Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2011

"τα ρέοντα από επεισόδιο σε επεισόδιο συμβατικά πεζογραφήματα σου προκαλούσαν βαριά ανία"

Ρωτούσε η Νίνα στην τάξη γιατί ο Ιωάννου έγραφε «έτσι»,
άτακτα, δηλαδή, σε σχέση με τον κεντρικό άξονα της αφήγησης.
Είπαμε κάτι πρόχειρα για την προσπάθεια του κάθε συγγραφέα
κατάκτησης ενός προσωπικού ύφους γραφής,
ικανού να εξυπηρετεί τις επιδιώξεις που ο ίδιος έχει.
Ο Ιωάννου απολύτως συνειδητά και με μακρά προεργασία
οδηγείται στο φαινομενικά απλό αλλά ταυτόχρονα πολύ προσωπικό
και ιδιαίτερο ύφος που έχουμε αρχίσει να γνωρίζουμε.

Στο επίμετρο του τελευταίου του πεζογραφικού βιβλίου
που εκδίδει το 1984 ( Η πρωτεύουσα των προσφύγων)
περιλαμβάνει ένα εκτενές αφήγημα με τίτλο «Εις εαυτόν»,
για να γιορτάσει τα τριάντα χρόνια της παρουσίας του στα γράμματα.
Απευθύνεται σε β΄ πρόσωπο στον εαυτό του και αναφέρεται
σε όλο του το μέχρι τότε συγγραφικό έργο. Ξεχωρίζω απ’ το κείμενό του
αυτό ένα απόσπασμα όπου περιγράφεται από τον ίδιο
τόσο η έγνοια να φτάσει σε ένα προσωπικό ύφος όσο και τα ίδια
τα στοιχεία που θεωρεί ότι συναπαρτίζουν το ύφος αυτό.
« Από πολύ νεαρόν τα ρέοντα από επεισόδιο σε επεισόδιο
συμβατικά πεζογραφήματα σου προκαλούσαν βαριά ανία.
Τα θεωρείς ως το πιο ανάξιο γράψιμο που υπάρχει,
χαρακτηριστικό των συγγραφέων που βρίσκονται
από τη μέση και κάτω. Ένα πράγμα μόνο μπορεί να τα σώσει
στα μάτια σου· αν έχουν προσωπικό ύφος. Αλλά είναι τόσο εύκολο
ένας τέτοιος ευθύγραμμος συγγραφέας να έχει δυνατή προσωπικότητα;
(…) Ήθελες να βρεις μια πολύπτυχη φόρμα , που να καλύπτει
ταυτόχρονα και τη φαντασία σου και τις μνήμες σου
και την επιστημοσύνη σου και την παρατηρητικότητά σου
και τους συνειρμούς σου και την ποιητική σου και τη διάθεσή σου
για εξομολόγηση και συντριβή ενώπιον των άλλων,
αλλά και αυτούς τους άλλους ως σκηνικό, ως περιβάλλον,
ως πρόσωπα, ως ομορφιές. Ήθελες φόρμα που να διευκολύνει
τη σύζευξη των πάντων.(…) Γι’ αυτό σκεφτόσουν ένα είδος πεζού,
κάτι σαν εξομολογητικό δοκίμιο, που θα εξυπηρετούσε
την ποιητική σου, χωρίς να αναφέρεται ρητά σ’ αυτήν».
«Εκεί επάνω [στα Τρίκαλα], κατά τα μέσα του Σεπτέμβρη του 1961
έγραψες τα πρώτα πεζά σου. (…) Και ήταν από την αρχή τέλεια (…)
Έβλεπες, ένιωθες με όλους σου τους πόρους ότι
είχες βρει το δρόμο σου. Ένιωθες μια γαλήνη, μια σιγουριά,
μια συγκρατημένη μα σταθερή διάθεση να ξαναπείς τα πράγματα
με το νέο τρόπο σου, που ήταν ολότελα δικός σου.
Για πρώτη φορά ένιωθες σε τέτοιο βαθμό, αυτό που διάβαζες
να λένε οι άλλοι, ξένοι ιδίως. Το ξαλάφρωμα, τη λύτρωση,
από το γράψιμο της λογοτεχνίας. Και μπορείς να πεις ότι αυτό
το αίσθημα της γαλήνης, της σιγουριάς και της αρμονίας
δε σ’ εγκατέλειψε από τότε. Βέβαια, και από τον καιρό της ποίησης
ένιωθες εναρμονισμένος, αλλά τώρα ήταν άλλο πράγμα.
Ήταν θεραπεία ως εκ θαύματος , συμφωνία εν ριπή οφθαλμού
εκατοντάδων αντιθέσεων που σε καταξέσκιζαν.
Κάτι σαν δημόσια εξομολόγηση, όπου όμως έχεις όχι μόνο τη συγγνώμη,
αλλά και την αγάπη των άλλων, και τη μέχρι
παροξυσμού αγάπη ορισμένων. Για σένα «η αποκάλυψη του θεού»,
όπως μας την παραδίνουν οι μεγάλοι μυστικοί συγγραφείς,
ήταν το γράψιμο αυτών των πεζογραφημάτων.
(…) Ο τύπος των πεζογραφημάτων, που είχες εγκαινιάσει,
τα χωρούσε όλα, όσα είχες να πεις και όσα καινούρια ένιωθες".

Τώρα, Νίνα, ξέρουμε κάτι περισσότερο για τους λόγους
που έγραφε τα αφηγήματά του έτσι, τι λες;

14 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Πόση ζήλια ένιωσα όταν το διάβασα δεν μπορείτε να φανταστείτε!!!(με την καλή έννοια πάντα). Μου φαίνεται υπέροχο να μπορέσει να νιώσει κανείς ό,τι ένιωσε ο Ιωάννου γράφοντας(τη σιγουριά, την αυτοπεποίθηση, τη λύτρωση...)

Εμένα προσωπικά μου φάνηκε πολύ ευρηματικός -διαφορετικός- ελκυστικός ο τρόπος που γράφει.Μου κέντρισε το ενδιαφέρον.Είναι προς τιμήν του που κατάφερε να γράψει με καταδικό του τρόπο χωρίς να φαίνεται όμως η προσπάθεια αυτή!

Μαργαρίτα :)

Νίκος είπε...

Μου αρέσει και εμένα με τη σειρά μου ο τρόπος του Ιωάννου.Πράγματι όπως αναφέρει ο ίδιος τα μυθιστορήματα που είναι δομημένα αν επεισόδιο γίνονται αρκετές φορές βαρετά,ενώ με το δικό του προσωπικό ύφος καταφέρνει να παρασέρνει τον αναγνώστη.Μέσα από το άναρχο φαινομενικά γράψιμο του σου ανοίγει τη ψυχή του,σε βάζει μέσα στη μνήμη του.Μέσα από αυτό περιηγείσαι στις πόλεις που έζησε και κυρίως στη Θεσσαλονίκη.Δημιουργεί εν τέλει μία ατμόσφαιρα σαν τον Παπαδιαμάντη χρησιμοποιώντας τον εσωτερικό μονόλογο.Καθώς τον διαβάζεις μπαίνεις μέσα στον απλό λαϊκό άνθρωπο τον πρόσφυγα που κατάφερε μετά την Καταστροφή να ξαναφτιάξουν τη ζωή τους.Νομίζω ότι ο Ιωάννου μπορεί να πάρει επάξια τον τίτλο του δημοσιαγράφου της Προσφυγιάς,του λογοτέχνη που ασχολούνταν με απλά καθημερινά πράγματα.

Διονύσης Μάνεσης είπε...

Μαργαρίτα,

Αξίζει, νομίζω, αφού έχεις αυτή τη ματιά στο έργο του, να διαβάσεις(ΟΚ, μετά τις εξετάσεις) περισσότερα αφηγήματά του ( αλλά και το "εφήβων και μη" που έχει διαφόρων τύπων κείμενα είναι ωραίο).
Στην τάξη δεν προλάβαμε να πούμε πολλά για τη ζωή του. Θα καταλάβαινες καλύτερα αυτό το περί "λύτρωσης" μέσα από τη γραφή που λέει.

Και, πράγματι, αυτό που λες στο τέλος: Η προσπάθεια που έχει προηγηθεί, για να καταλήξει στον τρόπο αυτό δε φαίνεται - το αντίθετο: οι γραμμές κυλάνε ήρεμα, απλά, αβίαστα λες.

Έχουμε να δούμε και να πούμε αρκετά ακόμα, μέχρι να τον τελειώσουμε.

Καλή ξεκούραση και καλή δουλειά (γίνεται, γίνεται!) το τριήμερο.

Διονύσης Μάνεσης είπε...

Νίκο,

" Μέσα από το άναρχο φαινομενικά γράψιμο του σου ανοίγει την ψυχή του,σε βάζει μέσα στη μνήμη του. Μέσα από αυτό περιηγείσαι στις πόλεις που έζησε και κυρίως στη Θεσσαλονίκη. Δημιουργεί εν τέλει μία ατμόσφαιρα σαν τον Παπαδιαμάντη χρησιμοποιώντας τον εσωτερικό μονόλογο."

Υποδειγματικό σχόλιο, Νίκο. Θυμήσου να το φωτοτυπήσουμε:-)
Και, βέβαια, είπαμε ότι ο Παπαδιαμάντης ήταν από τα βασικά του διαβάσματα - δεν είναι λίγα τα κοινά τους σημεία, παρά τις αναμενόμενες διαφορές και μόνο λόγω χρονικής τους απόστασης.

Καλά διαβάσματα και σε σένα.

Διονύσης Μάνεσης είπε...

Μια και η λογοτεχνία κατεύθυνσης θα πάρει τους δρόμους και τον αέρα της για 2-3 μερούλες, σας αφήνει τις καλύτερες ευχές για ένα τριήμερο γεμάτο, ζωντανό, ήρεμο, παραγωγικό.

nikos είπε...

Πολύ καλή δουλειά! Συγχαρητήρια για την ιδέα!

Ανώνυμος είπε...

Για αυτά που λέγαμε σήμερα στην τάξη, ότι όλοι μας κουβαλάμε παντού κάτι από το παρελθόν των δικών μας μου ήρθε ένα τραγουδάκι (πολύ γνωστό για να πω την αλήθεια ανάμεσα στους Πόντιους) που λέει

Πατρίδα μ αραεύω σε αμόν καταραμένος
Σα ξένα είμαι Έλληνας και σην Ελλάδαν ξένος.

http://www.youtube.com/watch?v=QVgivB6sKcY

Το είχα σκεφτεί και πιο πριν βέβαια ότι αγαπώ τον Πόντο αλλά και τη Ρωσία όπου γεννήθηκαν οι δικοί μου, σαν να έζησα κι εγώ εκεί , αν και ούτε καν έχω πάει (δυστυχώς)! Όμως λόγω του τρόπου ζωής που είχανε εκεί και διατηρούν στην Ελλάδα και εγώ μεγάλωσα με αυτήν, μπορώ να δω τον εαυτό μου να αγαπάει αυτά τα μέρη όσο και την Ελλάδα...! Νομίζω ότι και ο Ιωάννου κάτι ανάλογο πρέπει να αισθανόταν, αλλά ως παιδί προσφύγων.

Μαργαρίτα

Νίκος είπε...

Εσύ Μαργαρίτα αγαπάς αυτά τα μέρη επειδή έχεις κάποια καταγωγή,εγώ που δεν έχω κάποια σχέση και λατρεύω και τον Πόντο και κυρίως τη Ρωσσία τι να πω?Άραγε είναι φυσιολογικό αυτό?

daflek είπε...

Καλημέρα σε όλους και Καλή Σαρακοστή
Το σχόλιο του ανώνυμου –με το ποντιακό δημοτικό- με προκαλεί για μία μικρή ιστορία.1η Γενάρη, λοιπόν, του 2011, αντισυμβατική πρωτοχρονιά (;) σ’ ένα πολύ μικρό χωριό της πατρίδας μας, το Δίλοφο στα Ζαγόρια Ιωαννίνων. Μετά το φαγητό στο μοναδικό ταβερνάκι της πλατείας, έξω για την εκπλήρωση της εξάρτησης από τον καπνό. Ο πατέρας του νεαρού ταβερνιάρη, μεσόκοπος, πρώην μετανάστης στη Γερμανία μας λέει τους καημούς του. Τη δυσκολία της ξενιτιάς, τις ατελέσφορες προσπάθειες για την επιστροφή, την οριστική –μέχρι τη συνταξιοδότηση- παραμονή του στη Γερμανία. Και ανάμεσα στα άλλα ο χειρότερος καημός «όποτε γύριζα, έστω και για διακοπές, ξένος αισθανόμουν κι εδώ. Ξένος εκεί, ξένος κι εδώ». Οπότε η άλλη εξάρτηση, αυτή της λογοτεχνίας, αναδεύεται και σκέφτεται το παράλληλο από τον Ιωάννου «Ξένος, παντάξενος…». Και να οι ποντιακοί στίχοι, το αφήγημα του Ιωάννου, το βίωμα του Ηπειρώτη μετανάστη όλα μαζί, η ζωή!!! Πολλά φιλιά

Διονύσης Μάνεσης είπε...

Οι δυο τρεις μερούλες αργίας ξεπέρασαν τη βδομάδα - ας είναι καλά η ζωή με τα απρόοπτά της.
Αφού ζητήσω συγγνώμη για την καθυστέρηση ...πιάνω δουλειά αμέσως!


Μαργαρίτα,

" Σα ξένα είμαι Έλληνας και σην Ελλάδαν ξένος." Πόσο κοινός...κοινός τόπος είναι αυτό για κάθε ξενιτεμένο που κάνει μια δεύτερη ζωή στην ξενιτιά, ή ακόμα και για τους μετανάστες "δεύτερης γενιάς".
Λέγαμε και στην τάξη, τηρουμένων βέβαια των αναλογιών, για το συναίσθημα αυτλό που γεννιέται κι αναπτύσσεται ακόμα και στους εσωτερικούς μετανάστες, αυτούς που άφησαν τις ιδιαίτερες πατρίδες τους και πήγαν στα αστικά κέντρα.

Το τραγούδι που μας δίνεις (κι όμως...) δεν το ήξερα. Αντιγράφω τους στίχους του, όπως τους βρήκα από το ίντερνετ.

Πέντε οσπίτεα έχτισα,
Κι ας ολεα ξεσπιτούμαι,
Πρόσφυγας είμαι ασο κουνίμ,
Θεέμ θα παλαλλούμε.

Πατρίδα μ αραεύω σε,
Άμον καταραμένος,
Σα ξένα είμαι Έλληνας,
Και σην Ελλάδαν ξένος.

Οσπίτεα εφέκα ανάμεσα,
Σ ορμήν και ποταμάκρή,
Πεγάδεα μαρμαρόχτιστα,
Νερόν άμον το δάκρυν.

Κι ατώρα αδακές διψώ,
Νερόν να πίνω κ έχω,
Εντρέπουμαι να ψαλαφώ,
Τα χειλόπαμ να βρέχω.


Απόδοση στα νέα ελληνικά:

Πέντε σπίτια έχτισα,
Και απ όλα ξεσπιτώνομαι,
Πρόσφυγας είμαι από κούνια,
Θεέ μου θα τρελαθώ.

Πατρίδα μου σε ψάχνω,
Σαν καταραμένος,
Στα ξένα είμαι Έλληνας,
Και στην Ελλάδα ξένος.

Σπίτια άφησα ανάμεσα,
Στα δάση και τις ποταμάκρες,
Πηγάδια μαρμαρόχτιστα,
Νερό σαν το δάκρυ.

Και τώρα εγώ εδώ διψώ,
Νερό να πιω δεν έχω,
Ντρέπομαι να ζητήσω,
Τα χείλια μου να βρέξω.


Στίχοι - Μουσική: Χρήστος Αντωνιάδης, Κώστας Σιώπης

Μαργαρίτα, ευχαριστούμε. Ουσιαστική πάντα και εύστοχη:-)

Διονύσης Μάνεσης είπε...

Νίκο,

...Ντοστογιεφσκίδης;;!!

Διονύσης Μάνεσης είπε...

daflek,

"Τι ωραία που τα φίλιωσες όλα, κοριτσάκι", που λέει κι ο Ρίτσος στο Πρωινό του Άστρο..
Κι αυτό το παιχνίδι της ταυτότητας και της ετερότητας, πόσο ατέρμονα το φέρνει μπροστά μας η λογοτεχνία και με πόσες μορφές. Ακόμα, καμιά φορά, κι όταν εμείς οι ίδιοι αποτελούμε το Άλλο για τον εαυτό μας - αλλά έτσι θα πάει αλλού η κουβέντα. Ή, πάλι, μήπως όχι;

( Πολύ ενδιαφέρουσες σκέψεις πάνω σ' αυτά υπάρχουν και στο βιβλίο του Γιάννη Κιουρτσάκη "Εμείς οι άλλοι".)

Τις καλησπέρες μας.

sweet dreams είπε...

Δεν υπαρχει μεγαλυτερος καημος απο το να χανεις το σπιτι σου, το τοπο που γεννηθηκες,την οικογενεια σου και πανω απο ολα την ταυτοτητα σου.Ειναι δυσκολο να ζεις με κοσμο που σου μοιαζει εξωτερικα αλλα κανενας δεν ζει με τον τροπο που εχεις μαθει εσυ να ζεις.Η διαλεκτος,τα εθιμα, οι παραδοσεις ειναι διαφορετικα απο τοπο σε τοπο .Οταν σε διωχνουν απο το σπιτι σου και πηγαινεις στο αγνωστο νιωθεις σαν λιποτακτης ,νιωθεις ολοι πως σε αναζητουν και σε κυνηγουν.Δεν έχεις τόπο, δεν έχεις ελπίδα.....

Διονύσης Μάνεσης είπε...

sweet dreams,

"Οταν σε διωχνουν απο το σπιτι σου και πηγαινεις στο αγνωστο νιωθεις σαν λιποτακτης ,νιωθεις ολοι πως σε αναζητουν και σε κυνηγουν.Δεν έχεις τόπο, δεν έχεις ελπίδα....."

Κι αυτό δεν είναι ένα καθολικό και διαχρονικό συναίσθημα του κάθε ξένου; Και, εφόσον είναι έτσι (που εγώ τουλάχιστον δε διαφωνώ καθόλου μα καθόλου), γιατί δεν αρχίζει η ματιά μας στον ξένο απ' αυτό το σημείο; Πώς καταφέρνουμε να το παρακάμπτουμε στις περί ξένω συζητήσεις μας;

Καλημέρα, ευχαριστούμε:-)