Τρίτη, 13 Μαρτίου 2012

Δρόμοι

Στους δρόμους της Θεσσαλονίκης περιπλανιέται ο Γιώργος Ιωάννου. Καταγράφει κι αποτυπώνει. Και μέσω της συνειρμικής και μνημονικής διαδικασίας οι δρόμοι τον οδηγούν σ’ αυτούς του παρελθόντος. Εμπειρία και μνήμη. Παρατήρηση και κατάδυση. Και καταβύθιση στους χώρους της μνήμης. Κι ο ίδιος μόνος και εξομολογούμενος.

« Ολομόναχος, ξένος παντάξενος, χάνομαι στις μεγάλες αρτηρίες. Όταν ανάβει το κόκκινο και σταματούν τ’ αυτοκίνητα, μου φαίνεται για μια στιγμή πως παύει εντελώς κάθε θόρυβος. Ερυθρά και λευκά αιμοσφαίρια σα να κυκλοφορούν. Κι όμως βλέπω πως το πλήθος εξακολουθεί να περπατά, να κουβεντιάζει ή να γελάει. Σταματώ πολλές φορές στη μέση του πεζοδρομίου, κι όπως στο κούτσουρο που κόβει το νερό, έτσι περιστρέφονται γύρω μου οι διαβάτες». «Γυρνώ μες στους προσφυγικούς συνοικισμούς με δυνατή ευχαρίστηση». «Στέκομαι και κοιτάζω τα παιδιά· παίζουνε μπάλα. Κάθομαι στο ορισμένο καφενείο».


Αθήνα 2011. Ένας άλλος συγγραφέας, ο Χρήστος Χρυσόπουλος, περπατάει στους δρόμους του κέντρου, στο βιβλίο του «Φακός στο στόμα» ( εκδ. Πόλις, 2012). «Οι δρόμοι είναι τα όργανα της πόλης και τα ζωτικότερα όργανα είναι κοντά στην καρδιά. Στη δική μας πόλη κάποια από τα όργανα αυτά ατροφούν, σταδιακά νεκρώνουν. Και η καρδιά χτυπά βραδύτερα ή, κάποιες φορές, άρρυθμα, παροξυσμικά γρήγορα.

» Η πόλη αλλάζει με αδιόρατο ρυθμό. Η εγκατάλειψη μεταμορφώνει τους δρόμους σε λωρίδες ερήμωσης. Οι γειτονιές σταδιακά ασφυκτιούν» ( σελ.70).

Η ερήμωση, η εγκατάλειψη, οι άνθρωποι που πέρασαν στην άλλη όχθη, οι άστεγοι, ορίζουν την καταγραφή, τη δεσμεύουν στο εκρηκτικό παρόν και στην παρατήρηση του τρόπου με τον οποίο «απαντάμε» σ’ αυτό: «Γράφω αυτό που περπάτησα. Τι μπορεί, όμως, να πει κανείς για τον εαυτό του;» (σελ. 50)

Ο Χ. Χρυσόπουλος περιπλανιέται στους δρόμους μιας Αθήνας όπου η φρίκη ντύνεται το καθημερινό της ρούχο. «Όπως ένα σώμα που κείτεται απροστάτευτο, πεσμένο στον δημόσιο χώρο, δίχως να αναζητά καν την προστασία μιας κόγχης. Αυτή η εικόνα έχει κάτι το βαθιά ανησυχαστικό. Κάτι μας ενοχλεί σ’ αυτήν την εικόνα και την ίδια στιγμή κάτι μας απειλεί. Ίσως επειδή στη θέα των σωμάτων έρχεται στην επιφάνεια ένας αρχέγονος φόβος υποδεικνύοντας μια αγριότητα που υποτίθεται ότι είχε ξεπεραστεί ή έστω κατασταλεί από την οργανωμένη κοινότητα. Γι’ αυτό, ίσως, μας απειλεί αυτή η εικόνα με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο μας απειλεί η απείθεια της αντικοινωνικής αδιαφορίας. Το πεσμένο απροστάτευτο σώμα υπενθυμίζει ότι η αγριότητα βρίσκεται ακόμη ανάμεσά μας» ( σελ. 39). Σώμα και σκέψη αδυνατούν να απεγκλωβιστούν από τα γρανάζια της πόλης που «στροβιλίζεται σαν δίνη, κρατώντας εμάς που μεγαλώνουμε εδώ στην ασφυκτική, κεντρομόλο αγκάλη της» (σελ.41).
Οι «συμμορίες των εργολάβων», του Ιωάννου, τα «νέα εξαμβλώματα» και οι «φρικαλέες πολυκατοικίες», τα «έτοιμα και τα νοικιασμένα» και τα « πονηρά πράγματα· προφάσεις πολιτισμού, για να διευκολύνονται οι αταξίες», θέριεψαν μισόν αιώνα τώρα. Τώρα η ζωή μέσα στα συντρίμμια. Τώρα «τα συντρίμμια που μας περιβάλλουν, όχι μόνο τα αρχαία, ακόμα και τα σπασμένα μάρμαρα στις πλατείες ή στις προσόψεις των ξενοδοχείων, τα σπασμένα φώτα, τα ξεριζωμένα σίδερα, τα ανθρώπινα ερείπια, γίνονται ο «καθρέφτης» στον οποίο διακρίνουμε το είδωλό μας, καταλήγοντας πολλές φορές να μισούμε μια εκδοχή αυτού που βλέπουμε» ( σελ.95-6).



Και μια και ο λόγος για την περιπλάνηση των συγγραφέων στους δρόμους της πόλης, ας κλείσουμε με τους υπέροχους στίχους απ’ την περιπλάνηση του Αναγνωστάκη σε δρόμους παλιούς που αγάπησε και μίσησε ατέλειωτα.

Δρόμοι παλιοὶ ποὺ ἀγάπησα καὶ μίσησα ἀτέλειωτα
κάτω ἀπ᾿ τοὺς ἴσκιους τῶν σπιτιῶν νὰ περπατῶ
νύχτες τῶν γυρισμῶν ἀναπότρεπτες κι ἡ πόλη νεκρὴ
Τὴν ἀσήμαντη παρουσία μου βρίσκω σὲ κάθε γωνιὰ
κᾶμε νὰ σ᾿ ἀνταμώσω κάποτε φάσμα χαμένο τοῦ τόπου μου κι ἐγὼ
Ξεχασμένος κι ἀτίθασος νὰ περπατῶ
κρατώντας μία σπίθα τρεμόσβηστη στὶς ὑγρές μου παλάμες
Καὶ προχωροῦσα μέσα τὴ νύχτα χωρὶς νὰ γνωρίζω κανένα
κι οὔτε κανένας κι οὔτε κανένας μὲ γνώριζε μὲ γνώριζε

Θα πρότεινα να κρατήσουμε το στίχο «κρατώντας μια σπίθα τρεμόσβηστη στις υγρές μου παλάμες».
 Να προσέχουμε αυτή τη σπίθα που είναι ικανή να ανάψει «χιλιάδες μικρές πυρκαγιές».

Πέμπτη, 8 Μαρτίου 2012

Στατιστικά

Ένα πινακάκι, να ξέρουμε τι έχει πέσει και πότε. Μπορεί ο καθένας να το παρατηρήσει και να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα ( αν χρειάζεται να βγουν κάποια συμπεράσματα..)

Διευκρινίσεις: Στην αριστερή κάθετη στήλη τα κείμενα του βιβλίου.
Στην οριζόντια κίτρινη στήλη, πάνω, οι χρονιές.
Τα τετραγωνάκια με το γαλάζιο και τον αριθμό δείχνουν πότε το κάθε κείμενο ήταν στην εξεταστέα ύλη και πόσες συνολικά φορές.
Στα κίτρινα τετραγωνάκια με το κόκκινο περίγραμμα τα κείμενα που έχουν "πέσει" στις εξετάσεις.   
  
                 Τι λέτε; Βγαίνει κανένα συμπέρασμα;
                               
Αλλά μια και η σκέτη στατιστική βλάπτει σοβαρά την υγεία, δείτε και ένα ωραίο βίντεο που πλανιέται στο διαδίκτυο με απόσπασμα από  την Ομίχλη, εικόνες από τη Θεσσαλονίκη και τη φωνή του Γιώργου Ιωάννου:

Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2012

Ο Λέων Ναρ για τον Γιώργο Ιωάννου

Ας κάνουμε μια άσκηση σήμερα.

Το πεζογράφημα «Μες στους προσφυγικούς συνοικισμούς», στη σελίδα 247 του βιβλίου μας, προσφέρει το πεδίο για να επαληθευτούν οι κρίσεις που κάνει ο Λέων Ναρ για το έργο του Ιωάννου, κρίσεις που διαβάζουμε στο βιβλίο των εκδόσεων Κέδρος «Με τον ρυθμό της ψυχής» ( 2006) και που αποτελεί ένα αφιέρωμα στο Γιώργο Ιωάννου.

Διαβάστε τις και βρείτε σημεία του κειμένου που τις επαληθεύουν.

1) "Κάθε φορά που απολαμβάνω κάποιο από τα κείμενά του, εδραιώνεται μέσα μου ακόμα περισσότερο η πεποίθηση πως ο Ιωάννου γράφει κυρίως για τον εαυτό του, για την ψυχή του. Επειδή όμως συμμετέχει και ο ίδιος στο κοινωνικό γίγνεσθαι και μοιράζεται με άλλους τις αγωνίες της εποχής του, μιλά τελικά γνήσια για όλους αντλώντας από τον εαυτό του".

2) "Εξετάζοντας τη θεματική των έργων του και μελετώντας τα υφολογικά χαρακτηριστικά τους, θα στεκόμασταν στην απόλυτη προσήλωσή του στη Θεσσαλονίκη και στις ιδιαίτερες στιγμές των κατοίκων της που αντανακλούν συνειρμικά προσωπικές εντυπώσεις".

3) "Συχνά μάλιστα προκαλείται το απροσδόκητο και το ασυνήθιστο μέσα στις πιο συμβατικές καταστάσεις".

4) "Τα πεζογραφήματα του Ιωάννου βασίζονται στην ανάμνηση και στην παρατήρηση".

5) "Σε καμία όμως περίπτωση δεν γράφει ημερολόγιο ή χρονικό εποχής, τον απασχολεί περισσότερο η εσωτερική σύνδεση που θα κάνει, πώς θα καταφέρει στα γεγονότα".
6) "Ο Ιωάννου αποστρέφεται τη σύγχρονη κοινωνία, γι’ αυτό και της ασκεί έντονη κριτική. Συχνά μας παρουσιάζει εικόνες μεγαλούπολης, στην οποία κυριαρχούν η μοναξιά, η αδιαφορία, η υποκρισία".

7) "Παράλληλα με τα εξωτερικά συμβάντα καταθέτει και τα όσα συμβαίνουν στη συνείδησή του ως εσωτερικές αντιδράσεις και διαχέονται μέσα από την ατμόσφαιρα της πόλης. Η περιπλάνηση μέσα στην πόλη αποτελεί πολλές φορές ένα μέσο αυτοεξομολόγησης και αυτογνωσίας".

8) "Η δεσπόζουσα του έργου του (…) είναι το χιούμορ, το υπόγειο, το μελαγχολικό, αυτό που εκφράζει θλιμμένο παράπονο, που ξεκινά από το λογοπαίγνιο και καταλήγει ως το σαρκασμό του εαυτού του και των άλλων".

Τι λέτε; Εύκολα;

Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2012

"Σώπα, δάσκαλε, ν' ακούσουμε το πουλί!"

Την Πέμπτη είχα μάθημα στις έντεκα παρά τέταρτο.

Καθώς πήγαινα, όλως πρωτοτύπως καταριόμουνα το σύστημα και τον τρόπο που μας στενεύει να διδάσκουμε τα κείμενα. Σχεδόν μην αφήνοντας περιθώριο για να απαντήσουμε «πώς σου φάνηκε το κείμενο που διάβασες;» ή «τι ένιωσες γι’ αυτό που διάβασες;» Αλλά καταριόμουνα και την παγκόσμιας πρωτοτυπίας νεοελληνική επινόηση «φροντιστήριο». Που στενεύοντας το χρόνο των παιδιών στερεί τη δυνατότητα της κατά μόνας μελέτης, εμβάθυνσης, άσκησης, τη δυνατότητα να συναντηθείς με την ουσία των πραγμάτων που μελετάς.

Καμιά φορά, μέσα στην καθημερινή πράξη, κουράζεσαι να παλεύεις, παραδίνεσαι εκ των προτέρων. Είχα ξεκινήσει λοιπόν αποφασισμένος να δολοφονήσω το Γιώργο Ιωάννου. Στις έντεκα παρά τέταρτο, στο 6ο λύκειο Καλλιθέας. Στο μάθημα.


Ευτυχώς, δεν τα κατάφερα. Αντιστάθηκε. Με το μοναδικό της τρόπο η αφήγηση του αγαπημένου συγγραφέα απλώθηκε χουχουλιάρικα στην τάξη.

Λύγισα. Έστω και για λίγο, για πέντε μόνο λεπτά, εκεί, στη ζεστασιά του Γ2, αφέθηκα και αφηγήθηκα για τον τρόπο που τον πρωτοδιάβασα, για τα συναισθήματα που μου προκαλεί, για τον τρόπο που μ’ έμαθε να διαβάζω τις πόλεις και τους ανθρώπους τους. Για τον τρόπο που μου έδειξε να ακουμπάω το βλέμμα μου στα πράγματα.

Είχαμε προλάβει κι είχαμε διαβάσει από το «Εφήβων και μη» τα φωτοτυπημένα «Μετρημένα καρύδια» και τα παιδιά, λες και κρατούσαν καθρεφτάκια στα χέρια τους, είχαν αναγνωρίσει εκεί μέσα όλα τους τα βάσανα, αλλά και την κατανόηση του Ιωάννου γι΄ αυτά.

Μετά τις εκμυστηρεύσεις, του Ιωάννου και τις δικές μου, διαβάσαμε και την Παναγία τη Ρευματοκρατόρισσα και την Ομίχλη. Έτσι. Εκτός ύλης. Για να ακούσουμε τη φωνή του και τον τρόπο του.
Αντιλήφθηκα ότι δεν είχε δολοφονηθεί ο συγγραφέας όταν, πιο αυθόρμητα και εκδηλωτικά στο ένα τμήμα, πιο συγκρατημένα στο άλλο, οι εντυπώσεις ήταν θετικές, γλυκές, ζεστές. Κι ακόμα όταν στο διάλειμμα, στη βιβλιοθήκη, η Χ. μου ζήτησε το «Εφήβων και μη». «Σου αρέσει;», ρώτησα. «Σήμερα μου άρεσε», μου είπε.

Τζάμπα οι κατάρες για το σύστημα και για τα φροντιστήρια. Για άλλη μια φορά μου αποκαλύφθηκε ότι ο λόγος της τέχνης του λόγου έχει τον τρόπο του να κερδίζει. Ακόμα κι όταν εσύ σηκώνεις τα χέρια ψηλά και δηλώνεις αδυναμία να βοηθήσεις.

Ρωτώντας στην τάξη για το στοιχείο που μας άρεσε, όλοι μίλησαν για την απλότητα, την αμεσότητα. Αναρωτηθήκαμε αν φτάνει αυτό. Καταλήξαμε ότι , δεν μπορεί, θα κλείνει αυτή η απλότητα και κάτι άλλο μέσα της. Και αφήσαμε να το βρούμε στις επόμενες παραδόσεις.

Προκαταβολικά μόνο, κάτι που αναφέρει γι’ αυτή την «απλότητα» του Ιωάννου ένας ομότεχνός του, ο Γιάννης Βαρβέρης:

«Είχε εφεύρει μια δική του λογοτεχνική φόρμα. Ήταν αυτή η φόρμα της καθημερινής κουβέντας, της αμφίστομης εξομολόγησης, του διαρκούς υπαινιγμού ανάμεσα απ’ τις λέξεις, του ασταμάτητου κλεισίματος του ματιού προς τον ειδοποιημένο αναγνώστη αλλά και η μύησή του «δίχως προπόνησι αρκετή» στα άδυτα μιας σύνθετης γραφής. Γιατί η γραφή του Ιωάννου δεν ήταν απλή. Φαινόταν απλή, όπως καθετί που δεν θέλει, δεν καταδέχεται να δείξει το μόχθο του. Η γραφή του συνδύαζε με τρόπο πολλές φορές σατανικό τα πιο ετερόκλητα πράγματα σε φραστικούς γάμους αβίαστους, αρμονικούς, καθημερινούς. Ο Ιωάννου βρισκόταν πολύ κοντά στον αναγνώστη επειδή βρισκόταν πολύ κοντά στον εαυτό του, κι αυτή ήταν η μαγεία του»
( «Αφιέρωμα στον Γιώργο Ιωάννου/Με τον ρυθμό της ψυχής, Κέδρος, 2005, σελ. 80.)


Καλό τριήμερο σε όλους

Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2012

Η Μαντώ γράφει το δικό της κείμενο για τα Αντικλείδια


Με αφορμή το ίδιο το ποίημα, πρόχειρα και χωρίς προσπάθεια να κάνει ανάλυση, η Μαντώ έγραψε ένα κείμενο για τα Αντικλείδια, του Γιώργη Παυλόπουλου.Την ευχαριστούμε πολύ που μας άφησε να το αρπάξουμε και να το περάσουμε στο ιστολόγιό μας:-) Ευτυχής η στιγμή που το ποίημα συναντάει τον αναγνώστη και φλυαρούν οι δυο τους πάνω σε ένα μαθητικό τετράδιο!


"Σαν ένας ναός, μια ανώτερη πνευματική σφαίρα, στην οποία ο άνθρωπος μη όντας κάτι άπιαστο, κάτι απόλυτο όπως μια θεϊκή μορφή, δε δύναται να εισχωρήσει. Αντίθετα, αυτών που δε συγκινούνται από την ποίηση, που αδιαφορούν να νιώσουν, να αντικρύσουν την πλάση μ’ αυτό το ακριβό, το ανεκτίμητο μέσο, η ματιά τους προσκρούει στο κουκούλι της, αφού δεν επιχειρούν να εισδύσουν σ’ αυτή, να αγγίξουν την Αλήθεια της, την πολυτιμότερη κλωστή της που υφαίνει κόσμους φανταστικούς, χιμαιρικούς.
Η ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή. Ανοιχτή γι’ αυτούς που κοιτούν αδιάφορα μέσα, αντικρύζουν το κενό και προσπερνούν βιαστικά.
Η ποίηση είναι μια πόρτα κλειστή. Κλειστή για εκείνους που γοητεύονται από τη μαγεία της και επιθυμούν διακαώς να τη διαβούν. Περνούν λοιπόν από τη ζωή δοκιμάζοντας να παραβιάσουν την ερμητικά αυτή κλειστή πόρτα, με αντικλείδια, τα ποιήματα, καταφέρνοντας τελικά έτσι να ξεκλέψουν μια ματιά στο συναρπαστικό της κόσμο μα όχι να την κατακτήσουν πλήρως.

Το ποίημα αυτό παρουσιάζει μια διαχρονική πραγματικότητα. Το κάστρο της ποίησης παραμένει από την αρχαιότητα έως σήμερα απόρθητο για τους ανθρώπους. Ένα όνειρο που τείνουν το χέρι τους για να αρπάξουν και εκεί που το αγγίζουν με τα ακροδάχτυλά τους, γεύονται σχεδόν την άυλη σάρκα του, αυτό πάντα ξεγλιστρά".
Μαντώ Μ.

Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2012

¡Viva Chile! ( εκτός ύλης)

στην Αλεξάνδρα, για την αφορμή

Ένας από τους λόγους στους οποίους χρωστάει την ύπαρξή του αυτό το blog είναι και το ότι εδώ μπορούν να βρίσκουν άσυλο οι στιγμές που στην τάξη, κάτω από την πίεση της ύλης και των εξετάσεων, δεν πρόλαβαν να υπάρξουν.
Προχτές, καθώς μοίραζα τις φωτοτυπίες για το μάθημα «Τα αντικλείδια», του Γ. Παυλόπουλου, η Αλεξάνδρα με ρώτησε « Κύριε, από πού ήταν ο Νερούδα;» Είχε στα χέρια της ένα μικρό βιβλιαράκι του Pablo Neruda και διάβαζε από τα ερωτικά του ποιήματα σε απόδοση Αγαθής Δημητρούκα.
Ξεπέρασα την έκπληξή μου και απάντησα «απ’ τη Χιλή». Και, καλώς εχόντων των πραγμάτων, σε μια άλλη τάξη, σε ένα άλλο σχολείο, σε μια άλλη εκπαιδευτική συνθήκη, το μάθημα θα ξεκινούσε από ‘κει και θα ήταν όλο για το Νερούδα και τη Χιλή. Την πολύπαθη Χιλή, την Isabel Allende, τους Inti Illimani και τις συναυλίες τους στο Λυκαβηττό, τους Quilapayun, τη Violeta Parra, το Victor Jara, το Canto General, βέβαια, του Μίκη Θεοδωράκη και τη συνάντησή του με το χιλιανό ποιητή, τον τρυφερό κινηματογραφικό Il postino, όπου ο Νερούδα συναντάει έναν αγράμματο ταχυδρόμο και τον μυεί στην ποίηση, τόσα και τόσα..

Δεν είπαμε τίποτα για όλα αυτά. Προσπαθήσαμε ανεπιτυχώς να ξεκλειδώσουμε την Ποίηση με ένα από τα αντικλείδια που μας πρόσφερε ο Παυλόπουλος και μάλιστα με τόση επιμονή που, απ’ όσο παρατήρησα, ακόμα και η Αλεξάνδρα άφησε το μικρό βιβλιαράκι στην άκρη, για να το συνεχίσει αργότερα.

Ούτε και σε μιαν ανάρτηση χωράνε πολλά. Ένα μικρό δείγμα μόνο από τα ερωτικά του Νερούδα, me gustas como callas, το οποίο δε συμπεριλαμβάνεται στο μικρό βιβλιαράκι και που μια και στο διαδίκτυο υπάρχουν κάποιες μεταφράσεις του χωρίς…πατρότητα, το μεταφράζω εδώ πρόχειρα. Έτσι, για μια πρώτη γεύση. Και μαζί και το soundtrack της ταινίας il postino (μουσική του Luis Bacalov), που το είχαμε δει και στην κινηματογραφική λέσχη του σχολείου και που για όποιον το έχασε το συστήνουμε ανεπιφύλακτα. Για τα υπόλοιπα περί Χιλής θαυμαστά, έχει ο καιρός!




Me gustas cuando callas porqué estás como ausente
y me oyes desde lejos, y mi voz no te toca
parece que los ojos se te hubieran volado
y parece que un beso te cerrara la boca

Como todas las cosas están llenas de mi alma
emerges de las cosas, llena del alma mía.
Mariposa de sueño, te pareces a mi alma
y te pareces a la palabra melancolia.

Me gustas cuando callas y estás como distante
y estás como quejándote, mariposa en arullo.
Y me oyes desde lejos, y mi voz no te alcanza:
Déja me que me calle en el silencio tuyo.

Déjame que te hable también con tu silencio
claro como una lámpara, simple como un anillo.
Eres como la noche, callada y constelada
Tu silencio es de estrella, tan lejano y sencillo.

Me gustas cuando callas porqué estás como ausente
Distante y dolorosa como si hubieras muerto.
Una palabra entonces, una sonrisa bastan

Y estoy alegre, alegre de que no es cierto.


Μ’ αρέσεις σαν σωπαίνεις, γιατί είναι σαν να λείπεις
κι από μακριά μ’ ακούς, κι η φωνή μου δε σ’ αγγίζει.
Κι είναι σαν τα μάτια σου να έχουνε πετάξει
κι είναι σαν ένα φιλί το στόμα σου να κλείνει


Όπως όλα τα πράγματα είναι γεμάτα απ’ την ψυχή μου
αναδύεσαι απ’ τα πράγματα, γεμάτη απ’ την ψυχή μου.
Πεταλούδα τ’ονείρου, ίδια η ψυχή μου
και ίδια η λέξη μελαγχολία

Μ’ αρέσεις σαν σωπαίνεις και είσαι σαν απόμακρη
κι είσαι σαν παραπονεμένη πεταλούδα που τιτιβίζει.
Κι από μακριά μ’ ακούς , κι η φωνή μου δε σε φτάνει:
Άφησέ με να σωπαίνω με τον ήχο της σιωπής σου.

Άσε με να σου μιλώ κι εγώ σαν τη σιωπή σου
που ‘ναι σα λάμπα φωτεινή, απλή σα δαχτυλίδι.
Σαν τη νύχτα είσαι εσύ, ξάστερη και σιωπηλή.
Η σιωπή σου αστρική, έτσι απλή και μακρινή.


Μ’ αρέσεις σαν σωπαίνεις γιατί είναι σαν να λείπεις.
Απόμακρη και λυπημένη, σα να’ χεις πεθάνει .
Μία σου λέξη τότε, ένα χαμόγελό σου, φτάνουν.
Κι είμαι όλος χαρά, χαρά που αυτό δεν είν’ αλήθεια.


Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2012

Για λίγη εξάσκηση




Στον Νίκο Ε…1949
Φίλοι
Που φεύγουν

Που χάνονται μια μέρα

Φωνές
Τη νύχτα

Μακρινές φωνές

Μάνας τρελής στους έρημους δρόμους

Κλάμα παιδιού χωρίς απάντηση

Ερείπια
Σαν τρυπημένες σάπιες σημαίες.



Εφιάλτες
Στα σιδερένια κρεβάτια
Όταν το φως λιγοστεύει
Τα ξημερώματα.


( Μα ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά; )
(Παρενθέσεις, 1949)


Όπως βλέπαμε και στην τάξη, ο χαρακτηρισμός πολλές φορές κάποιων στοιχείων ενός κειμένου μπορεί να μην είναι δύσκολος και να γίνεται και εύκολα κατανοητός. Εκείνο που καμιά φορά μας δυσκολεύει είναι η αιτιολόγηση, η στήριξη ενός χαρακτηριστικού μέσα από τον τρόπο γραφής και τα εκφραστικά μέσα.
Γίνεται, π.χ, αμέσως κατανοητό ότι η γλώσσα του Αναγνωστάκη είναι απλή, άμεση, το ύφος «κουβεντιαστό», εκμυστηρευτικό, εξομολογητικό. Ποια είναι τα γλωσσικά μέσα των οποίων η χρήση οδηγεί σ’ αυτό το συμπέρασμα; Με ποια κριτήρια θα κάνουμε την επιλογή ενός αποσπάσματος που θα συνηγορεί στην άποψη περί εξομολογητικού, π.χ, ύφους στον Αναγνωστάκη;



Με κριτήρια τόσο περιεχομένου όσο και μορφής. Παράδειγμα για το περιεχόμενο: η βιωματικότητα που προδίδουν στίχοι όπως «φίλοι που φεύγουν», «όταν το φως λιγοστεύει τα ξημερώματα». Στη μορφή, η χρήση της παρένθεσης, που μεταφέρει πιο μύχιες σκέψεις ή συναισθήματα˙ η ερώτηση μέσα στην παρένθεση, που ανοίγει ένα διάλογο˙ ο πεζολογικός τόνος, οι «αντιποιητικές», χωρίς επιτήδευση λέξεις.

Προσπαθώντας να κάνουμε μια μικρή εξάσκηση, ας παραθέσουμε κάποιους χαρακτηρισμούς του Γιάννη Δάλλα για την ποίηση του Αναγνωστάκη σταχυολογώντας από το βιβλίο του «Μανόλης Αναγνωστάκης, ποίηση και ιδεολογία», εκδ. Κέδρος, 2007. Και αυτούς τους χαρακτηρισμούς επιχειρήστε να τους στηρίξετε μέσα από το ποίημά μας.
Σελ. 53-54: «Είναι εκ προοιμίου συναιρέτης, γιατί ξεκινά όχι από το αίσθημα ούτε απεναντίας απ’ τη νόηση. Μέθοδός του είναι μια διάμεσος: η αισθαντική περίσκεψη. Η διάμεσος αυτή τον προφυλάσσει και από τη διάχυση του αισθήματος και από τη αφαίρεση της νόησης».



Στη σελ. 55 διαβάζουμε: «Αρχικά, στις Εποχές σημειώνεται η διάθεση ενός εφήβου για επικοινωνία και για πλήρωση ζωής, για φιλία και για έρωτα, για ταξίδια και άλλα όνειρα φυγής. Στις Εποχές 2 και στις Παρενθέσεις, η διάθεση από μετεφηβική διαθεσιμότητα παίρνει τη μορφή του ποιητικού ημερολογίου μιας ανήσυχης νεότητας σε κρίσιμη εποχή (…) Και ενώ ρομαντικά η ποίησή του παρενέβαλλε ως τώρα τα μοτίβα της συμμετοχής στα δρώμενα, τώρα ενσωματώνεται σε αυτήν οργανικά και η εμπειρία της ιστορικής στιγμής. Αλλά και αυτή ενσωματώνεται ως δοκιμασία της νεότητας και ακούγεται ως μοίρα μιας ολόκληρης γενιάς».
Και παρακάτω (σελ. 81-82): «Από ομιλία εις εαυτόν η γλώσσα του γίνεται κατόπιν έμμονη συνομιλία με τα πρόσωπα της πρώτης του νεότητας. Μια υποθετική συνομιλία με τους ίδιους πάντοτε βωβούς συμπαραστάτες του κοινού ‘συντροφικού’ πεδίου δράσης».

Στηρίξτε, λοιπόν, αυτούς τους χαρακτηρισμούς από το ποίημά μας. Απαντήσεις, όπως πάντα: εδώ, στο mail, σε χαρτί στην τάξη.

Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2012

Σπίθες, σπίθες, σπίθες...

(Δείξτε κατανόηση σ’ αυτό το ιστολόγιο για τις εμμονές του. Ο Αργύρης Χιόνης μια εξ αυτών. Και ο απροσδόκητος θάνατός του την έχει κάνει εντονότερη )

Τρία ποιήματα του Αργύρη Χιόνη απόψε, από τη συλλογή του

«Ο ακίνητος δρομέας» ( εκδ. Νεφέλη, 1996)

Τρία ποιήματα επιλεγμένα επειδή συνομιλούν με το ποίημα « Τα αντικλείδια», του Γιώργη Παυλόπουλου, που φέτος είναι στην εξεταστέα ύλη μας .
Διαβάστε τα, χαρείτε τα, και, αν θέλετε, δώστε το σχόλιό σας για τον τρόπο που ενώνουν τα ποίηματα αυτά τα νήματά τους με το ποίημα του Παυλόπουλου. Πάνω σε ποιες ιδέες, σε ποιο συγγενική αντίληψη;


"Ο ακοντιστής σημαδεύει την καρδιά της απεραντοσύνης, το κέντρο, δηλαδή, του μηδενός. Είναι ευνόητο, λοιπόν, να δυστυχεί κάθε που βλέπει να καρφώνεται το δόρυ του πάνω στη γη, λίγο πιο πέρα, κάποια μέτρα, από ‘κει που το εξακόντισε. Βέβαια, συνεχίζει να στοχεύει το υπερπέραν, έστω χωρίς ελπίδα, χωρίς πιθανότητα καμιά να χάσει εκεί πέρα το ακόντιό του, να σπάσει όλα τα ρεκόρ, να καταργήσει, εν κατακλείδι, το άθλημα. Είναι δυστυχής, λοιπόν, ο ακοντιστής, αλλά, ενδομύχως, και ευτυχής, καθότι ο μόνος τρόπος για να παραμείνει ακοντιστής είναι να του διαφεύγει, αενάως, το άπειρο."

"Όλο τον κόσμο πίστευε ότι γύρισε ο οδοιπόρος και, ξαφνικά, ανακαλύπτει ότι γύρω γύρω απ’ τον εαυτό του γύριζε. Γι’ αυτό αποφασίζει τον κόσμο να γυρίσει πάλι, χωρίς να κάνει λάθος ετούτη τη φορά. Βέβαια, το αποτέλεσμα είναι ίδιο, αλλά ο οδοιπόρος δεν το βάζει κάτω κι επιχειρεί, πάλι και πάλι, την ίδια επώδυνη πορεία. Αυτό είναι, άλλωστε, που τον ξεχωρίζει από τον οποιονδήποτε άλλον οδοιπόρο και που τον καθιστά αθλητή."

"Σπίθες, σπίθες, σπίθες… Ελάχιστοι, οι στίχοι του, διάττοντες αστέρες που σβήνουν πριν προλάβουν να συνθέσουν φωτεινό στερέωμα."

Κι αν θέλετε, δείτε το video από το youtube, όπου ο ποιητής αναφέρεται σε θέματα που αυτό τον καιρό κουβεντιάζουμε κι εμείς στην τάξη: Η ανάγκη για ποίηση, ο ρόλος της , η λειτουργία της κι η προσφορά της στον κόσμο που ζούμε και γενικότερα.

Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2012

να χαράξω στο χαλκό πιο βαθειά, πιο βαθειά



Στην κουβέντα που κάναμε στο Γ2θεωρ. για τον Εγγονόπουλο και τον υπερρεαλισμό, αφήσαμε δύο εκκρεμότητες: 1) Να δώσουμε ένα δείγμα υπερρεαλιστικού ποιήματος ( μια και είπαμε πως το "Ποίηση 1948" δεν έχει υπερρεαλιστικά στοιχεία στο περιεχόμενο ) και 2) να δώσουμε ένα δείγμα ποιήματος που, παρόλο που δεν τηρεί τις τεχνικές της παραδοσιακής στιχουργίας, χαρακτηρίζεται από ρυθμό.


Ας μην απομακρυνθούμε από τον Εγγονόπουλο κι ας ακούσουμε, επί τη ευκαιρία, και τους στίχους του ντυμένους μουσικά. Ποίημα "Η Ύδρα των πουλιών". Αντιγράφω τους στίχους από το www. stixoi.info:


Μακρινές συναυλίες, οπάλινες σπίθες του πρώτου σπιτιού μας μες στη λαύρα του θέρους, στης Γης του Πυρός την αέναη θήρα, στους κάμπους, στα δάση, στα ουράνια, Θ' ασπασθώ απαλά της εικόνος τα χείλη, θα χαρίσω ελπίδες σ' αχιβάδες και κάστραπου βουβά παραστέκουν σ' όσ' αγγίζουν οι Μοίρες, κι όταν δύουν στα πεύκα των ειδώλων φεγγίτες αυλακώνουν μ' αλόγατα ξύλινα χαμοκέδρου θωπείες, Θεωρίες σεπτές μυστικών δεινοσαύρων στων νερών τις πλεκτάνες που τα ζώσανε κύκνοι, μαύροι κύκνοι, γαλάζιοι, όλο ιδέα και πόθο που λες πάει να σβήσει κι αποτόμως γυρεύει ν' ανεβεί πιο ψηλά, να γκρεμίσει, να σπάσει, παραθύρια ν' ανοίξει, να φωνάξω, να κλάψει,να ρημάξω, ν' αράξει, να σκιστεί, να χαράξω στο χαλκό πιο βαθειά, πιο βαθειά, περιστέρια, λιοντάρια, των μαλλιών της τη νύχτα, του στρατιώτου το όπλο, τ' αρβανίτικο χώμα, Κι όπου φτάσει, αν φτάσει, φαντασία μετάλλου, λόγια που είπα η Πυθία σε ανύδρους εκτάσεις, τροπικούς και πηγάδια θα διαβεί, ως να φέξει η αυγή η πλανεύτρα μ' άυλων Κούρδων κραιπάλη, Ν' αγοράσει κιθάρες που μου πνίγουν τα μάτια ως να σύρω τα πέπλα που κρατά η σελήνη, Στη μορφή μου να δέσει τη μορφή των πουλιών.



Ακούστε το:


Αν μετά την ανάγνωση και την ακρόαση έμειναν απορίες για τα στοιχεία του υπερρεαλισμού ή το ρυθμό, τις συζητάμε εδώ ή στην τάξη.

Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2012

Θέρμη του πάθους, μέθη της ζωής

Απ’τη συζήτηση που κάναμε στην τάξη, όσους άγγιξε η ποίηση της Μαρίας Πολυδούρη τους άγγιξε για το έντονο πάθος της, για το αμετακίνητο κέντρο της όπου φωλιάζει ο έρωτας. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτό είναι το κυριότερο χαρακτηριστικό που βλέπουν στα «τραγούδια» της όσοι ασχολήθηκαν και έγραψαν για την ποίησή της.
Είκοσι χρόνια μετά το θάνατο της Μαρίας Πολυδούρη, ο Κλέων Παράσχος γράφει γι’ αυτήν μια βιβλιοκριτική που τη διαβάζουμε τώρα στο επίμετρο του βιβλίου: «Μαρία Πολυδούρη, Ζωή με παραφορά/αθηναϊκό ημερολόγιο 1921-1922, 1925» ( εκδ. Μονόκερως, Αθήνα, 2005)
Εκεί, ανάμεσα σε άλλα, γράφει για την ποιήτρια:

«(…) Πέρασαν είκοσι χρόνια από τότε που άφησε τον κόσμο τούτον η Μαρία Πολυδούρη. Λίγο πριν και λίγο μετά το θάνατό της έγινε λόγος για τα ποιήματά της, για την αρρώστια που τη θέρισε νεότατη, εικοσιπέντε μόλις χρόνων, για τη ζωή της τη γεμάτη πυρετική ανησυχία, δοκιμασία και έρωτα. (…) Έπειτα την πολυβασανισμένη ύπαρξή της και το πονεμένο της έργο τα σκέπασε η σιγή.Εκείνοι που τη γνώρισαν από κάπως κοντύτερα κι εκείνοι που γνώρισαν κάπως το έργο της, αυτοί βέβαια δεν τη λησμόνησαν. Για τη ζωή της, για το τι είδος άνθρωπος ήταν, δε θα είχα σχεδόν τίποτε να πω. Δεν έτυχε να πλησιάσω την Πολυδούρη, ούτε πριν αρρωστήσει, ούτε όταν στο «Σωτηρία» πρώτα και ύστερα σε μια κλινική της οδού Πατησίων, χάραζε με χέρι που το έκαιγε η θέρμη της αρρώστιας και η θέρμη του πάθους, τους τελευταίους της στίχους. Άκουσα όμως και διάβασα πολλά γι’ αυτήν.

Τα «πολλά» αυτά sυνοψίζονται σε ένα κύριο και ουσιαστικό. Στους έρωτές της ή μάλλον στον έρωτά της με τον Καρυωτάκη, γιατί μόνο για τον έρωτα αυτόν έχουμε ( ως τώρα) γραπτές και θετικές μαρτυρίες, του ποιητή και της Πολυδούρη. Της Πολυδούρη το ποίημα «Σ’ ένα νέο που αυτοκτόνησε», που είναι κάτι περισσότερο από καθαρή νύξη· καθαρή μαρτυρία. Και του Καρυωτάκη γράμματα προς την ποιήτρια, λίγον καιρό, λίγες ίσως μέρες πριν από την αυτοκτονία του. Κατά τα άλλα, η ζωή της Πολυδούρη μπορεί να συνοψιστεί σε δυο τρία σημαντικά – σημαντικά όταν τα δεις από έξω – γεγονότα. Η υπαλληλική της θητεία μερικά χρόνια στη Νομαρχία Αθηνών, ένα ταξίδι στο Παρίσι, τρία χρόνια πριν από το θάνατό της, και η αρρώστια, γεγονός και εσωτερικά και εξωτερικά σημαντικό. Ολάκερο το δεύτερο βιβλίο της, το Ηχώ στο χάος, όπου βρίσκονται τα πιο πονεμένα και πιο ξεχειλισμένα από ερωτικό πάθος ποιήματά της, το έγραψε στο «Σωτηρία». Είχε ακόμα δυνάμεις. Και πώς τις σπαταλούσε! Όχι μόνο ξαναμπαίνοντας ολάκερη, καθώς έγραφε τα ποιήματά της, στο καμίνι του έρωτα, αλλά και με χίλιους άλλους τρόπους. Ασφαλώς θα είχε καταλάβει, με το σίγουρο προαίσθημα μερικών αρρώστων, ότι ήτανε ανέκκλητη η καταδίκη της, και νευρικά, πυρετικά, βιαζόταν να πιει τις τελευαταίες στάλες που έμεναν γι’ αυτήν στο κύπελλο της ζωής. Αργότερα, στην κλινική «Καρυοφύλλη», είχε καταθέσει πια τα όπλα, όλες οι δυνάμεις της την είχαν εγκαταλείψει. Δε σάλευε, δε μιλούσε. Μόνον κάπου – κάπου ανοιγόκλειναν τα ωραία μεγάλα της μάτια που είχαν ακουμπήσει τόσο λαίμαργα αλλά και τόσο λίγο καιρό σε όλες τις ομορφιές της ζωής.

Η ποίηση της Πολυδούρη δεν πρέπει να κριθεί με αυστηρά καλλιτεχνικά μέτρα. Δεν είναι καρπός μιας υποταγής επίμονης, χωρίς καμιά παρέκκλιση, σχεδόν θρησκευτικής, στο νόημα της τέχνης, η μετουσίωση σε αυτοδύναμο σώμα αισθητικό της ζωικής εμπειρίας. Είναι ανάβρυσμα της στιγμής, με τα καλλιτεχνικά μέσα που δίνει η στιγμή στην ποιήτρια, του αισθήματος που την κατακλύζει. Πραγματικά, υπάρχουν πολλά γνωρίσματα του αυτοσχεδιασμού στα ποιήματα της Πολυδούρη· πεζολογίες, κοινοτοπίες, ατημελησίες, περισσολογίες. Άγρυπνη συνείδηση καλλιτεχνική δεν εποπτεύει τη δημιουργία της. Συχνά όμως στη φράση της, στη λέξη της διοχετεύει το πάθος που δονεί την ψυχή της και αυτή η ζέστα του πάθους, του γυμνού αμετουσίωτου, είναι το στοιχείο που μας θερμαίνει κι εμάς:
Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου (…)
Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα.
Ο τελευταίος στίχος θα μπορούσε να είναι της Ντεμπόρντ Βαλμόρ, άλλης – μεγάλης – ερωτόπαθης ποιήτριας, από τέτοια πλησμονή του πάθους ξεχειλίζει. Δεν πρέπει να λησμονούμε άλλωστε ότι τους πιο παθητικούς, τους πιο φλογερούς στίχους της τους έγραψε άρρωστη η Πολυδούρη, στους στερνούς μήνες της ζωής της και ότι η θέρμη της αρρώστιας, όπως τόσο συχνά συμβαίνει, πολλαπλασιάζει τον οίστρο του πάθους. Αλλιώς αντικρύζει τ’ αγαθά της ζωής και ένα από τα πιο μεγάλα, τον έρωτα, ένας που δεν έχει κανένα λόγο να πιστεύει ότι δε θα ζήσει ακόμα, κι εκείνος που αισθάνεται ότι είναι μετρημένες οι μέρες του.

(…) Ομορφιά της ζωής, πόνος. Ανάμνηση του έρωτα, πάλι πόνος. Τους συσχετισμούς αυτούς, που γεννιούνται αυτόματα στην ψυχή τής θανάσιμα τραυματισμένης ποιήτριας, τους βλέπουμε να γεννιούνται με τον ίδιο αυτοματισμό και στην ποίησή της. (…) Τον έρωτα που δεν τον χάρηκε όσο θα το ‘θελε διαρκώς αναπολεί, νοσταλγεί, ονειρεύεται. Και ο έρωτας είναι πάντα σχεδόν ανακατεμένος με τ’ όραμα ενός νεκρού (…) Η ποίηση της Πολυδούρη σκιρτά απ’ τη λαχτάρα και από τη μέθη της ζωής. Και μόνο στο τέλος τρεκλίζει από τον πόνο».

Αλήθεια, πάει το μυαλό σας σε κάποιο τραγούδι που ακούτε που πιστεύετε ότι κλείνει ανάλογο πάθος;