Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2011

Γαλήνια αφήγηση μιας ταραγμένης ζωής

Καθόλου δε μας ενοχλεί, φαντάζομαι, όσο προετοιμάζουμε το τεστ για τον Παπαδιαμάντη, να διαβάζουμε και κανένα βιβλιαράκι.
Φέτος, λοιπόν, από τις εκδόσεις Καστανιώτη, κυκλοφόρησε το «Εις γην Χαναάν», του ιρλανδού Σεμπάστιαν Μπάρυ, σε μετάφραση του Αύγουστου Κορτώ. Εκεί:


Στα 89 της η κ. Μπιρ χάνει τον εγγονό της που τον έχει μεγαλώσει μόνη της στη ζωή σαν παιδί της. «Πάει ο Μπιλ μου» είναι η πρώτη φράση του βιβλίου. Και ο Μπιλ είναι ο τελευταίος κύκλος των απωλειών, των τραγικών απωλειών που είχε η κ. Μπιρ στην πολυκύμαντη ζωή της. Η ιρλανδέζα κ. Μπιρ, που ο εμφύλιος σπαραγμός την ξερρίζωσε βίαια απ’ την οικογένεια και την πατρίδα της και την έστειλε να ζήσει στην Αμερική το υπόλοιπο της ζωής της, χωρίς κι εκεί, όμως, να βρει τη γαλήνη της.


Είναι καλοκαίρι, αλλά η κ. Μπιρ κρυώνει. Κρυώνει «παρότι η ζεστασιά του πρωτοκαλόκαιρου είναι επαρκής. Κρυώνω γιατί δεν μπορώ να βρω την καρδιά μου»( σελ. 22). Και γιατί έχει απωλέσει «δια παντός την ασφάλεια της αγάπης» (σ. 64).
Και θα την αναζητήσει μέσα από την αφήγηση। Επιχειρώντας να βυθιστεί στη μνήμη και να καταγράψει τη θυελλώδη ιστορία της ζωής της. Να την καταγράψει και, τελειώνοντας, γαλήνια να δώσει τέλος στη ζωή της.


Δεκαεπτά μέρες γράφει. Τα κεφάλαια του βιβλίου χωρίζονται με τίτλους «1η μέρα χωρίς τον Μπιλ», «2η μέρα χωρίς τον Μπιλ» κοκ, εναλλάσσοντας σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση την εξιστόρηση του παρόντος και του παρελθόντος της κ. Μπιρ.
Μια ζωή φυλλαράκι στον άνεμο της Ιστορίας, ριγμένη από 'δω κι από ΄κει, κυνηγημένη από εμφύλια μίση, πολέμους, ανθρώπινα λάθη και αδυναμίες. Μια αδύναμη ζωή που συντρίβεται από τεράστιες, άλογες δυνάμεις και που όμως κάθε φορά στέκεται στα αδύναμα πόδια της, αναδεικνύοντας τη δύναμη της ομορφιάς της ψυχής, της ζωής, των μικρών πραγμάτων.
Αυτό το πέρασμα απ’ τη ζωή, αυτή η τραγική κι απίστευτη – κι όμως τόσο πραγματική – πορεία στη ζωή, δίνεται με μια λεπτή κι ευαίσθητη γραφή, που είναι κι απ’ τις μεγαλύτερες αρετές του βιβλίου। Μια γραφή που κλείνει τεράστια εσωτερική ένταση, διεισδυτικότητα και οξεία παρατηρητικότητα. Μια γραφή που τυλίγει τον κόσμο, τα πρόσωπα και τα γεγονότα με την αχλύ της τρυφερότητας και της ζεστασιάς. Και που διαμορφώνει μιαν αναγνωστική ατμόσφαιρα ιδιαίτερη, χαμηλών τόνων, γεμάτη πνιχτές κραυγές και ψιθύρους.


Παρόλο που το κάθε απόσπασμα έχει ανάγκη την αγκαλιά του υπόλοιπου σώματος του κειμένου όπου ανήκε για απελευθερώσει τα αρώματά του, υποκύπτω στον πειρασμό να αντιγράψω 2-3 αποσπάσματα:


« Τα βράδια στο κρεβάτι, πασχίζοντας να κοιμηθώ, έκανα ό,τι χειρότερο μπορούσα: έπαιζα στο μυαλό μου τις παλιές μπομπίνες της κοινής μας ζωής. Ταινίες απλοϊκές, αδιάφορες σ’ όποιον άλλο. Το ιδιωτικό σινεμά καθενός. Τα πρώτα του βήματα, που τα πρόλαβα την τελευταία στιγμή, μόνο και μόνο επειδή η Μαρτία Σκοπέλο, που τον κοιτούσε, ούρλιαξε μες στη μέση της οδού Ουάσονγκτον να γυρίσω να τον δω. Η πρώτη του λέξη – «Μπαμπάκα», αν έχεις το Θεό σου. Η πρώτη του μέρα στο γυμνάσιο, με κείνο το μπλε κοντό παντελονάκι. Ανοησίες, μα η πιο βαθιά, η πιο σημαντική ποίηση της ζωής μου» ( σελ. 202)

«Όσο μεγάλωνε ο Εντ, καθόμουν όλο και πιο μακριά του στους αμμόλοφους, ώστε να απολαμβάνει την καινούργια του μοναχικότητα, την ψεύτικη μοναξιά της παιδικής ηλικίας, την τόσο χορταστική και μεθυστική» ( σελ. 183)


« Πρέπει ν α 'μεινα με τη Μαρία τρία χρόνια, κι όταν ανέλαβα κάπως μετά τον πρώτο μήνα, έπιασα δουλειά μαζί της στη μεγάλη αγορά φρούτων έξω απ’ την πόλη, όπου οι προκομμένες κι επινοητικές γυναίκες είχαν κι ένα παιδικό σταθμό για τα μωρά. Είχε ένα σωρό μωρά, Ιταλάκια, κι έναν μικροσκοπικό Ιρλανδό – ή ό,τι άλλο ήταν ο Εντ.
Ήμουν ο κόσμος όλος για τον Εντ, κι ούτε που το 'ξερα।Υπήρχε ένα καρουζέλ που λάτρευε, σ’ έναν φαρδύ δρόμο με θεόρατα δέντρα που είχαν το αεράκι ζωντανό στις φυλλωσιές του σαν σμήνος πουλιών. Οι χαμηλές στέγες της πόλης μ’ έκαναν να τη φαντάζομαι σαν ένα ολοκαίνουργιο Δουβλίνο. Τόσα πανύψηλα κτήρια στημένα ολόγυρα, κι εγώ με τον Εντ ανάμεσά τους, στον μισο- ασυναίσθητο παράδεισο της παιδικής του ηλικίας. Μισο-ασυναίσθητος και για μένα την ίδια, διότι το μυαλό μου απασχολούσαν συχνά άλλες σκέψεις και μισο-ασυναίσθητος γι’ αυτόν, διότι έμοιαζε να 'χε ξεχάσει το μεγαλύτερο κομμάτι του όταν μεγάλωσε. «Θυμάσαι, Εντ, πώς σ’ άρεσε να κατρακυλάς σ’ εκείνο τον κήπο τον κατηφορικό;» «Όχι, μαμά, δεν το θυμάμαι». «Μα ήμασταν εκεί κάθε Κυριακή», Εντ, ανεξαιρέτως. Σαν τρελός έκανες μ’ εκείνη την κατηφόρα». «Όλο και κάτι θα’χω συγκρατήσει, μαμά». Το χέρι εκείνο στο δικό μου, το τόσο ευάλωτο χέρι, το ευάλωτο χέρι κάθε παιδιού, κι οι δυο μας να διαβαίνουμε τους αριστοκρατικούς δημόσιους κήπους της Ουάσινγκτον. Το χέρι μου μονίμως μες στους κίτρινους λεκέδες απ’ τ’ αχλάδια και τα μήλα που τύλιγα στην υπαίθρια αγορά. Μια γυναίκα κοντά στα πενήντα· κι ένα καλοβαλμένο, κοντοκουρεμένο αγοράκι. Τα χαμόγελά μας κυρίως του ενός για τον άλλο, και κάθε άγνωστος δυνάμει δαίμονας ή αρκούδα, ώσπου ν’ αποδείξουν πως δεν ήταν. Κι έπειτα να φτάνουμε στο θρυλικό καρουζέλ και να περιμένουμε ν’ αδειάσει το αγαπημένο του αλογάκι, σ’ άλλο δεν ανέβαινε, κι έπειτα γύρω γύρω, με την τσίγκινη μουσική να υψώνεται ίσαμε τα ξερά δέντρα, κι όταν ο χειριστής του καρουζέλ έβγαζε τη μάρκα, που 'χε τη μορφή κρίκου, όλα τα παιδάκια να πασχίζουν μανιασμένα να την πετύχουν με τα ειδικά ραβδιά, το πρόσωπο του Εντ το πιο φλογισμένο κι αποφασισμένο απ’ όλα. Οι λαμπρές ημέρες όταν κέρδιζε δωρεάν γύρο, ο θρίαμβος στο μουτράκι του, κι ο σκοτεινιασμένος δρόμος να σώζεται απ’ τους φανοστάτες που άναβαν, ένας-ένας, με το ηλεκτρικό κροτάλισμά τους. Το βλέπω στα όνειρά μου το καρουζέλ εκείνο, να γυρίζει ολοένα, και τον Εντ να καβαλάει τ’ αλογάκι του εις τους αιώνας των αιώνων». ( σελ. 176-177)


Ένα βιβλίο που καλώντας σε να μπεις τρυφερά στην αφήγησή του και να αφεθείς στη γαλήνια ροή της σε ξεναγεί στις βαθύτερες πτυχές της ανθρώπινης ψυχής καθώς αυτή αντιπαλεύει με τους ανέμους του καιρού και της Ιστορίας.

Εσείς; Διαβάσατε, προτείνετε κάτι;

18 σχόλια:

Ἅ λ ς είπε...

oμορφο !

εγω διαβαζω (πρεπει να το εχω ξαναπει μου φαινεται, δε θυμαμαι) του Παπαθεοδώρου "κορες τις λησμονιας". Είναι τριλογια. Εχει να κάνει με ζωές ανθρώπων μέσα σε καιρούς πολέμου. Μέσα στην ιστορία της Ελλάδας. Το 2ο βιβλίο ξεκινά από το '40,για τα αλλα δυο δεν ξέρω ακόμη :)
μαρεσει γιατι με βοηθαει να ξεκαθαρίσω λίγο την ιστορια στο μυαλό μου!
αυτά... φιλια διακοπάρικα (οι φιλόλογοι μπορούν να φτιάξουν νεες λέξεις ε;)

υγ:ζακυνθοοοοοοος... μα πότε θα με βγαλει ο δρόμος;

Νίκος είπε...

ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΜΗΝ ΤΟ ΚΑΝΕΤΕ ΑΥΤΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟ;;;ΓΙΑ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΠΙΑ!!ΧΑΧΑΧΑ!!

Δεν προλαβαίνω!!!!Έχω να τελειώσω του Χουάν Ράλφο και έχω παραγγείλει ένα δοκίμιο του Ελύτη και πρέπει για επαγγελματικούς λόγους να διαβάσω το τρίτο στεφάνι του Ταχτσή!!Επιπλέον θέλω να διαβάσω τον Κατάδικο,ενώ έχω αλλά 3 να με περιμένουν σε ένα ντουλάπι!!Και μετά σας λένε ανθρωπινη καλοσύνη!!Όταν κάνετε κάτι τέτοιο τι να σας πω μετα!ΧΑΧΑΧΧΑΧΑΧΑΧΑ!!

Ἅ λ ς είπε...

χααα!!! και τωρα βλεπω γιατι βαλαμε τετοιες φωτο... νομιζες δε θα περασω και απο δω;; να χαιρεσαι τα πατρια εδαφη !!!!

Emmanuel Manolas είπε...

Η ιδέα είναι να πάρουμε τα βιβλία που προτείνεις και να πάμε να τα διαβάσουμε αραχτοί στις ομορφιές της Ζάκυθος;
Τρίτη φορά δεν πάω!

Διονύσης Μάνεσης είπε...

Αλς,

Για τις κόρες της λησμονιάς, περιμένουμε ενημέρωση και εκτίμηση.

Όσο για τις λέξεις που φτιάχνουμε, ωραίες είναι, αρκεί να τις καταλαβαίνουν κι οι άλλοι με τον ίδιο τρόπο. Το "διακοπάρικα" να εξηγήσουμε ότι δε σημαίνει...διακοπτόμενα!

:-) Φιλιά :-)

Διονύσης Μάνεσης είπε...

Νίκο μας,

Αργείς, αργείς, παιδί μου, ακόμα με τον αγαπητό μεξικάνο παιδεύεσαι; Ποιες ασχολίες σε αποσπούν από τη μελέτη σου;!

Καλό σου ταξίδι, αν και ήδη, φαντάζομαι θα το έχεις κάνει.

Διονύσης Μάνεσης είπε...

Emmanuel Manolas,

Βρε, καλώς το παιδί! Αραχτός στο ναυάγιο;! Ούτε στο χειρότερό σου εχθρό! Βουίζουν τα σκάφη και τα σκαφάκια, γλιστράς απ' το αντηλικό, οι χειρολαβές είναι πιασμένες κοκ, σκέτο ναυάγιο, σου λέω!
Τρίτη φορά δεν πας, αλλά και το δις εξαμαρτείν..

ΥΓ. Ευχαριστώ που, διακριτικός όπως πάντα, δε μου υπενθύμισες τις ανειλημμένες υποχρεώσεις μου!

Πολίνα Μοίρα είπε...

Διονύση μου γιορτάζεις σήμερα ή κάνω λάθος;

Χρόνια πολά!!!!!!!!!!!!

Και χαρούμενα :)

daflek είπε...

Χρόνια πολλά Διονύση μου
Να είσαι πάντα καλά. Και να τροφοδοτείς με την τρυφερή και γενναιόδωρη γραφή σου το διαδίκτυο.
Πολλά φιλιά :) :) :)
Ρούλα Μουντάνου
Y.Γ ...και με τις φωτογραφίες σου να μας φέρνεις ανάσες καλοκαιρινές μέσα στην καρδιά του χειμώνα

Νίκος είπε...

Πρέπει να βρω χρόνο που να είμαι ξεκουραστος!!Αλλιώς απλώς τον λιβανίζω!!ΧΑΧΑ!!

Χρονια σας πολλά!!

Ρουμπάκης Γιάννης είπε...

Χρόνια πολλά κι ευτυχισμένα, Διονύση. Να μας τσιγκλάς να... διαβάζουμε! Ευχαριστούμε για την ωραία πρόταση.

Ε. Στάμου είπε...

Κι από μένα Χρόνια Πολλά και όσο γίνεται πιο καλά Διονύση μου.
Δεν τα πάω καλά με τις γιορτές, το είδα στα σχόλια ότι γιόρταζες χθες.

Πάντα έτσι κεφάτος και δημιουργικός να είσαι, με πολλές προτάσεις για αποχρώσεις ποιότητας στη ζωή μας.
Μαθαίνουμε πολλά από σένα και βλέπουμε και τις ομορφιές του νησιού σου!!!
Να είσαι πάντα καλά.

Διονύσης Μάνεσης είπε...

Πολίνα,

Να είσαι καλά!

( Για το "χαρούμενα" προσπαθώ και κατά μόνας, αλλά..φτάνει;)

Διονύσης Μάνεσης είπε...

Ρούλα,

Σ' ευχαριστώ πολύ. Θα έλεγα να τροφοδοτούσαμε λίγο την...επαφή μας στο διαδίκτυο, μια και όλοι, μου φαίνεται, την έχουμε ανάγκη..

Πολλά φιλιά - και μια διστακτική υποψία στη γωνία για καμιά συνάντηση τις μέρες των διακοπών.

Διονύσης Μάνεσης είπε...

Νίκο, σ'ευχαριστώ πολύ:-))

Διονύσης Μάνεσης είπε...

Γιάννη,

Σ' ευχαριστώ. Πιστεύω πως εσένα θα σ' αρέσει το βιβλίο. όσο για το τσίγκλισμα...μπα, τι ανάγκη το έχετε! ( Αν και λίγο ... σγαρλισματάκι όλοι μας το χρειαζόμαστε πότε πότε!)

Διονύσης Μάνεσης είπε...

Λίτσα,

Ανήκουμε, μάλλον σε εκείνο το περίεργο είδος των ανεπίδεκτων μαθήσεως και συμμορφώσεως επί του εορτολογίου.. Αν και είναι τόσο ζεστό ένας φίλος που σου εύχεται..

Πολλά ευχαριστώ, πολλά φιλιά.

Νίκος είπε...

Τίποτα!!Η ΗΑ αποδεικνύει την μεγαλοψυχία της!!ΧΑΧΑ!!