Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αναγνωστάκης - διάλειμμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αναγνωστάκης - διάλειμμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 13 Μαρτίου 2012

Δρόμοι

Στους δρόμους της Θεσσαλονίκης περιπλανιέται ο Γιώργος Ιωάννου. Καταγράφει κι αποτυπώνει. Και μέσω της συνειρμικής και μνημονικής διαδικασίας οι δρόμοι τον οδηγούν σ’ αυτούς του παρελθόντος. Εμπειρία και μνήμη. Παρατήρηση και κατάδυση. Και καταβύθιση στους χώρους της μνήμης. Κι ο ίδιος μόνος και εξομολογούμενος.

« Ολομόναχος, ξένος παντάξενος, χάνομαι στις μεγάλες αρτηρίες. Όταν ανάβει το κόκκινο και σταματούν τ’ αυτοκίνητα, μου φαίνεται για μια στιγμή πως παύει εντελώς κάθε θόρυβος. Ερυθρά και λευκά αιμοσφαίρια σα να κυκλοφορούν. Κι όμως βλέπω πως το πλήθος εξακολουθεί να περπατά, να κουβεντιάζει ή να γελάει. Σταματώ πολλές φορές στη μέση του πεζοδρομίου, κι όπως στο κούτσουρο που κόβει το νερό, έτσι περιστρέφονται γύρω μου οι διαβάτες». «Γυρνώ μες στους προσφυγικούς συνοικισμούς με δυνατή ευχαρίστηση». «Στέκομαι και κοιτάζω τα παιδιά· παίζουνε μπάλα. Κάθομαι στο ορισμένο καφενείο».


Αθήνα 2011. Ένας άλλος συγγραφέας, ο Χρήστος Χρυσόπουλος, περπατάει στους δρόμους του κέντρου, στο βιβλίο του «Φακός στο στόμα» ( εκδ. Πόλις, 2012). «Οι δρόμοι είναι τα όργανα της πόλης και τα ζωτικότερα όργανα είναι κοντά στην καρδιά. Στη δική μας πόλη κάποια από τα όργανα αυτά ατροφούν, σταδιακά νεκρώνουν. Και η καρδιά χτυπά βραδύτερα ή, κάποιες φορές, άρρυθμα, παροξυσμικά γρήγορα.

» Η πόλη αλλάζει με αδιόρατο ρυθμό. Η εγκατάλειψη μεταμορφώνει τους δρόμους σε λωρίδες ερήμωσης. Οι γειτονιές σταδιακά ασφυκτιούν» ( σελ.70).

Η ερήμωση, η εγκατάλειψη, οι άνθρωποι που πέρασαν στην άλλη όχθη, οι άστεγοι, ορίζουν την καταγραφή, τη δεσμεύουν στο εκρηκτικό παρόν και στην παρατήρηση του τρόπου με τον οποίο «απαντάμε» σ’ αυτό: «Γράφω αυτό που περπάτησα. Τι μπορεί, όμως, να πει κανείς για τον εαυτό του;» (σελ. 50)

Ο Χ. Χρυσόπουλος περιπλανιέται στους δρόμους μιας Αθήνας όπου η φρίκη ντύνεται το καθημερινό της ρούχο. «Όπως ένα σώμα που κείτεται απροστάτευτο, πεσμένο στον δημόσιο χώρο, δίχως να αναζητά καν την προστασία μιας κόγχης. Αυτή η εικόνα έχει κάτι το βαθιά ανησυχαστικό. Κάτι μας ενοχλεί σ’ αυτήν την εικόνα και την ίδια στιγμή κάτι μας απειλεί. Ίσως επειδή στη θέα των σωμάτων έρχεται στην επιφάνεια ένας αρχέγονος φόβος υποδεικνύοντας μια αγριότητα που υποτίθεται ότι είχε ξεπεραστεί ή έστω κατασταλεί από την οργανωμένη κοινότητα. Γι’ αυτό, ίσως, μας απειλεί αυτή η εικόνα με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο μας απειλεί η απείθεια της αντικοινωνικής αδιαφορίας. Το πεσμένο απροστάτευτο σώμα υπενθυμίζει ότι η αγριότητα βρίσκεται ακόμη ανάμεσά μας» ( σελ. 39). Σώμα και σκέψη αδυνατούν να απεγκλωβιστούν από τα γρανάζια της πόλης που «στροβιλίζεται σαν δίνη, κρατώντας εμάς που μεγαλώνουμε εδώ στην ασφυκτική, κεντρομόλο αγκάλη της» (σελ.41).
Οι «συμμορίες των εργολάβων», του Ιωάννου, τα «νέα εξαμβλώματα» και οι «φρικαλέες πολυκατοικίες», τα «έτοιμα και τα νοικιασμένα» και τα « πονηρά πράγματα· προφάσεις πολιτισμού, για να διευκολύνονται οι αταξίες», θέριεψαν μισόν αιώνα τώρα. Τώρα η ζωή μέσα στα συντρίμμια. Τώρα «τα συντρίμμια που μας περιβάλλουν, όχι μόνο τα αρχαία, ακόμα και τα σπασμένα μάρμαρα στις πλατείες ή στις προσόψεις των ξενοδοχείων, τα σπασμένα φώτα, τα ξεριζωμένα σίδερα, τα ανθρώπινα ερείπια, γίνονται ο «καθρέφτης» στον οποίο διακρίνουμε το είδωλό μας, καταλήγοντας πολλές φορές να μισούμε μια εκδοχή αυτού που βλέπουμε» ( σελ.95-6).



Και μια και ο λόγος για την περιπλάνηση των συγγραφέων στους δρόμους της πόλης, ας κλείσουμε με τους υπέροχους στίχους απ’ την περιπλάνηση του Αναγνωστάκη σε δρόμους παλιούς που αγάπησε και μίσησε ατέλειωτα.

Δρόμοι παλιοὶ ποὺ ἀγάπησα καὶ μίσησα ἀτέλειωτα
κάτω ἀπ᾿ τοὺς ἴσκιους τῶν σπιτιῶν νὰ περπατῶ
νύχτες τῶν γυρισμῶν ἀναπότρεπτες κι ἡ πόλη νεκρὴ
Τὴν ἀσήμαντη παρουσία μου βρίσκω σὲ κάθε γωνιὰ
κᾶμε νὰ σ᾿ ἀνταμώσω κάποτε φάσμα χαμένο τοῦ τόπου μου κι ἐγὼ
Ξεχασμένος κι ἀτίθασος νὰ περπατῶ
κρατώντας μία σπίθα τρεμόσβηστη στὶς ὑγρές μου παλάμες
Καὶ προχωροῦσα μέσα τὴ νύχτα χωρὶς νὰ γνωρίζω κανένα
κι οὔτε κανένας κι οὔτε κανένας μὲ γνώριζε μὲ γνώριζε

Θα πρότεινα να κρατήσουμε το στίχο «κρατώντας μια σπίθα τρεμόσβηστη στις υγρές μου παλάμες».
 Να προσέχουμε αυτή τη σπίθα που είναι ικανή να ανάψει «χιλιάδες μικρές πυρκαγιές».

Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2009

Εμείς αγαπήσαμε

Μανόλης Αναγνωστάκης

Μες στην κλειστή μοναξιά μου

έσφιξα τη ζεστή παιδική σου άγνοια

στην αγνή παρουσία σου καθρέφτισα

τη χαμένη ψυχή μου

εμείς αγαπήσαμε

εμείς προσευχόμαστε πάντοτε

εμείς μοιραστήκαμε το ψωμί

και τον κόπο μας

κι εγώ μέσα σε σένα

και σ' όλους.

Με τις πιο θερμές ευχές για όλους σας.

Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2009

Το θέμα είναι τ ώ ρ α τι λες


Μανόλης Αναγνωστάκης

Το θέμα είναι τ ώ ρ α τι λες
Καλά φάγαμε καλά ήπιαμε
Καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ
Μικροζημιές και μικροκέρδη συμψηφίζοντας

Το θέμα είναι τ ώ ρ α τι λες.

Κοινή ανάρτηση σήμερα με του ιστολόγιου του σχολείου μας με αφορμή την επέτειο του Πολυτεχνείου.



Ποιήματα από τη συλλογή Ο Στόχος, του Μανόλη Αναγνωστάκη, (1970) τα περισσότερα από τα οποία γράφτηκαν την εποχή της χούντας. Μιας ποίησης που ξαγρυπνά δίπλα στον άνθρωπο, μιας ποίησης ατίθασης, που αντιστέκεται, που σφυροκοπάει αδιάκοπα στο ίδιο αμόνι, που αποκαλύπτει ουσίες, που δεν ξέρει να σιωπά, που αναστατώνει τις στέρεες παρατάξεις, που κρίνει και δε φοβάται να κριθεί.


ΠΟΙΗΤΙΚΗ

― Προδίδετε πάλι την Ποίηση, θα μου πεις,
Tην ιερότερη εκδήλωση του Aνθρώπου
Tην χρησιμοποιείτε πάλι ως μέσον, υποζύγιον
Tων σκοτεινών επιδιώξεών σας
Eν πλήρει γνώσει της ζημίας που προκαλείτε
Mε το παράδειγμά σας στους νεωτέρους.

― Tο τί δ ε ν πρόδωσες ε σ ύ να μου πεις
Eσύ κι οι όμοιοί σου, χρόνια και χρόνια,
Ένα προς ένα τα υπάρχοντά σας ξεπουλώντας
Στις διεθνείς αγορές και τα λαϊκά παζάρια
Kαι μείνατε χωρίς μάτια για να βλέπετε, χωρίς αυτιά
N' ακούτε, με σφραγισμένα στόματα και δε μιλάτε.
Για ποια ανθρώπινα ιερά μάς εγκαλείτε;

Ξέρω: κηρύγματα και ρητορείες πάλι, θα πεις.
Έ ναι λοιπόν! Kηρύγματα και ρητορείες.

Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.





Πρώτα να πιάσω τα χέρια σου ..
Να ψηλαφίσω το σφυγμό σου
Ύστερα να πάμε μαζί στο δάσος
Ν᾿ αγκαλιάσουμε τα μεγάλα δέντρα!
Που στον κάθε κορμό έχουμε χαράξει εδώ και χρόνια τα Ιερά ονόματα ..
Να τα συλλαβίσουμε μαζί ..
Να τα μετρήσουμε ένα - ένα .
Με τα μάτια ψηλά στον ουρανό.. Σαν προσευχή.

Το δικό μας το δάσος δεν το κρύβει ο ουρανός.
Δεν περνούν απο 'δω ξυλοκόποι.
Στο παιδί μου...
Στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια
Και του μιλούσανε για Δράκους και για το πιστό
σκυλί
Για τα ταξίδια της Πεντάμορφης και για τον ά-
γριο λύκο
Μα στο παιδί δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια
Τώρα, τα βράδια, κάθομαι και του μιλώ
Λέω το σκύλο σκύλο, το λύκο λύκο, το σκοτάδι σκοτάδι,
Του δείχνω με το χέρι τους κακούς, του μαθαίνω
Ονόματα σαν προσευχές, του τραγουδώ τους νεκρούς μας.
Α, φτάνει πια! Πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδιά.
Επίλογος
Κι όχι αυταπάτες προπαντός.
Το πολύ πολύ να τους εκλάβεις σα δυο θαμπούς προβολείς μες στην ομίχλη
Σαν ένα δελτάριο σε φίλους που λείπουν με τη μο-
ναδική λέξη: ζω.
"Γιατί" όπως πολύ σωστά είπε κάποτε και ο φί-
λος μου ο Τίτος,
"κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες
κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει τα καθεστώτα"
Έστω.
Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κριθείς.

Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2009

'Όταν μιαν Άνοιξη". Μανόλης Αναγνωστάκης

Παρασκευή βράδυ, παρέα με το Μανόλη Αναγνωστάκη.
Κάνετε ένα διάλειμμα διαβάζοντας το ποίημα του Αναγνωστάκη
" Όταν μιαν Άνοιξη"
και ακούγοντάς το μελοποιημένο από το Μίκη Θεοδωράκη
και τραγουδισμένο από τη Μαρία Φαραντούρη.


Τον Αναγνωστάκη θα τον συναντήσουμε φέτος στην ύλη μας. Κι είναι ευκαιρία να γνωρίσουμε κι άλλα δικά του ποιήματα, πολλά από τα οποία έχουν μελοποιηθεί.



Όταν μιαν άνοιξη χαμογελάσει
θα ντυθείς μια καινούργια φορεσιά
και θα 'ρθεις να σφίξεις τα χέρια μου
παλιέ μου φίλε

Κι ίσως κανείς δε σε προσμένει να γυρίσεις
μα εγώ νιώθω τους χτύπους της καρδιάς σου
κι ένα άνθος φυτρωμένο στην ώριμη,
πικραμένη σου μνήμη


Κάποιο τρένο, τη νύχτα, σφυρίζοντας,
ή ένα πλοίο, μακρινό κι απροσδόκητο
θα σε φέρει μαζί με τη νιότη μας
και τα όνειρά μας


Κι ίσως τίποτα, αλήθεια, δεν ξέχασες
μα ο γυρισμός πάντα αξίζει περισσότερο
από κάθε μου αγάπη κι αγάπη σου
παλιέ μου φίλε

Πώς σας φάνηκε;