περιγραφή του συμβιβασμού με τις πραγματικές συνθήκες ζωής.
8) Αυτή η προσαρμογή στις ευτελείς συνθήκες της ζωής είναι που ενοχλεί τον Αναγνωστάκη, αν και γνωρίζει ότι η εμμονή στη διατήρηση των παλιών ιδεών και στη συντήρηση του νικημένου οράματος τον οδηγεί στη μόνωση. (« Όχι δεν πιάνω το χέρι σου. Δε θα κλέψεις το σχήμα του δικού μου»). Εκεί θα συναντήσουμε και
9) την παραίνεση, τον τόνο διδαχής προς εαυτόν, «διαδικασίες που συναποτελούν τη συνειδητή προσπάθεια αντίστασης απέναντι στην προσαρμογή», αλλά και τον
10) αυτοσαρκασμό « κάθε φορά που ο ποιητής βλέπει τον εαυτό του ανάμεσα στους προσαρμοσμένους στις τωρινές συνθήκες। «Μ’ αυτή την επώδυνη στάση απέναντι στον εαυτό του», συνεχίζει ο Ξ। Κοκόλης, «ο ποιητής συντηρεί, αποτελεσματικά, φωλιές νερού μέσα στις φλόγες, όπως έχει πει, κρατάει την περασμένη του ύπαρξη σε εγρήγορση τόση, όση χρειάζεται ώστε, όταν παρουσιαστεί η ανάγκη, να μπορεί να την ανασύρει από το βυθό τής κατά συνθήκην ζωής". Και δίνει ως δείγμα πικρότατου αυτοσαρκασμού το ποίημα :


«Σωσίες», γραμμένο περίπου στα १९६१:


Τώρα που γίναμε πλούσιοι, ή βρήκαμε τον τρόπο μας που

λένε –

(Πέρασαν τόσα και τόσα για νάβρη τον τρόπο του ο καθέ-
νας )

Τώρα στο πόδι μας θα βρείτε πάντα κάποιον άλλον·

Βέβαια, τον πληρώνουμε αδρά, τον συντηρούμε, τον προσέ-
χουμε

Κι αυτές οι εγχειρήσεις κοστίζουνε πολλά, θέλουν χρόνο

Πώς να φορμάρεις ένα τυχόν ξένο πρόσωπο σαν το δικό σου

Να πάρεις δασκάλους, να διδάξεις την κάθε σου κίνηση, κάθε
λυγμό

Μα οι κατάλληλοι άνθρωποι πάντοτε βρίσκονται δεν έχουν
τίποτα να χάσουν

Αυτούς θα δείτε τώρα στα κέντρα, στις συναναστροφές, να
υπογράφουν γραμμάτια

να υποφέρουν, να χαίρονται, να σας εξαπατούν τέλος πά-
ντων

Εμείς οι ίδιοι – πρόσεξε αυτό το: εμείς οι ίδιοι – λέμε να μα-

ζευόμαστε καμιά φορά

Ορίσαμε μια –το πολύ - στα δέκα χρόνια, να λέμε τα παλιά.

Οριστικά εμείς οι ίδιοι, πήραμε όρκο να μη γίνη ζαβολιά.

Όρκο βαρύ. (Τι θες, τι τα ρωτάς. Υπάρχει πια εμπιστοσύνη;).



Όλα αυτά στην προσπάθεια να κατανοήσουμε βαθύτερα τις πηγές της ποίησης του Αναγνωστάκη, τον ιδεολογικό και ποιητικό του κόσμο, στοιχεία χρήσιμα και για την ανάλυση του ποιήματος «Στον Νίκο Ε…1949»

7 σχόλια:

Νίκος είπε...

Λατρεμένος,υπέροχος,αληθινός!!Δεν έχω λόγια!!Νομίζω είναι όλα ειπωμένα στην ανάρτηση!!Θα σας παραθέσω και εγώ με τη σειρά μου ένα ποιήμα του Αναγνωστάκη

Θεσσαλονίκη μέρες του 69μΧ

Στὴν ὁδὸ Αἰγύπτου -πρώτη πάροδος δεξιά!
Τώρα ὑψώνεται τὸ μέγαρο τῆς Τράπεζας Συναλλαγῶν
Τουριστικὰ γραφεῖα καὶ πρακτορεῖα μεταναστεύσεως.
Καὶ τὰ παιδάκια δὲν μποροῦνε πιὰ νὰ παίξουνε ἀπὸ
τὰ τόσα τροχοφόρα ποὺ περνοῦνε.
Ἄλλωστε τὰ παιδιὰ μεγάλωσαν, ὁ καιρὸς ἐκεῖνος πέρασε ποὺ ξέρατε
Τώρα πιὰ δὲ γελοῦν, δὲν ψιθυρίζουν μυστικά, δὲν ἐμπιστεύονται,
Ὅσα ἐπιζήσαν, ἐννοεῖται, γιατὶ ᾔρθανε βαριὲς ἀρρώστιες ἀπὸ τότε
Πλημμύρες, καταποντισμοί, σεισμοί, θωρακισμένοι στρατιῶτες,
Θυμοῦνται τὰ λόγια τοῦ πατέρα: ἐσὺ θὰ γνωρίσεις καλύτερες μέρες
Δὲν ἔχει σημασία τελικὰ ἂν δὲν τὶς γνώρισαν, λένε τὸ μάθημα
οἱ ἴδιοι στὰ παιδιά τους
Ἐλπίζοντας πάντοτε πὼς κάποτε θὰ σταματήσει ἡ ἁλυσίδα
Ἴσως στὰ παιδιὰ τῶν παιδιῶν τους ἣ στὰ παιδιὰ τῶν παιδιῶν
τῶν παιδιῶν τους.
Πρὸς τὸ παρόν, στὸν παλιὸ δρόμο ποὺ λέγαμε, ὑψώνεται
ἡ Τράπεζα Συναλλαγῶν
- ἐγὼ συναλλάσσομαι, ἐσὺ συναλλάσσεσαι, αὐτὸς συναλλάσσεται-
Τουριστικὰ γραφεῖα καὶ πρακτορεῖα μεταναστεύσεως
-ἐμεῖς μεταναστεύουμε, ἐσεῖς μεταναστεύετε, αὐτοὶ μεταναστεύουν-
Ὅπου καὶ νὰ ταξιδέψω ἡ Ἑλλάδα μὲ πληγώνει, ἔλεγε κι ὁ Ποιητὴς
Ἡ Ἑλλάδα μὲ τὰ ὡραῖα νησιά, τὰ ὡραῖα γραφεῖα,
τὶς ὡραῖες ἐκκλησιὲς
Ἡ Ἑλλὰς τῶν Ἑλλήνων.

Eva Neocleous είπε...

Πάντα επίκαιρος ο Αναγνωστάκης και πάντα παρών...
"Γιατί κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ..."
Δυστυχώς, το «Στον Νίκο Ε…1949» δεν είναι ενταγμένο στη δική μας ύλη.Έχουμε όμως το "Θεσσαλονίκη...",το ποίημα που ξεχωρίζει ο Νίκος.

Διονύσης Μάνεσης είπε...

Νίκο,

Ευχαριστούμε:-)

Εύα,

Υπάρχουν πολλές αφορμές, ευτυχὠς, ν' ακούγεται η ποίηση στη σχολική καθημερινότητα. Μάλλον, να το πω καλύτερα: μπορούμε να επινοούμε πολλές αφορμές..

Πολλά φιλιά

Ανώνυμος είπε...

Παρακαλώ, προσπαθώ να μεταφράσω στα αγγλικά το ποίημα "Ο Πόλεμος", ανεπίσημα βέβαια, για ένα ντοκιμαντέρ. Μπορείτε να μου πείτε τι σημαίνει η φράση "οι μάρκες πέφτουνε γραμμή"; Αναφέρεται σε χρήματα;
Ευχαριστώ πολύ

Διονύσης Μάνεσης είπε...

Ανώνυμε,

Πιστεύω πως αναφέρεται σε χρήματα ή σε "μάρκες" μπορντέλων. Την εποχή της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας υπήρχαν μάρκες για τα μπορντέλα.
Δεν ξέρω αν χρησιμοποιεί τη λέξη για να τονίσει τον επίκαιρο τότε συνειρμό με τα μάρκα, μια και στο ποίημα υπάρχει ειρωνεία,πικρία και σαρκασμός για την ουσιαστική συνέχιση του πολέμου με πολλούς (ταπεινωτικούς) τρόπους.
Πάντως, αν η μετάφραση πάει προς το χρήμα, νομίζω πως θα αποδώσει το νόημα.
Λυπάμαι που δεν μπορώ να βοηθήσω περισσότερο. Ίσως ρίξω μια ματιά και επανέλθω.

Διονύσης Μάνεσης είπε...

Ανώνυμε,

Κοίτα κι εδώ:
http://www.grsr.gr/pdf/122_3-21.pdf

Στη σελίδα 14-15 της εργασίας υπάρχουν πολύτιμες πληροφορίες για την ύπαρξη μαρκών που αντάλλασσαν οι γυναίκες στα μπαρ με τους πελάτες.

Διονύσης Μάνεσης είπε...

Ανώνυμε,

Οπότε, με βάση και την εργασία της Λιόπης Αμπατζή, οι μάρκες θα μπορούσαν να μεταφραστούν και με "ποτά", μιλώντας πάντως για ποτά που πλήρωναν οι πελάτες ενός μπαρ για να έχουν συντροφιά τις γυναίκες του χώρου.