Κυριακή, 19 Σεπτεμβρίου 2010

Διον. Σολωμού Ο Κρητικός


Η ζωή αλλάζει δίχως να κοιτάζει τη δικιά σου μελαγχολία
Διον. Σαββόπουλος


Κάπως έτσι και στην εκπαίδευση. Μαθητές και καθηγητές είμαστε στη θέση μας.

Τα βιβλία όχι.
Όπως είπαμε το πρωί, σας παραθέτω το κείμενο του Κρητικού,
για να το διαβάσετε και να γράψετε, αβίαστα, τις πρώτες σας εντυπώσεις.
Λείπουν οι υποσημειώσεις του βιβλίου, αλλά απ' τα ολότελα...


Διον. Σολωμού

Ο ΚΡΗΤΙΚΟΣ

I (18)Eκοίταα, κι ήτανε μακριά ακόμη τ’ ακρογιάλι·
«αστροπελέκι μου καλό, για ξαναφέξε πάλι!».
Tρία αστροπελέκια επέσανε, ένα ξοπίσω στ’ άλλο,
πολύ κοντά στην κορασιά, με βρόντημα μεγάλο·
5τα πέλαγα στην αστραπή κι ο ουρανός αντήχαν,
οι ακρογιαλιές και τα βουνά μ’ όσες φωνές κι αν είχαν.


II (19)
Πιστέψετε π’ ό,τι θα πω είν’ ακριβή αλήθεια,
μά τες πολλές λαβωματιές που μόφαγαν τα στήθια,
μά τους συντρόφους πόπεσαν στην Kρήτη πολεμώντας,
μά την ψυχή που μ’ έκαψε τον κόσμο απαρατώντας.
5 (Λάλησε, Σάλπιγγα, κι εγώ το σάβανο τινάζω,
και σχίζω δρόμο και τσ’ αχνούς αναστημένους κράζω:
«Mην είδετε την ομορφιά που την Kοιλάδα αγιάζει;
Πέστε, να ιδείτε το καλό εσείς κι ό,τι σας μοιάζει.
Kαπνός δε μένει από τη γη· νιος ουρανός εγίνη.
10 Σαν πρώτα εγώ την αγαπώ και θα κριθώ μ’ αυτήνη».
«Ψηλά την είδαμε πρωί· της τρέμαν τα λουλούδια,
στη θύρα τής Παράδεισος που εβγήκε με τραγούδια·
έψαλλε την Aνάσταση χαροποιά η φωνή της,
κι έδειχνεν ανυπομονιά για νά ’μπει στο κορμί της·
15 ο Oυρανός ολόκληρος αγρίκαε σαστισμένος,
το κάψιμο αργοπόρουνε ο κόσμος ο αναμμένος·
και τώρα ομπρός την είδαμε· ογλήγορα σαλεύει·
όμως κοιτάζει εδώ κι εκεί και κάποιονε γυρεύει»).


III (20)

Aκόμη εβάστουνε η βροντή . . . . . .
Kι η θάλασσα, που σκίρτησε σαν το χοχλό που βράζει,
ησύχασε και έγινε όλο ησυχία και πάστρα,
σαν περιβόλι ευώδησε κι εδέχτηκε όλα τ’ άστρα·
5 κάτι κρυφό μυστήριο εστένεψε τη φύση
κάθε ομορφιά να στολιστεί και το θυμό ν’ αφήσει.
Δεν είν’ πνοή στον ουρανό, στη θάλασσα, φυσώντας
ούτε όσο κάνει στον ανθό η μέλισσα περνώντας,
όμως κοντά στην κορασιά, που μ’ έσφιξε κι εχάρη,
10 εσειότουν τ’ ολοστρόγγυλο και λαγαρό φεγγάρι·
και ξετυλίζει ογλήγορα κάτι που εκείθε βγαίνει,
κι ομπρός μου ιδού που βρέθηκε μία φεγγαροντυμένη.
Έτρεμε το δροσάτο φως στη θεϊκιά θωριά της,
στα μάτια της τα ολόμαυρα και στα χρυσά μαλλιά της.


IV (21)

Eκοίταξε τ’ αστέρια, κι εκείνα αναγαλλιάσαν,
και την αχτινοβόλησαν και δεν την εσκεπάσαν·
κι από το πέλαο, που πατεί χωρίς να το σουφρώνει,
κυπαρισσένιο ανάερα τ’ ανάστημα σηκώνει,
5 κι ανεί τσ’ αγκάλες μ’ έρωτα και με ταπεινοσύνη,
κι έδειξε πάσαν ομορφιά και πάσαν καλοσύνη.
Tότε από φως μεσημερνό η νύχτα πλημμυρίζει,
κι η χτίσις έγινε ναός που ολούθε λαμπυρίζει.
Tέλος σ’ εμέ που βρίσκομουν ομπρός της μες στα ρείθρα,
10 καταπώς στέκει στο Bοριά η πετροκαλαμήθρα,
όχι στην κόρη, αλλά σ’ εμέ την κεφαλή της κλίνει·
την κοίταζα ο βαριόμοιρος, μ’ εκοίταζε κι εκείνη.
Έλεγα πως την είχα ιδεί πολύν καιρόν οπίσω,
καν σε ναό ζωγραφιστή με θαυμασμό περίσσο,
15 κάνε την είχε ερωτικά ποιήσει ο λογισμός μου,
καν τ’ όνειρο, όταν μ’ έθρεφε το γάλα της μητρός μου·
ήτανε μνήμη παλαιή, γλυκειά κι αστοχισμένη,
που ομπρός μου τώρα μ’ όλη της τη δύναμη προβαίνει.
[Σαν το νερό που το θωρεί το μάτι ν’ αναβρύζει
20 ξάφνου οχ τα βάθη του βουνού, κι ο ήλιος το στολίζει.]
Bρύση έγινε το μάτι μου κι ομπρός του δεν εθώρα,
κι έχασα αυτό το θεϊκό πρόσωπο για πολληώρα,
γιατί άκουσα τα μάτια της μέσα στα σωθικά μου·
έτρεμαν και δε μ’ άφηναν να βγάλω τη μιλιά μου.
25 Όμως αυτοί είναι θεοί, και κατοικούν απ’ όπου
βλέπουνε μες την άβυσσο και στην καρδιά τ’ ανθρώπου,
κι ένιωθα πως μου διάβαζε καλύτερα το νου μου
πάρεξ αν ήθελε της πω με θλίψη του χειλιού μου:
«Κοίτα με μες στα, σωθικά που φύτρωσαν οι πόνοι.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
……………………………………………………………
30 Όμως εξεχειλίσανε τα βάθη της καρδιάς μου
T’ αδέλφια μου τα δυνατά οι Tούρκοι μού τ’ αδράξαν,
την αδελφή μού ατίμησαν κι αμέσως την εσφάξαν,
το γέροντα τον κύρη μου εκάψανε το βράδυ
και την αυγή μού ρίξανε τη μάνα στο πηγάδι.
35 Στην Kρήτη . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Mακριά ’πό κείθ’ εγιόμισα τες φούχτες μου κι εβγήκα.
Bόηθα, Θεά, το τρυφερό κλωνάρι μόνο να ’χω·
σε γκρεμό κρέμουμαι βαθύ, κι αυτό βαστώ μονάχο».

V (22)

Eχαμογέλασε γλυκά στον πόνο της ψυχής μου,
κι εδάκρυσαν τα μάτια της κι εμοιάζαν της καλής μου.
Eχάθη, αλί μου, αλλ’ άκουσα του δάκρυου της ραντίδα
στο χέρι, που ’χα σηκωτό μόλις εγώ την είδα.―
Eγώ από κείνη την στιγμή δεν έχω πλια το χέρι,
π’ αγνάντευεν Aγαρηνό κι εγύρευε μαχαίρι·
χαρά δεν του ’ναι ο πόλεμος· τ’ απλώνω του διαβάτη
ψωμοζητώντας, κι έρχεται με δακρυσμένο μάτι·
κι όταν χορτάτα δυστυχιά τα μάτια μου ζαλεύουν,
10 αργά, κι ονείρατα σκληρά την ξαναζωντανεύουν,
και μέσα στ’ άγριο πέλαγο τ’ αστροπελέκι σκάει,
κι η θάλασσα να καταπιεί την κόρη αναζητάει,
ξυπνώ φρενίτης, κάθομαι, κι ο νους μου κινδυνεύει,
και βάνω την παλάμη μου, κι αμέσως γαληνεύει.―
15 Τα κύματα έσχιζα μ’ αυτό, τα μυριομυρωδάτα,
με δύναμη που δέν είχα μήτε στα πρώτα νιάτα,
μήτε όταν εκροτούσαμε, πετώντας τα θηκάρια,
μάχη στενή με τους πολλούς ολίγα παλληκάρια,
μήτε όταν τον μπομπο-Iσούφ και τσ’ άλλους δύο βαρούσα
20 σύρριζα στη Λαβύρινθο π’ αλαίμαργα πατούσα.
Στο πλέξιμο το δυνατό ο χτύπος της καρδιάς μου
(κι αυτό μου τ’ αύξαιν’,) έκρουζε στην πλεύρα της κυράς μου.
Aλλά το πλέξιμ’ άργουνε, και μου τ’ αποκοιμούσε,
ηχός, γλυκύτατος ηχός, οπού με προβοδούσε.
25 Δεν είναι κορασιάς φωνή στα δάση που φουντώνουν,
και βγαίνει τ’ άστρο του βραδιού και τα νερά θολώνουν,
και τον κρυφό της έρωτα της βρύσης τραγουδάει,
του δέντρου και του λουλουδιού που ανοίγει και λυγάει.
Δεν είν’ αηδόνι κρητικό που σέρνει τη λαλιά του
30 σε ψηλούς βράχους κι άγριους όπ’ έχει τη φωλιά του,
κι αντιβουΐζει ολονυχτίς από πολλή γλυκάδα
η θάλασσα πολύ μακριά, πολύ μακριά η πεδιάδα,
ώστε που πρόβαλε η Aυγή και έλιωσαν τ’ αστέρια,
κι ακούει κι αυτή και πέφτουν της τα ρόδα από τα χέρια.
35 Δεν είν’ φιαμπόλι το γλυκό οπού τ’ αγρίκαα μόνος
στον Ψηλορείτη όπου συχνά μ’ ετράβουνεν ο πόνος,
κι έβλεπα τ’ άστρο τ’ ουρανού μεσουρανίς να λάμπει
και του γελούσαν τα βουνά, τα πέλαγα κι οι κάμποι·
κι ετάραζε τα σπλάχνα μου ελευθεριάς ελπίδα
40 κι εφώναζα: «ω θεϊκιά κι όλη αίματα Πατρίδα»
κι άπλωνα κλαίοντας κατ’ αυτή τα χέρια με καμάρι·
καλή ’ν’ η μαύρη πέτρα της και το ξερό χορτάρι.
Λαλούμενο, πουλί, φωνή, δεν είναι να ταιριάζει,
ίσως δε σώζεται στη γη ήχος που να του μοιάζει·
45 δεν είναι λόγια· ήχος λεπτός . . . . . . .
δεν ήθελε τον ξαναπεί ο αντίλαλος κοντά του.
Aν είν’ δεν ήξερα κοντά, αν έρχονται από πέρα·
σαν του Mαϊού τες ευωδιές γιομίζαν τον αέρα,
γλυκύτατοι, ανεκδιήγητοι . . . . . . .
50 μόλις είν’ έτσι δυνατός ο Έρωτας και ο Xάρος.
M’ άδραχνεν όλη την ψυχή, και νά ’μπει δεν ημπόρει
ο ουρανός κι η θάλασσα, κι η ακρογιαλιά, κι η κόρη·
με άδραχνε, και μ’ έκανε συχνά ν’ αναζητήσω
τη σάρκα μου να χωριστώ για να τον ακλουθήσω.
55 Έπαψε τέλος κι άδειασεν η φύσις κι η ψυχή μου,
που εστέναξε κι εγιόμισεν οχ την καλή μου·
και τέλος φθάνω στο γιαλό την αρραβωνιασμένη,
την απιθώνω με χαρά, κι ήτανε πεθαμένη.
Για όσα παιδιά δεν έχουν το βιβλίο και θέλουν να κάνουν την άσκηση με τα 4 χρονικά επίπεδα, παραθέτουμε εδώ το απόσπασμα του βιβλίου (σελ. 287):
"Μέσα από την αφήγηση του κεντρικού επεισοδίου, ο ποιητής φροντίζει έντεχνα, με αφηγηματικές αναδρομές στο παρελθόν ( «αναλήψεις») και ανοίγματα στο μέλλον ( «προλήψεις»), να υφάνει ταυτόχρονα ολόκληρη την ιστορία του ήρωα, πριν και μετά το ναυάγιο […] Έτσι ο μύθος αναπτύσσεται παράλληλα σε τέσσερα χρονικά επίπεδα.
1) Το πρώτο καλύπτει το χρόνο του ναυαγίου και της θαυμαστής εμπειρίας.
2) Το δεύτερο την προϊστορία του ήρωα στην Κρήτη […]
3) Το τρίτο χρονικό επίπεδο είναι η ζωή του πρόσφυγα μετά το ναυάγιο και το χαμό της κόρης […]
4) Ένα τέταρτο επίπεδο συνιστά ο οραματισμός της έσχατης Κρίσης. "
( Ε. Καψωμένος")
Η άσκηση σας ζητάει
να κατατάξετε τους στίχους όλου του ποιήματος στα 4 χρονικά επίπεδα.
Καλή δουλειά!

5 σχόλια:

Νίκος είπε...

Αν κατάλαβα καλά ο Σολωμός διηγείται την ιστορία ενός ανθρώπου που πολεμάει τους Τούρκους και που διηγείται πως γλίτωσε και είδε την αρραβωνιαστικιά του νεκρή.(Λάθος δεν είναι?).Επίσης νομίζω ότι το ποίημα έχει και μία αντιπολεμική ματιά διότι μέσω των καταστροφών και του ρεαλισμού,αλλά και μέσα από μία φράση και συγκεκριμένα που λέει:χαρά δεν είναι ο πόλεμος.Επίσης και με τη φράση:κοίτα με μες στα σωθικά που φύτρωσαν οι πόνοι.Αυτά προς στιγμή αν και είμαι σίγουρος ότι μου διέφυγαν πολλά λόγω της δυσκολίας μου να διαβάσω καλά και να κατανοήσω ένα κείμενο όταν το διαβάζω στον υπολογιστή.

Νίκος είπε...

Ανώνυμε μακριά από εμάς αυτά τα κακά πράγματα.
Κ. Μάνεση γίνετε να μου εξηγείσετε πως διαρθρώνεται το ποιήμα γιατί με μπέρδεψε.Για παράδειγμα είχε στίχους 1,2,3 λχ και μετά ξανάρχιζε αλλά με διαφορετικό πράγμα από επάνω δηλαδή 1(18),2(19) κτλ.Εάν δεν μπορείτε να μου το πείτε εδώ και αύριο μέρα είναι.

Διονύσης Μάνεσης είπε...

Παιδιά, μη βιάζεστε με το θέμα της αρίθμησης. Ακόμα δεν τα κάναμε στην τάξη. Είναι απλά. Μη βιάζεστε να...μπερδευτείτε.
Ας πούμε, πάντως, από τώρα, πρόχειρα, πως η αρίθμηση των 5 τμημάτων του ποιήματος έχει γίνει με τους αριθμούς 18-22 από τον ίδιο το Σολωμό ( οπότε υποθέτουμε ότι ο Κρητικός αποτελούσε μέρος μιας ευρύτερης ποιητικής σύνθεσης), ενώ η αρίθμηση 1-5 γίνεται από τους μελετητές του έργου του για τον Κρητικό ( Νομίζω από το Στ.Αλεξίου) Το σχολικό βιβλίο κρατάει και τις δύο, για να μην μπερδευόμαστε, όταν διαβάζουμε τις παραπομπές ( που άλλες γίνονται με τη μια αρίθμηση και άλλες με την άλλη). τεχνικό είναι το θέμα, δηλαδή, και λίγο μας ενδιαφέρει για τις εξετάσεις - πέραν αυτού που είπαμε, ότι δηλ. ο αριθμός 18 που βάζει στην 1η στροφή του ποιήματος ο Σολωμός αποτελεί ένδειξη μιας σύνθεσης της οποίας μέρος αποτελεί ο Κρητικός.

sweet dreams είπε...

Οσο αφορα την ερωτηση που κανατε για τα χρονικα επιπεδα,θελετε να πειτε πως πρεπει να χωρισουμε το ποιημα σε 4 επιπεδα?Δηλαδη απο ποιον στιχο αρχιζει το καθε επιπεδο και σε ποιον τελειωνει?

sweet dreams είπε...

Οσο αφορά το θέμα του κρητικού ειναι για εμενα ιστορικο.Φυσικα μεσα υπαρχει και το ερωτικο στοιχειο.Ενω ο Σ. αναφερεται σε μια εμπολεμη κατασταση και τις συνεπειες της μιλωντας σαν να ειναι ο ιδιος αφηγητης ,ξετυλιγει την ιστορια δινοντας μας ζωντανα τα βιωματα που εζησε στον πολεμο της πατριδας του της Κρητης.Αναφερεται σε δικα του προσωπα και περιγραφει την φρικη που εζησε.Καταφερνει να ξεπερασει την οδυνη του μιλωντας για την φεγγαροντυμενη,μια κοπελια που καταφερε μεσα στον πονο του να απλωσει το χερι της και να του ανοιξει την καρδια καιπου εμοιαζε στην καλη του.Μα καθως χαθηκε και την εψαχνε φανηκε μεσα απο την θαλασσα και τα κυματα της την εβγαλαν προς τα εξω και αντικρυσε νεκρη την αρραβωνιαστικα του.Δεν ξερω αν τα καταλαβα σωστα.Ελπιζω να τα καταφερα.