Σάββατο 26 Φεβρουαρίου 2011

« Ο Γιώργος Ιωάννου κομίζει ένα νέο «είδος» στην πεζογραφία μας"

Το έχουμε γράψει και σε παλιότερες αναρτήσεις:
Άποψή μας πως είναι εξαιρετικά χρήσιμο (εκτός από ευχάριστο..),
πριν διδαχθούν στην τάξη τα κείμενα του Γ. Ιωάννου
που ανήκουν στην εξεταστέα ύλη, να διαβαστούν άλλα δικά του.
Να αρχίσουν να γίνονται διακριτά τα χαρακτηριστικά της γραφής του,
του τρόπου του, της θεματολογίας του.
Χαρακτηριστικά που αναφέρονται στη σελίδα 245
του σχολικού βιβλίου αλλά και 376 (κυρίως) – 380)
Η ανάγνωσή θα διευκόλυνε και την κατανόηση σημείων
της εισαγωγής του βιβλίου αλλά και των συνοδευτικών κειμένων,
σημείων που σε διαφορετική περίπτωση θα μπορούσαν πιθανώς
να προκαλέσουν κάποιες απορίες ή να φανούν δυσνόητα
(τι είναι, π.χ, το «θρυμμάτισμα του αφηγηματικού χρόνου»
ή η «κυρίαρχη συνείδηση του αφηγητή»)
Τα ίδια αυτά χαρακτηριστικά περιγράφονται κι από τον
Κώστα Μπαλάσκα στο βιβλίο του
«Ξενάγηση στη νεοελληνική πεζογραφία»
των εκδόσεων Μεταίχμιο.
Ας τα διαβάσουμε:
« Ο Γιώργος Ιωάννου κομίζει ένα νέο «είδος» στην πεζογραφία μας
και έναν νέο ( δικό του) τρόπο ομιλίας. Το νέο είδος είναι
το μικρό αφήγημα, που σε μερικές περιπτώσεις γίνεται διήγημα
και σε κάποιες άλλες τείνει μάλλον προς το χρονογράφημα,
συνήθως «μεικτό» είδος αλλά πεζογραφικά νόμιμο,
χάρη στην τέχνη της ύφανσής του. Τόποι και τύποι ανθρώπινοι,
παλιότεροι και σύγχρονοι, γωνιές και μνήμες της Θεσσαλονίκης
και της Ανατολής, καημοί της προσφυγιάς, της Κατοχής
και του κυνηγημένου έρωτα, σκηνές ζωής και ιστορίας,
εμπειρίες και μαρτυρίες, περιγραφές, σκέψεις, σχόλια και «διδαχές»
διαποτίζουν τα κείμενά του. Ξεκινάει συνήθως από ένα απλό
περιστατικό που ανοίγει και απλώνεται, όπως ανοίγουν
το φύλλο οι νοικοκυρές. Η παρατήρηση ξυπνάει την ανάμνηση,
συναντά την ιστορία, διαπλέκεται με το στοχασμό,
προχωρεί συνειρμικά, συντίθεται σε γοητευτική αφήγηση,
περιγραφική, σχολιασμένη, συγκινημένη.
Αυτό είναι το μικρό αφήγημα, το είδος που καλλιέργησε ο Ιωάννου.
Η τεχνική δεν αλλάζει σε αφηγήματα μεγαλύτερης έκτασης.
Η ομιλία του είναι σε πρώτο πρόσωπο. Ο αφηγητής μιλάει μόνος του,
εις εαυτόν, σαν να μην ακούγεται. Παίρνει την αφόρμηση απέξω
και αμέσως στρέφεται προς τα μέσα, βυθίζεται και ξαναβγαίνει
στην επιφάνεια, παίρνει ανάσα και ξαναβουτάει μετατοπίζοντας
συνεχώς την εστία της ματιάς και του λόγου και αποτυπώνοντας
γεγονότα και καταστάσεις. Η εξωτερική απλότητα με το ρυθμό
και τη χάρη της προφορικότητας αποκαλύπτει τη συγκίνηση,
με τρόπο ελεγχόμενο και ποιητικά αφαιρετικό.
Στον εξομολογητικό τόνο της ομιλίας του το σοβαρό συχνά
συνδέεται με το αστείο, η αναφορά με τον υπαινιγμό
και το υποδόριο χιούμορ, ενώ η γλωσσική ευστοχία και ακρίβεια
ενισχύουν την αμεσότητα και την καθαρότητα της ομιλίας
σε μια γραφή μοντέρνα και παραδοσιακή μαζί.
(…) η αισθητηριακή εμπειρία κινητοποιεί τη συγκίνηση, τη μνήμη,
το στοχασμό και τον εσωτερικό μονόλογο του ομιλούντος υποκειμένου,
του αυτοδιηγητικού αφηγητή, ταυτισμένου με το συγγραφέα
και με τον «ήρωα» της αφηγηματικής πράξης».

Για να τα «δουλέψετε» λίγο τα χρακτηριστικά
αυτά που περιγράφονται, μπορείτε να τα παραλληλίσετε με αυτά που
αναφέρονται στο βιβλίο μας και στις σελίδες 245 και 376.
Υπάρχει κάτι εδώ που δεν αναφέρεται στο βιβλίο μας;
Έχοντας διαβάσει 2-3 κείμενα του Ιωάννου στην τάξη,
αναγνωρίζετε τα χαρακτηριστικά που περιγράφει ο Κώστας Μπαλάσκας;

Τετάρτη 23 Φεβρουαρίου 2011

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης ταξιδεύει στο χώρο και στο χρόνο

Ο Κ. Καβάφης εικονογραφημένος από τον Αλέκο Παπαδάτο, στο books' journal
Βλέπαμε στην τάξη, λίγο βιαστικά είναι αλήθεια, πόσο πολύμορφη
είναι η πρόσληψη της καβαφικής ποίησης, αλλά και πόσο αστείρευτη,
σε παγκόσμιο επίπεδο. Τα ποιήματα του Καβάφη δεν έπαψαν
έναν αιώνα τώρα να ανοίγουν διάλογο με τους ανθρώπους
και τους καλλιτέχνες της κάθε εποχής, να αποτελούν
πεδία αναφοράς και έμπνευσης, να «συζητάνε» με την τέχνη
της φωτογραφίας, της ζωγραφικής, της video art, της μουσικής,
της ίδιας της ποίησης βέβαια.
Η καβαφική ποίηση φαίνεται πως έχει το σπάνιο χάρισμα
να διαβάζεται κάθε φορά σαν σύγχρονη ποίηση
κι η απήχησή της να μη γνωρίζει τοπικά ή ηλικιακά όρια.
Ενδεικτικά: Το Δεκέμβριο στην κεντρική σκηνή του Παλλάς παρουσιάστηκε η μελοποίηση 13 ποιημάτων του Κ.Π.Καβάφη, σε ηλεκτρονική φόρμα, της Λένας Πλάτωνος, σε σκηνοθεσία του Δ. Παπαϊωάνου.


-Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;
Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.
-Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μιά τέτοια απραξία;
Τι κάθοντ' οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;
-Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.
-Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;
-Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.
-Γιατί οι δυό μας ύπατοι κ' οι πραίτορες εβγήκαν
σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες·
γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
και δαχτυλίδια με λαμπρά γυαλιστερά σμαράγδια·
γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
μ' ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλισμένα;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
και τέτοια πράγματα θαμπόνουν τους βαρβάρους.
-Γιατί κ' οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
κι αυτοί βαριούντ' ευφράδειες και δημηγορίες.
-Γιατί ν' αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
κ' η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που έγιναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ' οι πλατέες,
κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;
Γιατί ενύχτωσε κ' οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
Και μερικοί έφθασαν απ' τα σύνορα,
και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.
Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μιά κάποια λύσις.


Θάθελα αυτήν την μνήμη να την πω...
Μα έτσι εσβύσθη πια... σαν τίποτε δεν απομένει
—γιατί μακρυά, στα πρώτα εφηβικά μου χρόνια κείται.
Δέρμα σαν καμωμένο από ιασεμί...
Εκείνη του Aυγούστου — Aύγουστος ήταν; — η βραδυά...
Μόλις θυμούμαι πια τα μάτια· ήσαν, θαρρώ, μαβιά...
A ναι, μαβιά· ένα σαπφείρινο μαβί.

Στα εγκαίνια της Στέγης Γραμμάτων και τεχνών του ιδρύματος

Ωνάση στήθηκε το οπτικοακουστικό θέαμα «Moνοτονία»
(σκην. Μάικλ Λάρσον και Κλεοπάτρα Κοραή),
με εφαλτήριο το ομώνυμο ποίημα του Κωνσταντίνου Καβάφη.
Ένα μήνα μετά ακολούθησε μια διάλεξη με τίτλο
"Η χρήση της Ιστορίας στην ποίηση του Κωνσταντίνου Καβάφη".

Δημιουργίες από διάφορους εικαστικούς ανά τον πλανήτη,

που εμπνεύστηκαν τη δική τους Ιθάκη από το ομότιτλο ποίημα
του Αλεξανδρινού ποιητή, συναντάει κανείς στο Ντελφτ
της Ολλανδίας, στη World Art Delft.
Βασικός στόχος της έκθεσης είναι, μέσα από μια μείξη των

εικαστικών τεχνών με την ποίηση, να μεταλαμπαδευτεί
η δύναμη των λέξεων- και δη ενός ποιήματος με τόσους
συμβολισμούς, όπως η «Ιθάκη»- στο θεατή και εν γένει στον άνθρωπο.
Τα έργα που εκτίθενται είναι πρωτότυπα και εμπνευσμένα
από την «Ιθάκη» που μας καλεί, με πάθος, να ανακαλύψουμε
τα σημαντικά πράγματα στη ζωή. Οι «τίτλοι τέλους»
στην έκθεση θα πέσουν στις 29 Απριλίου, μια ημερομηνία
που έχει συνδεθεί τόσο με την αρχή (γέννηση: 29 Απριλίου 1863)
όσο και με το τέλος (θάνατος: 29 Απριλίου 1933) του.
Στην έκθεση λαμβάνουν μέρος με έργα τους καλλιτέχνες
απ’ όλο τον κόσμο, μεταξύ των οποίων οι έλληνες
Σαράντης Γκάγκας, Γεωργία Γρηγοριάδου και Βασίλης Καρκατσέλης.

Η διεθνής εκδοτική δραστηριότητα είναι έντονη και τις
περισσότερες
φορές ιδιαίτερα ποιοτική. Στις περισσότερες των περιπτώσεων
ο Καβάφης με τον οποίο συνομιλούν οι καλλιτέχνες
είναι ένας Καβάφης έξω από το σχολικό του ντύμα.
Μια σύγχρονη, πολυπρισματική φωνή που ο καθένας
την ανακαλύπτει και την οικειοποιείται με τη δική του «ανάγνωση».
Ευχή, να έχετε τη χαρά να την ανακαλύψετε.

ΥΓ. Στο περιοδικό «the books’ journal», τεύχος 4, συναντήσαμε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον άρθρο τού Δημήτρη Παπαϊωάννου με θέμα την πρόσληψη του ποιητή στον 21ο αιώνα. Σε κάποια από τις επόμενες αναρτήσεις θα αναφερθούμε σ’ αυτό.

Δευτέρα 21 Φεβρουαρίου 2011

Γ. Παυλόπουλος, Τα αντικλείδια. Έλεγχος ερμηνευτικής επεξεργασίας

η σημερινή ανάρτηση αφιερώνεται στον Κώστα
που βρίσκει τις τελευταίες λίγο βαρετές.. :-)
Οι μικρές ερωτήσεις του τεστ που δε γράψαμε.
Ερωτήσεις για τον έλεγχο της ερμηνευτικής
και γραμματολογικής επεξεργασίας του ποιήματος.
Για λίγα αλλά βασικά στοιχεία του ποιήματος,
τα οποία θα σας χρειαστούν για όποια ανάλυση επιχειρήσετε.

1. Πώς φαίνεται στο ποίημα να είναι η πόρτα της ποίησης; Δώστε δύο χαρακτηρισμούς.
2. Ποια είναι τα αντικλείδια;
3. Ποια λέξη του ποιήματος μας δίνει καλύτερα να καταλάβουμε πώς αισθάνονται αυτοί που "κάτι βλέπουν", όταν κοιτάζουν την πόρτα της ποίησης;
4. Ποιος είναι ο χώρος του ποιήματος;
5. Ποιος είναι ο χρόνος του ποιήματος;
6. Ποια η πρώτη ενότητα (στίχοι) και ποιο το θέμα της;
7. Ποια η δεύτερη ενότητα και ποιο το θέμα της;
8. Ο αφηγητής είναι παντογνώστης;
9. Ποια λέξη μας δίνει να καταλάβουμε πως και ο αφηγητής είναι ποιητής;
10. Δώστε δύο χαρακτηρισμούς για τη γλώσσα του ποιήματος.
11. Σημειώστε δύο αντιθέσεις στα νοήματα του ποιήματος.
12. Σημειώστε δύο μεταφορές.
13. Τι είναι, σύμφωνα με το σχολικό εγχειρίδιο, το ποίημα και τι αφηγείται;
14. Τι σημαίνει, σύμφωνα με το σχολικό εγχειρίδιο, το γεγονός ότι το ποίημα τελειώνει όπως άρχισε;
15. Ποιο το σχήμα λόγου που δεσπόζει στο ποίημα και είναι χαρακτηριστικό της δομής του;
16. Πώς ορίζονται τα ποιήματα/αντικλείδια, σύμφωνα με τη διατύπωση του Δ. Μαρωνίτη; ( βιβλ. σελ. 304 και φωτ. σημειώσεις)
17. Τι αφήγηση έχουμε σε όλο το ποίημα εκτός από το στίχο 17, σε σχέση με το πρόσωπο που αφηγείται;
18. Ποιοι είναι οι "μερικοί" του στίχου 3;
19. Σημειώστε δύο λέξεις από το ποίημα που μας κάνουν να εννοήσουμε το τελεσίδικο της αποτυχίας των ποιητών να ανοίξουν την πόρτα της Ποίησης.
20. Τι προσδίδουν στο ποίημα ο μικροπερίοδος λόγος και οι κοφτές φράσεις στους στίχους 6-13;
Και να συμπληρώσουμε με τις ερωτήσεις του ΚΕΕ,
να τα έχετε μαζεμένα.
Α. Στοιχεία που αφορούν στο συγγραφέα, λογοτεχνικό περιβάλλον
και λοιπά γραμματολογικά στοιχεία:
1. Ποιες αντιλήψεις του ποιητή για την Ποίηση εκφράζονται στο ποίημα;
2. Ποια γνωρίσματα της ποιητικής γραφής του Γιώργη Παυλόπουλου προκύπτουν από το συγκεκριμένο ποίημα;

Β. Δομή του κειμένου, επαλήθευση ή διάψευσης μιας κρίσης
με βάση το κείμενο, εκφραστικά μέσα και τρόποι του κειμένου
(υφολογική διερεύνηση, αφηγηματικές λειτουργίες,
επιλογές του δημιουργού σε διάφορα επίπεδα γλωσσικής ανάλυσης):
1. Ποια στοιχεία της αφήγησης διακρίνετε στο ποίημα και ποιο είναι το πρόσωπο που «αφηγείται»;
2. Στο ποίημα αυτό κυριαρχούν οι κύριες προτάσεις. Ποια είναι η αισθητική τους λειτουργία;
3. Το ποίημα χαρακτηρίζεται από γλωσσική απλότητα και σαφήνεια, παρά το «φευγαλέο» νόημά του. Ποιοι εκφραστικοί τρόποι δημιουργούν αυτή την εντύπωση;
4. Στο ποίημα χρησιμοποιείται το σχήμα του κύκλου: ο πρώτος στίχος κλείνει και το ποίημα. Πώς συμβάλλει το σχήμα αυτό στη μετάδοση της βασικής ιδέας του ποιήματος;
5. Η ποιητική δημιουργία παρουσιάζεται στο συγκεκριμένο ποίημα ως μια ατέρμονη προσπάθεια να συλλάβει κανείς την «αλήθεια» της Ποίησης. Πώς αισθητοποιείται στο ποίημα αυτή η διαδικασία;

Γ. Σχολιασμός ή σύντομη ανάπτυξη χωρίων του κειμένου:
1. Ποιοι είναι, κατά την άποψή σας, οι πολλοί που προσπερνούνε και ποιοι οι μερικοί που το μάτι τους κάτι αρπάζει (στ.2-3);
2. Πότε η προσπάθεια του ανθρώπου να ανοίξει την πόρτα της Ποίησης αποκτά δραματική διάσταση;
3. «Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ / για όσους μπόρεσαν να ιδούν στο βάθος»: Πώς ερμηνεύετε την «αντίφαση» που φαίνεται να υπάρχει στους στίχους αυτούς;
4. Μπορεί τελικά να βρεθεί, σύμφωνα με το ποίημα, το κλειδί για την πόρτα της Ποίησης; Αν όχι, τότε τι εκπροσωπούν τα αντικλείδια;
5. Αν «τα ποιήματα που γράφτηκαν / από τότε που υπάρχει ο κόσμος» είναι «μια αρμαθιά αντικλείδια / για ν’ ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης» τι είναι τότε η Ποίηση, κατά τη γνώμη σας;
Για να μην καληνυχτιστούμε έτσι ξερά,
ένα ποίημα ποιητικής, της Μαργαρίτας Δαλμάτη:
Ποίηση
Ρωτάνε τι είναι ποίηση.
Ποίηση είναι το άλλο όνομα της ζωής·
το πιο αληθινό της· αυτό που μένει.
Δεν είναι πάντα τραγούδι· συχνά
είναι μαρτυρία· κάτι άλλο·
ακόμα και μια είδηση σαν και τούτη
δημοσιευμένη σε μια παλιά εφημερίδα
στις 17 Αυγούστου του 1940:
«Το πολεμικόν εβυθίσθη φέρον
τον μέγαν σημαιοστολισμόν
λόγω της εορτής της Μεγαλόχαρης».

Τετάρτη 16 Φεβρουαρίου 2011

όσο μπορώ κι όσο κρατήσω


Σ’ ένα ποίημά του, του 1963,
ο ποιητής Τίτος Πατρίκιος
θαρρείς και συνομιλεί με τα δυο ποιήματα,
του Εγγονόπουλου και του Αναγνωστάκη,
που έχουμε στην ύλη μας, ενώ, σε κάποιους στίχους του
θα μας θυμίσει πιθανώς και τα αντικλείδια του Γ.Παυλόπουλου
Ελέγξτε, αν θέλετε, αυτή τη συνομιλία των τριών ποιητών
για το ρόλο της ποίησης σε δύσκολες εποχές. Ενδιαφέρον θα είχε
αν εκφράζαμε και το στίγμα της δικής μας άποψης
αλλά και ευαισθησίας: σε τίνος ποιητή ταιριάζει περισσότερο;
Να τα και τα τρία κοντά κοντά:

Ν. Εγγονόπουλου, Ποίηση 1948
τούτη η εποχή
του εμφυλίου σπαραγμού
δεν είναι εποχή
για ποίηση
κι άλλα παρόμοια:
σαν πάει κάτι
να
γραφεί
είναι
ως αν
να γράφονταν
από την άλλη μεριά
αγγελτηρίων
θανάτου
γι αυτό και
τα ποιήματά μου
είν' τόσο πικραμένα
(και πότε - άλλωστε - δεν ήσαν;)
κι είναι
- προ πάντων -
και
τόσο
λίγα
Μ. Αναγνωστάκη, ΣΤΟΝ ΝΙΚΟ Ε…1949
Φίλοι
Που φεύγουν
Που χάνονται μια μέρα
Φωνές
Τη νύχτα
Μακρινές φωνές
Μάνας τρελής στους έρημους δρόμους
Κλάμα παιδιού χωρίς απάντηση
Ερείπια
Σαν τρυπημένες σάπιες σημαίες
Εφιάλτες,
Στα σιδερένια κρεβάτια
Όταν το φως λιγοστεύει
Τα ξημερώματα।

(Μα ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά;)
Tίτος Πατρίκιος Στίχοι, 2
Στίχοι που κραυγάζουν
στίχοι πού ορθώνονται τάχα σαν ξιφολόγχες
στίχοι που απειλούν την καθεστηκυία τάξη
και μέσα στους λίγους πόδες τους
κάνουν ή ανατρέπουν την επανάσταση,
άχρηστοι, ψεύτικοι, κομπαστικοί,
γιατί κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα
κανένας στίχος δεν κινητοποιεί τις μάζες.
(Ποιες μάζες; Μεταξύ μας τώρα –
ποιοι σκέφτονταί τις μάζες;
Το πολύ μια λύτρωση ατομική, αν όχι ανάδειξη.)
Γι’ αυτό κι εγώ δε γράφω πια για να προσφέρω χάρτινα ντουφέκια
όπλα από λόγια φλύαρα και κούφια.
Μόνο μιαν άκρη της αλήθειας να σηκώσω
να ρίξω λίγο φως στην πλαστογραφημένη μας ζωή.
Όσο μπορώ, κι όσο κρατήσω

Παρατηρείτε πόσο κοντά είναι κι οι τρεις
στο εππιπεδο της έκφρασης, της γλώσσας, του ύφους;
Ελέγξτε και το περιεχόμενο…

Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 2011

Φωνές στη σιωπή

1971-2005. 35 χρόνια ποιητικής σιωπής. Μόνη παρένθεση η έκδοση του ΥΓ., το 1983,
ενός βιβλίου με πυρήνες ποιημάτων, ποιητικές φράσεις, σπαράγματα,
ολιγόλεξες συνθέσεις που ο ίδιος ο Αναγνωστάκης δε θεωρεί ποιήματα:
«(…) ουσιαστικά δεν είναι ποιήματα, είναι ποιητικά αποσπάσματα, δεν είναι τωρινά πράγματα αυτά, υπήρχαν από χρόνια…έτσι, όλο το απόσταγμα της ποιητικής μου εμπειρίας. Δεν είναι ποιήματα.», λέει σε συνέντευξή του στο Μισέλ Φάις, το 1992.

Εδώ, στο ΥΓ., η σιωπή που περιβάλλει το κάθε ποιητικό απόσπασμα
γίνεται μεστός,ρέων λόγος. Οι με λιτότητα
και μέσα σε μιαν ατμόσφαιρα εξομολόγησης διατυπωμένες φράσεις
προσφέρουν λαβές στους συνειρμούς μας,
τροφοδοτούν καίρια την ευαισθησία και τη λογική,
αναζητούν τις δικές μας προεκτάσεις,
υποβάλλουν την αναμόχλευση των συναισθημάτων μας.
«Ζω μισά». Δυο λέξεις για μια ζωή λειψή, για την απώλεια,
γι’ αυτά, γι’ αυτούς που χάθηκαν, τους έρωτες, τους συντρόφους,
τα οράματα, τα ίδια τα κομμάτια της ζωής που πήγαν χαμένα.

Μια αίσθηση ματαίωσης, απώλειας, πόνου κι απογοήτευσης
περιβάλλει τα σπαράγματα του ΥΓ. «Όλα προς τι;»,
«Τη ζωή που στερήθηκαν», «Όλοι κάποτε νέοι»,
« Δεν περίμενες πια κανένα γράμμα». Φράσεις, ποιήματα πικραμένα –
που και πότε άλλωστε δεν ήσαν, για τον Αναγνωστάκη.
Πικραμένα και τόσο λίγα. Ακόμα και όταν «μιλούσε»,
όταν έγραφε, δηλαδή, ποιήματα, η παραγωγή του ίσα ίσα φτάνει
για να γεμίσει τις σελίδες ενός μικρού βιβλίου.
«Τα ποιήματα, 1941-1971», σελ. 176.
Απλά, ζεστά, χαμηλόφωνα, με τεράστια συμπύκνωση.

Πιστεύω πως ο Αναγνωστάκης ισορροπούσε
ανάμεσα στην κραυγή και στη σιωπή.
Ανάμεσα σ’ αυτό που όριζε η κοινωνικά ευαισθητοποιημένη συνείδησή του
απ’ τη μια και από την άλλη τα βαθιά τραύματα
που του προκαλούσε η ιστορική συγκυρία που ζούσε.
Τα βάζει με ένα ανθρωποφάγο σύστημα που το ζει
σε μια από τις σκληρότερές του στιγμές,
την ίδια ώρα που βιώνει τη διάψευση των ελπίδων,
την προδοσία των αγώνων, την απώλεια των συναγωνιστών του,
υλική είτε ηθική. Καταγγέλλει έναν κόσμο που συνθλίβει τον άνθρωπο
την ίδια ώρα που κι ο ίδιος νιώθει να συνθλίβεται.

Η πίκρα κι η απογοήτευση διατρέχουν την ποίησή του σε όλο της το μήκος.
«Σήμερα βρέχει απ’ το πρωί» ( Χειμώνας 1942),
« τη χαμένη μας άγνοια, τα χαμένα φτερά» ( 13.12.43),
«Εσύ που ξέρεις τουλάχιστον πως γυρεύω ένα τίποτα
για να πιστέψω πολύ και να πεθάνω» ( Αναζήτηση),
«Κι εγώ που αγάπησα τόσο τη θάλασσα/κι εγώ π’ αγκάλιασα
το κάθε τι που πέρασε μπροστά μου/αυτήν που ζητούσα
δεν τη συνάντησα ούτε στα πιο μεθυσμένα μου όνειρα» ( Εποχές2, VIII),
«Τίποτα τίποτα πια» ( Το έγκλημα έγινε). Διαβάστε την «Αφιέρωση»
«για όλα όσα τελείωσαν χωρίς ελπίδα πια».
Το « Σε τι βοηθά λοιπόν…» η ποίηση. Το «Κάθε πρωί» και τόσα άλλα.

Κι όμως: Όρθια η Πράξη σαν αλεξικέραυνο ( Όταν αποχαιρέτησα).
Κι η πράξη για το Μανόλη Αναγνωστάκη είναι αρχικά ο λόγος,
ο λόγος ο καίριος και καταγγελτικός, που αποζητά να γκρεμίσει
τις στέρεες παρατάξεις σαν τον τρελό στο σκάκι ( Το σκάκι).
Και μιλά ( Μιλώ, Τώρα μιλώ πάλι…).
Κι οι λέξεις του ανάβουν μικρές πυρκαγιές
- «σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις,
να μην τις παίρνει ο άνεμος» ( Ποιητική)
Το ηθικό ανθρώπινο χρέος πανταχού παρόν, ξαγρυπνά τη συνείδηση,
την κρατά σε εγρήγορση και ετοιμότητα. «Έστω. Ανάπηρος,
δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κριθείς»,
γράφει στον ακροτελεύτιο στίχο της τελευταίας του συλλογής ( Επίλογος) ή
«Σαν τους γύφτους σφυροκοπάμε αδιάκοπα στο ίδιο αμόνι» ( Κριτική).
Ένας λόγος που σε φέρνει προ των ευθυνών σου κι ας είσαι γεμάτος πληγές –
« Σκεφτείτε το καλά. Θα περιμένω» ( Η απόφαση) -,
λόγος κάλεσμα να μείνουμε όρθιοι μέσα στη φοβερήν ερημία του πλήθους
( Μιλώ), γιατί «εμείς, αν θέλετε, είμαστε έτοιμοι ακόμα» ( Επίγνωση)

Μπορεί, λοιπόν, τα ποιήματά του να είναι γεννήματα πίκρας, ήττας, απώλειας,
όμως η αίσθηση του χρέους, η αναγκαιότητα της αντίστασης στη φθορά
και στην κοινωνική σήψη αρθρώνει τη δική της αδύναμη, όμως κι επίμονη, φωνή,
τη φωνή που μιλάει με πόνο για όλα αυτά, τη φωνή
που με την πεισματική ζεστασιά της μάς κρατάει καρφώνοντας τις λέξεις
στις συνειδήσεις και στις καρδιές μας για να μην τις παίρνει ο άνεμος.

Θεωρώ αντιπροσωπευτικό δείγμα αυτής της
προσήλωσης
του Αναγνωστάκη στο ηθικό χρέος,
που σαν ατίθασο αγριολούλουδο φυτρώνει μόνο του μέσα στα χαλάσματα,
το ποίημά του
«Κι ήθελε ακόμη»

Κι ἤθελε ἀκόμη πολὺ φῶς νὰ ξημερώσει. Ὅμως
ἐγὼ
Δὲν παραδέχτηκα τὴν ἧττα. Ἔβλεπα τώρα
Πόσα κρυμμένα τιμαλφῆ ἔπρεπε νὰ σώσω
Πόσες φωλιὲς νεροῦ νὰ συντηρήσω μέσα στὶς φλόγες.
Μιλᾶτε, δείχνετε πληγὲς ἀλλόφρονες στοὺς δρόμους
Τὸν πανικὸ ποὺ στραγγαλίζει τὴν καρδιά σας σὰ σημαία
Καρφώσατε σ᾿ ἐξῶστες, μὲ σπουδὴ φορτώσατε τὸ ἐμπόρευμα
Ἡ πρόγνωσίς σας ἀσφαλής: Θὰ πέσει ἡ πόλις.
Ἐκεῖ, προσεχτικά, σὲ μιὰ γωνιά, μαζεύω μὲ τάξη,
Φράζω μὲ σύνεση τὸ τελευταῖο μου φυλάκιο
Κρεμῶ κομμένα χέρια στοὺς τοίχους, στολίζω
Μὲ τὰ κομμένα κρανία τὰ παράθυρα, πλέκω
Μὲ κομμένα μαλλιὰ τὸ δίχτυ μου καὶ περιμένω.
Ὄρθιος καὶ μόνος σὰν καὶ πρῶτα περιμένω.

Ο ίδιος ο Αναγνωστάκης για τη «σιωπή» και την «ήττα» δηλώνει:

«Το ’71 ουσιαστικά σταματάει η ποιητική μου παραγωγή. Δεν γράφω καθόλου ποιήματα. Δεν αισθάνομαι την ανάγκη να γράψω ποιήματα, καθόλου. Συνεχίζω όμως εντατικά την πνευματική μου προσφορά με δοκίμια, με άρθρα, με ορισμένες μελέτες, με πολιτική δράση· αυτό που εγώ θεωρώ δημόσια παρέμβαση. (…) Γι’ αυτό αρνούμαι όλα αυτά περί «ποίηση της ήττας» και τα σχετικά. Δεν είναι ποίηση της ήττας. Είναι μια αγωνία για την εποχή, ένα άγχος για την εποχή. Όταν τελείωσε η εποχή τελειώνει κι η ποίηση. Δεν μπορείς να γράφεις συνεχώς ποίηση. Δεν είμαι επαγγελματίας ποιητής. Αισθάνομαι την ποίηση σαν τρόπο έκφρασης επειδή δεν μπορούσα να εκφραστώ διαφορετικά. Δηλαδή, ήταν η εποχή τόσο πιεσμένη, τόσο δύσκολη, που μόνο κανείς εκφράζοντας τον πόνο του μπορούσε ν’ αντέξει»

Φαίνεται, λοιπόν, πως η ήττα και η σιωπή υπάρχουν
στο έργο του Αναγνωστάκη μόνο ως στοιχεία απαραίτητα για να χαλυβδώνουν τη συνείδηση, να προσδιορίζουν το στόχο, να δικαιολογούν την παρεμβατική κοινωνική παρουσία, να θρέφουν και να συντηρούν το αγωνιστικό κοινωνικό πρόσωπο.

Πώς σας φαίνεται;

Πέμπτη 3 Φεβρουαρίου 2011

( Μα ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά;)

η ανάρτηση αφιερώνεται στη Μ.Ι,
μια και αδημόνως την περίμενε!
:-)

Ένα μικρό βιβλίο είναι όλα τα ποιήματα του Μανόλη Αναγνωστάκη.
Σε ένα μικρό βιβλίο χώρεσαν οι συλλογές
( Εποχές, Παρενθέσεις, Η Συνέχεια , Ο Στόχος)
που ξεκίνησε να εκδίδει από τα 20 του χρόνια, το 1945, μέχρι το 1971,
όταν εκδίδεται Ο Στόχος.
Και μετά ακολουθεί η ποιητική σιωπή του,
για την οποία πολλά έχουν γραφτεί.

Στον εμφύλιο και στα μετεμφυλιακά χρόνια, στους καιρούς αυτούς του σπαραγμού,
των προσδοκιών και του τέλους τους, των συμβιβασμών,
της κόπωσης, της απογοήτευσης, του πόνου,
ο Αναγνωστάκης θα καταφύγει στην ποίηση και θα μιλήσει μέσα απ’ αυτή.

« Έγραφα από πολύ μικρός και πρέπει να ομολογήσω ότι για ένα διάστημα πίστευα πολύ στις δυνατότητες της ποίησης σα μέσου που μπορεί να εκφράσει τα πάντα με πληρότητα και να γίνει έρωτας και περιεχόμενο ζωής(…)»[1].

Πιστεύει σ’ αυτή και στις δυνατότητές της.
« Η ποίηση είναι η μόνη δυνατή να αποκαλύψει τις αληθινές διαστάσεις του οποιουδήποτε θέματος»[2]

Και μάλιστα επισημαίνει την αξία της για τη δύσκολη εποχή του Εμφυλίου:
«Πιστεύω, πάλι θα πω, πως η ποίηση της περιόδου εκείνης, ή για την περίοδο εκίνη, είναι, σα ντοκουμέντο μια από τις συγκλονιστικότερες μαρτυρίες – να τολμήσω να το πω; - σε παγκόσμιο επίπεδο. Γιατί σαφώς προηγείται από ό,τι μας ήρθε απ’ έξω σαν ποίηση κοινωνικής αμφισβήτησης, προβληματισμένης διαμαρτυρίας κλπ, μάλιστα κάποτε πολύ κραυγαλέα και εντυπωσιακά.»[3]

Αλλά και ο ίδιος, μέσα από την ποίησή του μιλάει.
«Στον Αναγνωστάκη, ειδικά στον Αναγνωστάκη, η μεταφορά του μιλάω αντί του γράφω είναι καθοριστική, θεμελιώδης, είναι μέρος της ουσίας. (…) Το «μιλώ» κάνει ένα ακόμα θαρραλέο βήμα έξω από το ποίημα, αλληλέγγυο με τις σκέψεις, τους φόβους και τις προσδοκίες του αναγνώστη, δραστικό όσο και ρητορικά ανοχύρωτο, σαν να το έχει ξεβράσει εκεί η παλίρροια του χρόνου: τώρα μιλώ πάλι σαν ένας άνθρωπος που γλίτωσε απ’ το λοιμό, λέει στο εναρκτήριο ποίημα της συλλογής Η Συνέχεια 3»[4]

Άλλωστε, λίγα χρόνια μετά την εναγώνια παρένθεση του ποίηματος
«Στον Ν.Ε…1949» ( Μα ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά;)
είναι ο ίδιος που αποφασιστικά δημοσιεύει το «Μιλώ»:

Μιλῶ γιὰ τὰ τελευταῖα σαλπίσματα τῶν νικημένων στρατιωτῶν
Γιὰ τὰ κουρέλια ἀπὸ τὰ γιορτινά μας φορέματα
Γιὰ τὰ παιδιά μας ποὺ πουλᾶν τσιγάρα στοὺς διαβάτες
Μιλῶ γιὰ τὰ λουλούδια ποὺ μαραθήκανε στοὺς τάφους καὶ τὰ σαπίζει ἡ βροχὴ
Γιὰ τὰ σπίτια ποὺ χάσκουνε δίχως παράθυρα σὰν κρανία ξεδοντιασμένα
Γιὰ τὰ κορίτσια ποὺ ζητιανεύουν δείχνοντας στὰ στήθια τὶς πληγές τους
Μιλῶ γιὰ τὶς ξυπόλυτες μάνες ποὺ σέρνονται στὰ χαλάσματα
Γιὰ τὶς φλεγόμενες πόλεις τὰ σωριασμένα κουφάρια σοὺς δρόμους
Τοὺς μαστρωποὺς ποιητὲς ποὺ τρέμουνε τὶς νύχτες στὰ κατώφλια
Μιλῶ γιὰ τὶς ἀτέλειωτες νύχτες ὅταν τὸ φῶς λιγοστεύει τὰ ξημερώματα
Γιὰ τὰ φορτωμένα καμιόνια καὶ τοὺς βηματισμοὺς στὶς ὑγρὲς πλάκες
Γιὰ τὰ προαύλια τῶν φυλακῶν καὶ γιὰ τὸ δάκρυ τῶν μελλοθανάτων.
Μὰ πιὸ πολὺ μιλῶ γιὰ τοὺς ψαράδες
Π᾿ ἀφήσανε τὰ δίχτυά τους καὶ πήρανε τὰ βήματά Του
Κι ὅταν Αὐτὸς κουράστηκε αὐτοὶ δὲν ξαποστάσαν
Κι ὅταν Αὐτὸς τοὺς πρόδωσε αὐτοὶ δὲν ἀρνηθῆκαν
Κι ὅταν Αὐτὸς δοξάστηκε αὐτοὶ στρέψαν τὰ μάτια
Κι οἱ σύντροφοί τους φτύνανε καὶ τοὺς σταυρῶναν
Κι αὐτοί, γαλήνιοι, τὸ δρόμο παίρνουνε π᾿ ἄκρη δὲν ἔχει
Χωρὶς τὸ βλέμμα τους νὰ σκοτεινιάσει ἢ νὰ λυγίσει

Ὄρθιοι καὶ μόνοι μὲς στὴ φοβερὴ ἐρημία τοῦ πλήθους.


Κι αφήνει στον τελευταίο στίχο του τους ψαράδες, όρθιους και μόνους μες στη φοβερή ερημία του πλήθους, να πορεύονται χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάζει ή να λυγίζει. Ίσως για να μπορέσουν να μιλήσουν οι ίδιοι, όταν, όταν αυτός θα κουραστεί.


Μπορεί να φοβάται τις ηττημένες συνειδήσεις ο Αναγνωστάκης, να θλίβεται και να οργίζεται, όταν βλέπει τους παλιούς αγωνιστές να συμβιβάζονται και να υποχωρούν από τα ιδανικά τους, να εξοντώνονται ηθικά αλλά και αθρώπινα, αλλά, όσο γράφει, δεν παύει να «μιλάει» και να δρα: «δυο κατηγορίες πάντα· οι δρώντες και οι θεατές.» Και να χρησιμοποιεί την ποίηση για να αγωνίζεται και να κρατά την ανθρώπινη αξιοπρέπεια στο ύψος που της αρμόζει. Ακόμα κι αν δεν έχει αυταπάτες ( «Κι όχι αυταπάτες προπαντός.»)[5] Ακόμα και αν συμφωνώντας με το φίλο του ποιητή Τίτο Πατρίκιο πως «κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες/κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα.», ακόμα κι έτσι επιμένει: «Έστω./Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κριθείς»[6] και «σφυροκοπάτε αδιάκοπα στο ίδιο αμόνι»[7]


Μιλάει, λοιπόν, με όση πίκρα κι αν του προσφέρει η Ιστορία στα πέτρινα χρόνια που ζει, μιλάει, και μιλάει την αλήθεια που πρέπει να ακουστεί.
«(…) Μα στο παιδί δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθιαΤώρα, τα βράδια, κάθομαι και του μιλώΛέω το σκύλο σκύλο, το λύκο λύκο, το σκοτάδι σκοτάδι,Του δείχνω με το χέρι τους κακούς, του μαθαίνωΟνόματα σαν προσευχές, του τραγουδώ τους νεκρούς μας.Α, φτάνει πια! Πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδιά.»[8]


Κι αν τον κατηγορήσουν για «κηρύγματα και ρητορείς»,
« Ε ναι λοιπόν! Κηρύγματα και ρητορείες.
Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις
Να μην τις παίρνει ο άνεμος.»
[9]


Κι ίσως και μετά το 1971, όταν σταμάτησε η ποιητική του παραγωγή και πέρασαν 34 χρόνια στη ζωή του χωρίς να δώσει άλλα ποιήματα[10], ίσως τότε να μας πρόσφερε την πιο ηχηρή, την πιο ηχηρά ομιλούσα σιωπή.

Αλλά για τη σιωπή αυτή θα τα πούμε σε επόμενη ανάρτηση.




[1] Από συνομιλία του με τον Αντ. Φωστιέρη και Θαν. Νιάρχο, περ. Λέξη, τ.186, σελ. 502
[2] Μ. Αναγνωστάκη, Υπέρ και Κατά, Θεσ/κη, 1965
[3] Από συνομιλία του με τον Αντ. Φωστιέρη και Θαν. Νιάρχο, περ. Λέξη, τ.186, σελ. 504
[4] Διον. Καψάλης, περ. Εντευκτήριο, τ. 71, σελ. 154
[5] Επίλογος, απ’ τη συλλογή Ο Στόχος
[6] Επίλογος, απ’ τη συλλογή Ο Στόχος
[7] Κριτική, απ’ τη συλλογή Ο Στόχος
[8] Στο παιδί μου, απ\ τη συλλογή Ο Στόχος
[9] Ποιητική, απ’ τη συλλογή Ο Στόχος
[10] Για τη συλλογή ΥΓ. που εκδόθηκε το 1983 ο ίδιος έχει πει « (…) είναι ποιητικά αποσπάσματα, δεν είναι τωρινά πράγματα αυτά, υπήρχαν από χρόνια(…) Δεν είναι ποιήματα(…) συνέντευξη στο Μισέλ Φάις, 11. 1992 ( «Πρόσωπο με πρόσωπο», εκδ. Πατάκη, 2006)

Τετάρτη 26 Ιανουαρίου 2011

Σ’ αραχνιασμένο σπήλαιο θα πάω να κατοικήσω, ωσότου να 'λθει η στιγμή, μάνα, να ξεψυχήσω

Πριν η φυματίωση νικήσει οριστικά την Πολυδούρη, στα 28 της χρόνια, την οδηγεί στον «τόπο του θανάτου», όπως χαρακτήριζαν πολλοί το σανατόριο Σωτηρία στις αρχές του 20ου αιώνα. Ας δούμε λίγα στοιχεία για την αρρώστια την εποχή εκείνη, τους φυματικούς, αλλά και την ίδια την Πολυδούρη τον καιρό που νοσηλευόταν εκεί
Η φυματίωση είναι λοιμώδης νόσος, μεταδοτική και παρουσιάζει υψηλή θνητότητα. Η νόσος οφείλεται στο μικρόβιο της φυματίωσης ή του Κοχ. Η μετάδοσή της γίνεται με την αναπνοή των σταγονιδίων που αποβάλλει ο άρρωστος ο οποίος είναι πάντοτε ενήλικας, αφού τα παιδιά δεν μεταδίδουν την ασθένεια. Τα γενικά συμπτώματα περιλαμβάνουν έντονη αδυναμία, καταβολή, απώλεια βάρους , πυρετό ή δεκατική πυρετική κίνηση και νυκτερινούς ιδρώτες. Σε εντόπιση της νόσου στους πνεύμονες τα επιπλέον συμπτώματα είναι βήχας, πόνος στο θώρακα και αιμόπτυση.

Παλιότερα ο λαός ονόμαζε «χτικιό» την αρρώστια. Για την αντιμετώπισή της οι ασθενείς χρειάζονταν καθαρό αέρα, καλή διατροφή, ξεκούραση. Διαμονή, δηλαδή, σε σανατόριο. Λίγοι, όμως, ήταν οι τυχεροί που ξέφευγαν το θάνατο. Μια επίσημη στατιστική δείχνει ότι το 42% των αρρώστων πεθαίνουν σε 15 το πολύ μέρες, το 25% φτάνει τους δυο μήνες και μόλις το 3-4% περνούν το χρόνο. Απελπισμένοι όσοι τους τύχαινε να έχουν φυματικό στο σπίτι, αναζητούσαν μ' αγωνία κρεβάτι σε κάποιο σανατόριο.
Το πρώτο σανατόριο στη χώρα μας ήταν η «Σωτηρία». Ιδρύθηκε το 1902 και πρωτολειτούργησε τρία χρόνια μετά. Σε μια εποχή που η Αθήνα είχε τα όριά της στους Αμπελόκηπους, το σανατόριο «Σωτηρία» χτίζεται λίγο πιο βόρεια, μέσα στα δέντρα.
Στο βιβλίο του «Η Σωτηρία - τόπος μαρτυρίου των φθισικών», ο δημοσιογράφος Κώστας Στούρνας αποκάλυπτε την εφιαλτική κατάσταση που επικρατούσε στο πρώτο σανατόριο της χώρας, στο οποίο νοσηλεύονταν γύρω στις 5.000 άρρωστοι. «...Μια κατάρα βαραίνει από τον πόλεμο και δώθε προπαντός την Ελλάδα. Η φθίση. Νούμερα θανάτου που είναι τρομακτικά. Υγιεινολόγοι, γιατροί, εφημερίδες γράφουν για τον αφανισμό που συντελείται σε νέες ζωές. Σε 250.000 υπολογίζονται οι φυματικοί στην Ελλάδα. Σε 25.000 φτάνουν κάθε χρόνο αυτοί που πεθαίνουν από τη φοβερή αυτή αρρώστια».


Η φυματίωση, η φθίση, το χτικιό, υπήρξε μάστιγα για το πρώτο τουλάχιστον μισό του 20ού αιώνα, η δε «Σωτηρία» ως γκέτο, παραπάνω από μία δεκαετία, αρχής γενομένης από το 1922, ήταν ο τόπος των ζωντανών νεκρών. Σήμερα από εκείνη την εποχή έχουν απομείνει εκτός από τις φωτογραφίες, οι φιλολογικοί θρύλοι: η παρουσία στο θεραπευτήριο, επί τρία χρόνια, του Γιάννη Ρίτσου, η συνάντησή του με τη Μαρία Πολυδούρη και η τελευταία συνάντηση της ποιήτριας με τον Κώστα Καρυωτάκη, πριν αυτός αναχωρήσει για την Πρέβεζα.

Εχει μείνει ακόμα η «Σωτηρία» ως ο χώρος φυλάκισης των φυματικών πολιτικών κρατουμένων και για το ότι στην πίσω μάντρα της τουφεκίστηκαν πλήθος πατριωτών, μεταξύ των οποίων και ο Νίκος Μπελογιάννης, ακόμα και ως χώρος που το 1922, με τη μικρασιατική καταστροφή, 3.000 πρόσφυγες, φυματικοί ή όχι, κατέλυσαν εκεί δημιουργώντας ένα γκέτο.



Η περίοδος αυτή σημάδεψε με τα πιο μελανά χρώματα το νοσοκομείο, ιδιαίτερα τις συνθήκες διαβίωσης των ασθενών. Η «Σωτηρία» της εποχής εκείνης ήταν ένας περίεργος τόπος θανάτου όπου ο πόνος και η φρίκη βρίσκονταν κοντά με την αναρχία, την εγκληματικότητα και τη διαφθορά. Το 1927 όταν ο Ελληνορουμάνος λογοτέχνης Παναϊτ Ιστράτι, επισκέφθηκε το Νοσοκομείο, είπε ότι στην είσοδο του έπρεπε να αναρτηθεί η επιγραφή που υπήρχε στην πύλη της «Κόλασης» του Δάντη. «Εσείς, όσοι μπαίνετε, αφήστε κάθε ελπίδα»!
Εκεί, λοιπόν, θα νοσηλευτεί, μετά την επιστροφή της από το Παρίσι και η Μαρίκα Πολυδούρη. Και καταφέρνει να κάνει το δωματιάκι της τόπο συνάντησης διανοουμένων και καλλιτεχνών.

Γράφει χαρακτηριστικά η αδελφή της, Βιργινία Πολυδούρη, σε λίγες σελίδες πρόχειρου βιογραφικού της Μαρίας που άφησε:
« Την έβαλαν στην τρίτη θέση σ' ένα μικρό δωμάτιο που προοριζόταν για τους κατάκοιτους. [...] Το θλιβερό άγγελμα της αυτοκτονίας του Καρυωτάκη απ' την Πρέβεζα την έφερε στο χείλος του θανάτου, μαυροντύθηκε και χειροτέρεψε το υπόλοιπο της ζωής της [...].Το δωματιάκι αυτό το διακόσμησε με ποιητές όπως ο Μπάυρον, ο Μποντλέρ και άλλους. Τον Καρυωτάκη τον είχε στο κομοδίνο της. Το μικρό δωματιάκι μεταβλήθηκε σε σαλόνι ποιητών και λογίων.»
Εκεί την επισκέπτονταν διάφοροι άνθρωποι του πνευματικού και καλλιτεχνικού κόσμου της εποχής, όπως ο Φώτος Πολίτης, η Μαρίκα Κοτοπούλη, ο Άγγελος Σικελιανός, η Μυρτιώτισσα, ο Κώστας Ουράνης κα. Και εκεί θα συναντήσει τον Κώστα Καρυωτάκη, τον Τάκη της, τον Ιούνιο του 1928· μια συνάντηση που άφησε γλυκόπικρη γεύση στην ποιήτρια, η οποία στους τελευταίους μήνες της ζωής της θα κατεβεί πάλι στην Αθήνα προσπαθώντας να απολαύσει τη λιγοστή ζωή που της απομένει.
Η Μαρία Πολυδούρη δεν πέθανε στο «Σωτηρία». Μια «αυγούλα μελαγχολική του Απρίλη», όπως προφητικά είχε προβλέψει σε ένα στίχο της άφησε την τελευταία της πνοή στην κλινική Καραμάνου, στην Αθήνα, κοντά σε φίλους της. Ήταν 28 Απριλίου 1930 κι ήταν μόνο 28 χρονών.

Πηγές:
http://www2.rizospastis.gr/wwwengine/story.do?id=2799559&publDate=

Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2011

Βρέχει φως

η ανάρτηση αφιερώνεται στη Δήμητρα,
που ήδη έπεσε με τα μούτρα στην ανάγνωση του βιβλίου για την αγαπημένη της ποιήτρια
Αν ο έρωτας και το πάθος τής Μαρίας Πολυδούρη γίνονται ποίηση ,
στο « Βρέχει φως »,
του Κωστή Γκιμοσούλη, ( εκδ. Κέδρος, 2002)
η σύντομη και ταραγμένη ζωή της γίνονται αφήγηση.
Ο Γκιμοσούλης συνθέτει μια μυθιστορηματική βιογραφία της ποιήτριας,
έχοντας σκύψει με προσοχή και αντλώντας υλικό από πολλές πηγές,
που αναφέρονται στο τέλος του κειμένου του.

Ας παραθέσουμε, όμως, το σημείωμα από τις εκδόσεις Κέδρος για το βιβλίο:

Αφηγητής είναι ένας αιωνόβιος άντρας, κάποιος που αγάπησε με πάθος την ποιήτρια στα νιάτα του, που την ερωτεύτηκε με όλο του το είναι, χωρίς να μπορέσει ποτέ να την κατακτήσει.
Αυτό το γεροντάκι, λοιπόν, θυμάται τα νιάτα του, τη Μαρία και τον Άλλο (Κώστα Καρυωτάκη) και μας μεταφέρει στην Αθήνα της δεκαετίας του ΄20,
σε μια εποχή που χαρακτηρίστηκε “ηττημένη”.

Με πλήθος “δανείων” από τη Λιλή Ζωγράφου, το Γιάννη Χονδρογιάννη, το Γ.Π. Σαββίδη, τον Τάκη Μενδράκο και πολλούς άλλους, ο συγγραφέας καταφέρνει να δημιουργήσει ένα αρκετά πειστικό πορτρέτο της Πολυδούρη. Τη βλέπει σα γυναίκα-ποίηση και όχι σα γυναίκα-ποιήτρια. Μιλά για τα πάθη της, τα λάθη της, την αγάπη της για το θάνατο και τη δίψα της για ζωή. Και αντιμετωπίζει τον Καρυωτάκη σα μια μέγιστη φυσιογνωμία, κι ας ήταν υπόδουλος στα διάφορα “πρέπει” του, που τον έπνιγαν και τον ενέπνεαν.

“Η αληθινή ζωή είναι ανάγλυφη, κινείται με ρυθμούς που είναι έξω από στατιστικές και κατατάξεις. Η αληθινή ζωή, με τους χυμούς της και το αίμα της και τ’ άλεκτά της, δεν περιγράφεται…”, διαβάζουμε στη σελ.129. Αληθινή ζωή ήταν κι αυτή που έζησε η Πολυδούρη, κι ας φλέρταρε τόσο πολύ με την ιδέα του θανάτου. Κολυμπούσε στο σκοτάδι για να βρει το φως, χαμογελούσε στο σκοτάδι για να ζει τη στιγμή

Ο Γκιμοσούλης δεν προσπαθεί να αγιοποιήσει την Πολυδούρη. Αντίθετα, την παρουσιάζει πολύ ανθρώπινη, με πολλές αδυναμίες. Και επιπλέον τη βάζει να μιλά και να σκέφτεται για την αυταρέσκεια της, για τα λάθη της. “Η Μαρία-άνθρωπος έζησε και έσβησε μέσα σε μια ματαιότητα. Ανθισμένη ματαιότητα, όμως”, φαίνεται να είναι το επιμύθιο αυτού του βιβλίου.
Όσοι από εσάς γνωρίζετε τη Μαρία Πολυδούρη, θα βρείτε εδώ μερικά πράγματα, που θα σας γεννήσουν κάποιες σκέψεις σχετικά με τη ζωή και το έργο της. Οι υπόλοιποι θα έχετε μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να κάνετε τη γνωριμία με μια απ’ τις πιο παθιασμένες μορφές του ελληνικού 20ου αιώνα.
Ένα αξιόλογο βιβλίο για πιστούς, και όχι μόνο.

Στις σελίδες του βιβλίου του Γκιμοσούλη διαβάζει κανείς εκτεταμένα αποσπάσματα από το ημερολόγιο της Πολυδούρη· αποσπάματα που μας φέρνουν κοντά στους παλμούς της καρδιάς της, στη σκέψη της, στις αγωνίες της. Τις ημερολογιακές καταθέσεις της τις εκμεταλλεύεται δεξιοτεχνικά ο Γκιμοσούλης συνδέοντας τις με το σώμα του δικού του έργου.
Ένα απόσπασμα από το κεφάλαιο:
Τριάντα Κόκκους Κινίνο
" Γιατί ένα πλάσμα σαν και μένα να ελκύει την αγάπη αυτών που συναντάει μπρος του; Γιατί να μην υπάρχει μέσα μου καρδιά παρά εκεί που δεν πρέπει; Μπορεί ποτέ κανένας να φανταστεί ότι λυπάμαι βαθιά όταν καταλάβω ότι μ'αγαπούν; Κι όμως συμβαίνει γιατί έτσι καταλαβαίνω ότι μου δίνουν κάτι που δεν αξίζω πραγματικά κι αυτό με βασανίζει. Η ψυχή μου και η αγάπη γεννήθηκαν την ίδια μέρα. Δεν είναι αγάπη ό,τι έχω δοκιμάσει μέχρι τώρα... Ώστε είμαι έκφυλη; Θα περάσω όλη μου τη ζωή σπέρνοντας από δω κι από κει ένα ένα τα φύλλα της καρδιάς μου και δοκιμάζοντας πάντα την τρομερή αυτή πλήξη που μου αφαιρεί κάθε περιέργεια και ενδιαφέρον για τα γύρω μου; Ένα όνειρο ακαθόριστο κλείεται μέσα μου. Δεν ζητώ τίποτα πια. Ας φανερωθεί μπρος μου ο άνθρωπος που θα μπορέσω να τον αγαπήσω αληθινά με τρέλα, κι ας μη με αγαπήσει, δε με μέλλει. Θα ζω με την ευτυχία του να αγαπώ και θα πεθάνω έτσι. Δεν ανέχομαι πια την εκκρεμότητα αυτή του να κρέμεται σε μια κλωστή κάθε μου όνειρο. Γεννήθηκα για ν'αγαπώ είναι αλήθεια και δεν μου αρκεί να μ'αγαπούν. Όταν εγώ δεν αγαπώ είμαι δυστυχής κι ας με αγαπούν.

Αυτά που διαβάζεις είναι από το ημερολόγιό της. Η Μαρία πίστευε πως δεν ήταν ικανή ν'αγαπήσει. Ίσως και γι'αυτό να της φαινόταν απίθανο όταν της έλεγαν ότι την αγαπούσαν. Να στο κάνω πιο λιανά: ήταν μια ύπαρξη που μεθούσε από τον εαυτό της κι από ό,τι την περιέβαλλε. Τύπος από τη φύση της εκστατικός, άφηνε την πραγματικότητα να εισχωρεί και να μετασχηματίζεται μαγικά μέσα της. Τη ζούσε στη δική της διάσταση και, από τότε που κατάλαβε τον εαυτό της, ήταν ερωτευμένη διαρκώς με έμψυχα και άψυχα. Δεν μπορούσε να εστιάσει. Να δοθεί κατ'αποκλειστικότητα σε ένα. Ναι, ήταν εγωκεντρική, από μια άποψη· την πιο κοινή. Από την άλλη, όμως, είχε αυτή τη σπάνια ιδιότητα στο κύτταρο, να απλώνεται και να ταυτίζεται με τα πάντα. Στο κάτω κάτω δεν έβλαπτε κανέναν, εκτός από τον εαυτό της. Δεν είναι εύκολο να είσαι το φως μέσα στη νύχτα των άλλων. Άργησε, αλλά υποχρεώθηκε κάποτε να καταλάβει ότι οι άλλοι δεν ένιωθαν τον κόσμο όπως αυτή. Πολλές φορές τα είχε δώσει όλα σε καταστάσεις και είχε εισπράξει την καχυποψία τους και στο τέλος βγήκε και κατηγορούμενη. Η Μαρία ήταν η εξαίρεση και όλοι οι άλλοι ο κανόνας. Η μετριότητα πάντα,να το ξέρεις,είναι αμείλικτη με ό,τι προεξέχει. Η συνείδηση της διαφορετικότητάς της τής δημιούργησε ανασφάλεια. Θα πρέπει να σοκαρίστηκε πολύ κι ακόμα να φοβήθηκε μήπως εκείνη ήταν προβληματική ή, ακόμα σοβαρότερο, αμαρτωλή, επειδή δεν μπορούσε να περιορίσει τον έρωτά της μέσα σ'ένα σχήμα. Αυτή ήταν μία από τις ριζικές ενοχές της. Το ομολογεί και μόνη της."Τον αγαπώ...τον αγαπώ... Καμιά αμφιβολία πια! [...] Δεν μιλώ εν τούτοις. Υποφέρω και υποφέρει κι εκείνος. Αλλά έτσι πρέπει να γίνει. Πρέπει να υποφέρω[...] για να εξιλεωθώ."



Το βιβλίο κοσμούν έργα του Γιάννη Ψυχοπαίδη,
φωτογραφίες των οποίων συνοδεύουν τη σημερινή ανάρτηση

Πέμπτη 20 Ιανουαρίου 2011

Άντε για service!


Έλεγχος
γραμματολογικής και ερμηνευτικής επεξεργασίας
του ποιήματος « Μελαγχολία Ιάσωνος (…)»

Ας είναι καλά το Γ2θεωρ, που με τις γαλιφιές του και τις συζητήσεις περί γηρατειών και νεότητας κατάφερε να αποτρέψει τη γραπτή άσκηση στην τάξη κι έτσι τώρα, σε αντικατάσταση, ας κάνουμε το δεκάλεπτο έλεγχο της γραμματολογικής και ερμηνευτικής επεξεργασίας του ποιήματος. Περιλαμβάνει στοιχεία γραμματολογικά και ερμηνευτικά απαραίτητα για την ανάλυσή του. Ας σιγουρευτούμε πως τα ξέρουμε, πριν αποχαιρετήσουμε προσωρινά το μελαγχολικό Ιάσονα Κλεάνδρου.


Ποίημα
Στ. 1 Το γήρασμα του σώματος και της μορφής μου
Στ.2 είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.
Στ.3 Δεν έχω εγκαρτέρησι καμιά.
Στ.4 Εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως,
Στ.5 που κάπως ξέρεις από φάρμακα∙
Στ.6 νάρκης του άλγους δοκιμές, εν Φαντασία και Λόγω.

Στ.7 Είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.-
Στ.8 Τα φάρμακά σου φέρε Τέχνη της Ποιήσεως,
Στ.9 που κάμνουνε – για λίγο – να μη νοιώθεται η πληγή.


Ερωτήσεις
(απαντήστε με τη μεγαλύτερη δυνατή συντομία)

1. Πότε πρωτογράφτηκε αυτό το ποίημα και με ποιο τίτλο;
2. Σε ποια ηλικία ήταν ο Καβάφης, όταν πρωτόγραψε το ποίημα αυτό;
3. Ο Ιάσων Κλεάνδρου είναι ιστορικό πρόσωπο;
4. Τι σύμβολο, πιθανώς, αποτελεί η Κομμαγηνή;
5. Κατά το σχολικό εγχειρίδιο, τι αποτελεί ο εκτενής τίτλος του ποιήματος;
6. Σημειώστε τρία πράγματα που πετυχαίνει ο Καβάφης επιλέγοντας το συγκεκριμένο τίτλο.
7.Τι είναι πιθανόν να εννοείται με τη λέξη «μορφή» (στ.1);
8. Τι εκφράζει ο τρίτος στίχος;
9. Σε ποιο στίχο παρατηρείται το σχήμα της υπαλλαγής; Πώς θα ήταν ο στίχος χωρίς υπαλλαγή;
10. Με τι παρομοιάζεται ο χρόνος στο ποίημα;
11. Με τι παρομοιάζονται τα ποιήματα στο ποίημα;
12. Σε ποιο στίχο υπάρχει ποιητική αποστροφή;
13. Αναφέρετε δύο προσωποποιήσεις που υπάρχουν στο ποίημα.
14. Αναφέρετε ένα σχήμα υπερβατό που υπάρχει στο ποίημα.
15. Αναφέρετε τρία στοιχεία καθαρεύουσας που υπάρχουν στο ποίημα.
16. Κατά το σχολικό εγχειρίδιο, τι ζητάει ο ποιητής από την Ποίηση;
17. Τι αποδεικνύουν οι εκφράσεις του στίχου 9 «για λίγο» και «να μη νοιώθεται»;
18. Τι αποδεικνύουν οι εκφράσεις των στίχων 5 και 6 « κάπως» και «νάρκης του άλγους δοκιμές»;
19. Σε ποια καβαφική περιοχή ποιημάτων κατατάσσεται το ποίημα αυτό;
20. Αποδοχή και συμβιβασμό ή αντίδραση απέναντι στο γήρασμα εκφράζει το ποίημα αυτό;
21. Με ποια έννοια χρησιμοποιεί τη «Φαντασία» συνήθως ο Καβάφης;
22. Φαντασία και Λόγος: Πού αλλού συναντάμε αυτούς τους όρους;


Τις απαντήσεις με mail ή σε χαρτί στην τάξη.
Καλή συνέχεια.

Παρασκευή 14 Ιανουαρίου 2011

Θα τους δείτε, κάποιες φορές, μες στη βροχή και μες στη θλίψη


Κ. Καβάφη
Μελαγχολία του Ιάσωνος Κλεάνδρου·
ποιητού εν Κομμαγηνή· 595μ.Χ


Το γήρασμα του σώματος και της μορφής μου
είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.
Δεν έχω εγκαρτέρησι καμιά.
Εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως,
που κάπως ξέρεις από φάρμακα∙
νάρκης του άλγους δοκιμές, εν Φαντασία και Λόγω.

Είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.-
Τα φάρμακά σου φέρε Τέχνη της Ποιήσεως,
που κάμνουνε – για λίγο – να μη νοιώθεται η πληγή.


Για τη Μελαγχολία του Ιάσωνος Κλεάνδρου έχουμε μιλήσει και άλλες φορές
(http://logotexniakatefthinsis.blogspot.com/2009/12/blog-post.html
http://logotexniakatefthinsis.blogspot.com/2009/12/blog-post_18.html )

Όμως πάντα στην τάξη υπήρχε μια απόσταση – η απόσταση της ηλικίας. Η εφηβική, η νεανική ηλικία, λίγο εγωιστική απ’ τη φύση της, περήφανη, δεν αφήνει πολύ χώρο για το γήρας. Η υπαρξιακή αγωνία της φθοράς «του σώματος και της μορφής», ευτυχώς, δεν έχει χτυπήσει την πόρτα της ακόμα.
Μια και λείπει το βίωμα, λοιπόν, επιστρατεύεται η συζήτηση, ο προβληματισμός, ώστε να μπορέσουμε να αντικρύσουμε καθαρότερα την «πληγή από φρικτό μαχαίρι» που είναι το γήρασμα.
Συμβολή σ΄ αυτή τη συζήτηση και το τραγούδι του
Jacques Brel
«Les vieux»,
Οι γέροι, που «ακόμα κι αν ζουν στο Παρίσι όλοι στην «επαρχία» ζουν (..), ακόμα και πλούσιοι είναι φτωχοί, χωρίς αυταπάτες».

Πριν το ακούσετε, διαβάστε το, δείχνοντας κατανόηση για την πρόχειρη μετάφραση,

Les vieux ne parlent plus ou alors seulement parfois du bout des yeux
Οι γέροι δε μιλάνε πια ή μόνο μερικές φορές με την άκρη των ματιών
Même riches ils sont pauvres, ils n'ont plus d'illusions et n'ont qu'un coeur pour deux
Ακόμα και πλούσιοι είναι φτωχοί, δεν έχουν πια αυταπάτες και δεν έχουν παρά μια καρδιά για δυο
Chez eux ça sent le thym, le propre, la lavande et le verbe d'antan
Σπίτι τους μυρίζει το θυμάρι, το καθαρό, η λεβάντα κι οι λέξεις του παρελθόντος
Que l'on vive à Paris on vit tous en province quand on vit trop longtemps
Ακόμα κι αν ζουν στο Παρίσι , όλοι στην «επαρχία» ζουν, όταν γερνούν τόσο πολύ
Est-ce d'avoir trop ri que leur voix se lézarde quand ils parlent d'hier
Κι είναι που έχουν γελάσει τόσο που η φωνή τους σπάει, όταν για το χτες μιλούν
Et d'avoir trop pleuré que des larmes encore leur perlent aux paupières
Και που έχουν κλάψει τόσο που τα δάκρυα ακόμα στα βλέφαρά τους λαμπυρίζουν
Et s'ils tremblent un peu est-ce de voir vieillir la pendule d'argent
Κι αν τρέμουν λίγο είναι που βλέπουν να γερνάει το παλιό ασημένιο ρολόι
Qui ronronne au salon, qui dit oui qui dit non, qui dit: je vous attends
που ρονρονίζει στο σαλόνι και λέει ναι και λέει όχι και λέει «σας περιμένω»

Les vieux ne rêvent plus, leurs livres s'ensommeillent, leurs pianos sont fermés
Οι γέροι δεν ονειρεύονται πια, τα βιβλία τους μισοκοιμισμένα, τα πιάνα τους κλειστά
Le petit chat est mort, le muscat du dimanche ne les fait plus chanter
Η μικρή γατούλα έχει πεθάνει και το μοσχάτο κρασί της Κυριακής δεν τους κάνει πια να τραγουδούν
Les vieux ne bougent plus leurs gestes ont trop de rides leur monde est trop petit
Οι γέροι δε μετακινούνται πια· οι εκφράσεις τους έχουν τόσες ρυτίδες κι ο κόσμος τους είναι τόσο μικρός
Du lit à la fenêtre, puis du lit au fauteuil et puis du lit au lit
Απ’ το κρεβάτι στο παράθυρο, μετά από το κρεβάτι στην πολυθρόνα και μετά από το κρεβάτι στο κρεβάτι
Et s'ils sortent encore bras dessus bras dessous tout habillés de raide
Κι αν ακόμα βγαίνουν, χέρι με χέρι πιασμένοι, με ρούχα ατσαλάκωτα
C'est pour suivre au soleil l'enterrement d'un plus vieux, l'enterrement d'une plus laide
Είναι για ν’ ακολουθήσουν στη λιακάδα την εκφορά ενός πιο γέρου, την εκφορά ενός πιο άσχημου
Et le temps d'un sanglot, oublier toute une heure la pendule d'argent
Και η ώρα ενός λυγμού, να ξεχάσουν για λίγο το παλιό ασημένιο ρολόι
Qui ronronne au salon, qui dit oui qui dit non, et puis qui les attend
Που ρονρονίζει στο σαλόνι και λέει ναι και λέει όχι και μετά τους περιμένει

Les vieux ne meurent pas, ils s'endorment un jour et dorment trop longtemps
Οι γέροι δεν πεθαίνουν· αποκοιμούνται μια μέρα και κοιμούνται για χρόνο πολύ
Ils se tiennent la main, ils ont peur de se perdre et se perdent pourtant
Κρατιούνται απ’το χέρι, φοβούνται μη χαθούν και ωστόσο χάνονται
Et l'autre reste là, le meilleur ou le pire, le doux ou le sévère
Και ο άλλος μένει εκεί, ο καλύτερος ή ο χειρότερος, ο γλυκός ή ο αυστηρός
Cela n'importe pas, celui des deux qui reste se retrouve en enfer
Αυτό δεν έχει σημασία, αυτός που μένει θα ξαναβρεθεί στην κόλαση
Vous le verrez peut-être, vous la verrez parfois en pluie et en chagrin
Θα τον δείτε, ίσως, θα τη δείτε κάποιες φορές μες στη βροχή και μες στη θλίψη
Traverser le présent en s'excusant déjà de n'être pas plus loin
Να διασχίζει το παρόν ζητώντας κιόλας συγγνώμη που δεν είναι πιο μακριά
Et fuir devant vous une dernière fois la pendule d'argent
Και να δραπετεύει από μπροστά σας μια τελευταία φορά το παλιό ασημένιο ρολόι
Qui ronronne au salon, qui dit oui qui dit non, qui leur dit: je t'attends
Που ρονρονίζει στο σαλόνι και λέει ναι και λέει όχι και λέει «σας περιμένω»
Qui ronronne au salon, qui dit oui qui dit non et puis qui nous attend
Που ρονρονίζει στο σαλόνι και λέει ναι και λέει όχι και μετά μας περιμένει.

Και τώρα ακούστε το.
Διάλεξα από το youtube την οπτικοποίηση με τους τους αγγλικούς υπότιτλους που «παρακολουθούν» την εκφορά του γαλλικού λόγου και βοηθάνε την κατανόησή του, αλλά και όπου μπορεί κανείς να δει από «κοντά» τον αλησμόνητο Jacques Brel να αποδίδει με ιδιαίτερη εκφραστικότητα το τραγούδι του






Γράψτε μας, αν θέλετε ένα σχόλιο για το τραγούδι, τους στίχους του, τη σχέση του με το δικό μας ποίημα.

Καλό σαββατοκύριακο
– μ’αυτά και με άλλα τελειώνει και το α΄ τετράμηνο…