Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σολωμός - παραδόσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σολωμός - παραδόσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2011

Αναπλήρωση 1 (2011-12) Κρητικός, απόσπασμα 4, στ. 9-38 και απ.5, στ. 1-4




Ας επιχειρήσουμε να αναπληρώσουμε μέσα από το blog την πρώτη μας ώρα που χάσαμε για φέτος . Ας το δοκιμάσουμε και στην τάξη συζητάμε 1) πόσο αποτελεσματικό μπορεί να είναι αυτό, 2) όποια απορία/παρατήρηση/ κρίση έχει αφήσει πίσω της αυτή η ιδιότυπη « παράδοση»
Λοιπόν,
*Έχετε δίπλα στο κείμενο το τεύχος φωτοτυπιών που δώσαμε με τίτλο «Μελετώντας τον Κρητικό»
*Κάνετε πρώτα προσεκτική ανάγνωση του αποσπάσματος.
*Αρχίστε να διαβάζετε την «παράδοση» του μαθήματος. Μην προχωράτε, όμως, αν δεν έχετε απαντήσει αυτά που βάζουμε σε αγκύλες. Και για να τα απαντήσετε: 1) εξετάζετε πολύ προσεκτικά το κείμενο, 2) παίρνετε βοήθεια από τις υποσημειώσεις του βιβλίου και 3) από τη φωτοτυπία που έχετε δίπλα σας ανοιγμένη στη σελ. 8).

Στο προηγούμενο μάθημα είχαμε δει τη φεγγαροντυμένη να εμφανίζεται και να κυριαρχεί, να επιβάλλεται στη φύση ( θυμηθείτε το μοτίβο της σιγής (απ.3, στ.1-8), τον τρόπο που περιγράφεται η θεϊκή της ύπαρξη (απ.3, στ. 10-14), αλλά και την ανιούσα κλιμάκωση της φωτοχυσίας (απ.4, στ. 1-8) )
Σήμερα θα σταθούμε στη συνάντησή της με τον Κρητικό και σε ό,τι αυτή η συνάντηση συνεπάγεται.
Ας το δούμε κομμάτι κομμάτι:
α) στ. 9-20,
β) στ. 21-29,
γ) στ. 30-36,
δ) στ. 37-38
ε) στ. 1-4 (απ.5)
[ΕΡ. 1 Δικαιολογήστε αυτό το «τεμάχισμα». Πώς δικαιολογείται; Ποιο θεματικό κέντρο υπάρχει σε κάθε ενότητα; Δώστε ένα τίτλο στην καθεμιά.]

α) στ. 9-20. Η λέξη «τέλος» δίνει κι ένα τέλος στην περιγραφή της επιρροής της φεγγαροντυμένης στη φύση· επικεντρωνόμαστε πια στη συνάντησή της με τον Κρητικό. Κυρίαρχο στοιχείο η δυνατή έλξη που ασκείται ανάμεσα στους δύο [ΕΡ.2 Επιβεβαιώστε το με τουλάχιστον τρία στοιχεία από το κείμενο]
Προσέξτε τη διατύπωση «βαριόμοιρος»: Διαισθάνεται, άραγε, ο Κρητικός τη σπουδαιότητα της υπερβατικής αυτής παρουσίας, καθοριστικής για τη μοίρα του;
Η εντύπωση που προκαλεί στον Κρητικό η παρουσία της δίνεται με μια απροσδιοριστία η οποία όμως υποβάλλει κάποια χαρακτηριστικά( στ. 14-16). Τι μνήμες του ανακαλεί η φεγγαροντυμένη; Ανεβείτε την κλίμακα των στίχων 14-16: μνήμη (σαν κάποια αγιογραφία), φαντασία ( ερωτική φαντασίωση) ή όνειρο συνυφασμένο με την αρχέγονη μνήμη, στα όρια της συνειδητής ύπαρξης; Διαβάστε και την υποσημείωση 33 και τις σημειώσεις της φωτοτυπίας.
Ό,τι κι αν είναι, πάντως, το αποτέλεσμα συνταράζει τον Κρητικό [ ΕΡ.3 σε ποιους στίχους φαίνεται αυτό; ]
Παρατηρήστε πόσο αριστοτεχνικά τοποθετημένη είναι η παρομοίωση των στίχων 19-20, έτσι που μπορεί να αναφέρεται τόσο στο στίχο 18, στη δύναμη με την οποία αναβλύζει η « παλιά κι αστοχισμένη» μνήμη [ ΕΡ. 4 ποιο γνωστό σολωμικό μοτίβο υπάρχει εδώ;], αλλά και ( να αναφέρεται) στο στίχο 21, στα δάκρυα που ξεπήδησαν και θόλωσαν τη ματιά του ναυαγού.


β) στ.21-29 Το πέρασμα έτσι, μέσα από το « βρύση έγινε το μάτι μου κι ομπρός του δεν εθώρα» στην ενδοσκόπηση, στα σωθικά, την ψυχή του Κρητικού, γίνεται φυσικά και αποτελεσματικότερα.
Παρατηρήστε κυρίως σ’ αυτούς τους στίχους την πανταχού παρούσα θεϊκή παρουσία της φεγγαροντυμένης. Αφού κατάκλυσε τη φύση [ ΕΡ. 5 Γυρίστε πίσω, στην προηγούμενη παράδοση και θυμηθείτε τους στίχους], κατακλύζει τώρα και το εσωτερικό , τα σωθικά του Κρητικού. [ ΕΡ 6. Σε ποιους στίχους του αποσπάσματος φαίνεται καθαρά αυτό; ]

γ) στ. 30-36 Η θεϊκή παρουσία εισχωρεί στα μύχια του Κρητικού και διαβάζει το νου και την καρδιά του. Με τον τρόπο αυτό μπορούμε κι εμείς, αλλάζοντας χρονικό επίπεδο, μέσα από την αναδρομή, να γνωρίσουμε το παρελθόν του ήρωα και ποιοτικά στοιχεία του χαρακτήρα του: Συμφορές, ξεκλήρισμα της οικογένειάς του και απώλεια της αγαπημένης πατρίδας.
[ ΕΡ.7 Στην αφήγηση του παρελθόντος του παρατηρούμε τόσο μία κλιμάκωση όσο και έντονη δραματικότητα. Ποια είναι η κλιμάκωση; (στ. 31-34) και από ποια χρήση της γλώσσας εξυπηρετείται η δραματικότητα;]


δ) στ. 37-38 Με την εξιστόρηση των συμφορών και μέσα στην τωρινή του συμφορά, το ναυάγιο, η ικεσία έρχεται εναγώνια και οριακή. (Παρατηρήστε τις εμφάσεις με την προστακτική, την κλητική προσφώνηση, τις μεταφορές, την αντίθεση, το « μονάχο» που κλείνει τη δίστιχη ικεσία)

ε) απ. 5, στ. 1-4: Ανταποκρίθηκε η φεγγαροντυμένη στην ικεσία του ναυαγού; Υπάρχουν κάποιες αντιθέσεις σ’ αυτούς τους στίχους που μπορεί να μας βοηθήσουν να καταλάβουμε καλύτερα τη στάση που αυτή κρατάει;
Παρατηρείτε ότι από τον επόμενο στίχο, που αλλάζουμε χρονικό επίπεδο και μεταφερόμαστε στο παρόν της αφήγησης, έχει επέλθει στον Κρητικό μία ριζική ψυχική μεταβολή; Κι αν ναι, μήπως ο τρόπος που ολοκληρώθηκε η συνάντηση της φεγγαροντυμένης με τον Κρητικό έχει κάποια σχέση μ’ αυτή τη μεταβολή; Μ΄αυτά τα ερωτήματα θα προσπαθήσουμε να ξεκινήσουμε την επόμενή μας παράδοση, που ελπίζω αυτή τη φορά να είναι στην τάξη :-)

Απορίες;;; (Θα ήταν χρήσιμο, μια και δεν το συζητήσαμε στην τάξη, να εκφράσετε την όποια απορία ή παρατήρησή σας στα σχόλια, ώστε μέσα απ’ τη συζήτηση να φανούν και στοιχεία που δεν αναφέρθηκαν ή δεν αναπτύχθηκαν)


Άσκηση επεξεργασίας: ( απ. 4, στ.9 – απ. 5, 4): Ποια φαίνεται να είναι η επίδραση της φεγγαροντυμένης στον Κρητικό;
Απαντήστε την ερώτηση είτε στα σχόλια, είτε με e-mail είτε σε χαρτί που θα μου δώσετε στην τάξη.
Άντε, κουδούνι!!!

Κυριακή 19 Σεπτεμβρίου 2010

Διον. Σολωμού Ο Κρητικός


Η ζωή αλλάζει δίχως να κοιτάζει τη δικιά σου μελαγχολία
Διον. Σαββόπουλος


Κάπως έτσι και στην εκπαίδευση. Μαθητές και καθηγητές είμαστε στη θέση μας.

Τα βιβλία όχι.
Όπως είπαμε το πρωί, σας παραθέτω το κείμενο του Κρητικού,
για να το διαβάσετε και να γράψετε, αβίαστα, τις πρώτες σας εντυπώσεις.
Λείπουν οι υποσημειώσεις του βιβλίου, αλλά απ' τα ολότελα...


Διον. Σολωμού

Ο ΚΡΗΤΙΚΟΣ

I (18)Eκοίταα, κι ήτανε μακριά ακόμη τ’ ακρογιάλι·
«αστροπελέκι μου καλό, για ξαναφέξε πάλι!».
Tρία αστροπελέκια επέσανε, ένα ξοπίσω στ’ άλλο,
πολύ κοντά στην κορασιά, με βρόντημα μεγάλο·
5τα πέλαγα στην αστραπή κι ο ουρανός αντήχαν,
οι ακρογιαλιές και τα βουνά μ’ όσες φωνές κι αν είχαν.


II (19)
Πιστέψετε π’ ό,τι θα πω είν’ ακριβή αλήθεια,
μά τες πολλές λαβωματιές που μόφαγαν τα στήθια,
μά τους συντρόφους πόπεσαν στην Kρήτη πολεμώντας,
μά την ψυχή που μ’ έκαψε τον κόσμο απαρατώντας.
5 (Λάλησε, Σάλπιγγα, κι εγώ το σάβανο τινάζω,
και σχίζω δρόμο και τσ’ αχνούς αναστημένους κράζω:
«Mην είδετε την ομορφιά που την Kοιλάδα αγιάζει;
Πέστε, να ιδείτε το καλό εσείς κι ό,τι σας μοιάζει.
Kαπνός δε μένει από τη γη· νιος ουρανός εγίνη.
10 Σαν πρώτα εγώ την αγαπώ και θα κριθώ μ’ αυτήνη».
«Ψηλά την είδαμε πρωί· της τρέμαν τα λουλούδια,
στη θύρα τής Παράδεισος που εβγήκε με τραγούδια·
έψαλλε την Aνάσταση χαροποιά η φωνή της,
κι έδειχνεν ανυπομονιά για νά ’μπει στο κορμί της·
15 ο Oυρανός ολόκληρος αγρίκαε σαστισμένος,
το κάψιμο αργοπόρουνε ο κόσμος ο αναμμένος·
και τώρα ομπρός την είδαμε· ογλήγορα σαλεύει·
όμως κοιτάζει εδώ κι εκεί και κάποιονε γυρεύει»).


III (20)

Aκόμη εβάστουνε η βροντή . . . . . .
Kι η θάλασσα, που σκίρτησε σαν το χοχλό που βράζει,
ησύχασε και έγινε όλο ησυχία και πάστρα,
σαν περιβόλι ευώδησε κι εδέχτηκε όλα τ’ άστρα·
5 κάτι κρυφό μυστήριο εστένεψε τη φύση
κάθε ομορφιά να στολιστεί και το θυμό ν’ αφήσει.
Δεν είν’ πνοή στον ουρανό, στη θάλασσα, φυσώντας
ούτε όσο κάνει στον ανθό η μέλισσα περνώντας,
όμως κοντά στην κορασιά, που μ’ έσφιξε κι εχάρη,
10 εσειότουν τ’ ολοστρόγγυλο και λαγαρό φεγγάρι·
και ξετυλίζει ογλήγορα κάτι που εκείθε βγαίνει,
κι ομπρός μου ιδού που βρέθηκε μία φεγγαροντυμένη.
Έτρεμε το δροσάτο φως στη θεϊκιά θωριά της,
στα μάτια της τα ολόμαυρα και στα χρυσά μαλλιά της.


IV (21)

Eκοίταξε τ’ αστέρια, κι εκείνα αναγαλλιάσαν,
και την αχτινοβόλησαν και δεν την εσκεπάσαν·
κι από το πέλαο, που πατεί χωρίς να το σουφρώνει,
κυπαρισσένιο ανάερα τ’ ανάστημα σηκώνει,
5 κι ανεί τσ’ αγκάλες μ’ έρωτα και με ταπεινοσύνη,
κι έδειξε πάσαν ομορφιά και πάσαν καλοσύνη.
Tότε από φως μεσημερνό η νύχτα πλημμυρίζει,
κι η χτίσις έγινε ναός που ολούθε λαμπυρίζει.
Tέλος σ’ εμέ που βρίσκομουν ομπρός της μες στα ρείθρα,
10 καταπώς στέκει στο Bοριά η πετροκαλαμήθρα,
όχι στην κόρη, αλλά σ’ εμέ την κεφαλή της κλίνει·
την κοίταζα ο βαριόμοιρος, μ’ εκοίταζε κι εκείνη.
Έλεγα πως την είχα ιδεί πολύν καιρόν οπίσω,
καν σε ναό ζωγραφιστή με θαυμασμό περίσσο,
15 κάνε την είχε ερωτικά ποιήσει ο λογισμός μου,
καν τ’ όνειρο, όταν μ’ έθρεφε το γάλα της μητρός μου·
ήτανε μνήμη παλαιή, γλυκειά κι αστοχισμένη,
που ομπρός μου τώρα μ’ όλη της τη δύναμη προβαίνει.
[Σαν το νερό που το θωρεί το μάτι ν’ αναβρύζει
20 ξάφνου οχ τα βάθη του βουνού, κι ο ήλιος το στολίζει.]
Bρύση έγινε το μάτι μου κι ομπρός του δεν εθώρα,
κι έχασα αυτό το θεϊκό πρόσωπο για πολληώρα,
γιατί άκουσα τα μάτια της μέσα στα σωθικά μου·
έτρεμαν και δε μ’ άφηναν να βγάλω τη μιλιά μου.
25 Όμως αυτοί είναι θεοί, και κατοικούν απ’ όπου
βλέπουνε μες την άβυσσο και στην καρδιά τ’ ανθρώπου,
κι ένιωθα πως μου διάβαζε καλύτερα το νου μου
πάρεξ αν ήθελε της πω με θλίψη του χειλιού μου:
«Κοίτα με μες στα, σωθικά που φύτρωσαν οι πόνοι.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
……………………………………………………………
30 Όμως εξεχειλίσανε τα βάθη της καρδιάς μου
T’ αδέλφια μου τα δυνατά οι Tούρκοι μού τ’ αδράξαν,
την αδελφή μού ατίμησαν κι αμέσως την εσφάξαν,
το γέροντα τον κύρη μου εκάψανε το βράδυ
και την αυγή μού ρίξανε τη μάνα στο πηγάδι.
35 Στην Kρήτη . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Mακριά ’πό κείθ’ εγιόμισα τες φούχτες μου κι εβγήκα.
Bόηθα, Θεά, το τρυφερό κλωνάρι μόνο να ’χω·
σε γκρεμό κρέμουμαι βαθύ, κι αυτό βαστώ μονάχο».

V (22)

Eχαμογέλασε γλυκά στον πόνο της ψυχής μου,
κι εδάκρυσαν τα μάτια της κι εμοιάζαν της καλής μου.
Eχάθη, αλί μου, αλλ’ άκουσα του δάκρυου της ραντίδα
στο χέρι, που ’χα σηκωτό μόλις εγώ την είδα.―
Eγώ από κείνη την στιγμή δεν έχω πλια το χέρι,
π’ αγνάντευεν Aγαρηνό κι εγύρευε μαχαίρι·
χαρά δεν του ’ναι ο πόλεμος· τ’ απλώνω του διαβάτη
ψωμοζητώντας, κι έρχεται με δακρυσμένο μάτι·
κι όταν χορτάτα δυστυχιά τα μάτια μου ζαλεύουν,
10 αργά, κι ονείρατα σκληρά την ξαναζωντανεύουν,
και μέσα στ’ άγριο πέλαγο τ’ αστροπελέκι σκάει,
κι η θάλασσα να καταπιεί την κόρη αναζητάει,
ξυπνώ φρενίτης, κάθομαι, κι ο νους μου κινδυνεύει,
και βάνω την παλάμη μου, κι αμέσως γαληνεύει.―
15 Τα κύματα έσχιζα μ’ αυτό, τα μυριομυρωδάτα,
με δύναμη που δέν είχα μήτε στα πρώτα νιάτα,
μήτε όταν εκροτούσαμε, πετώντας τα θηκάρια,
μάχη στενή με τους πολλούς ολίγα παλληκάρια,
μήτε όταν τον μπομπο-Iσούφ και τσ’ άλλους δύο βαρούσα
20 σύρριζα στη Λαβύρινθο π’ αλαίμαργα πατούσα.
Στο πλέξιμο το δυνατό ο χτύπος της καρδιάς μου
(κι αυτό μου τ’ αύξαιν’,) έκρουζε στην πλεύρα της κυράς μου.
Aλλά το πλέξιμ’ άργουνε, και μου τ’ αποκοιμούσε,
ηχός, γλυκύτατος ηχός, οπού με προβοδούσε.
25 Δεν είναι κορασιάς φωνή στα δάση που φουντώνουν,
και βγαίνει τ’ άστρο του βραδιού και τα νερά θολώνουν,
και τον κρυφό της έρωτα της βρύσης τραγουδάει,
του δέντρου και του λουλουδιού που ανοίγει και λυγάει.
Δεν είν’ αηδόνι κρητικό που σέρνει τη λαλιά του
30 σε ψηλούς βράχους κι άγριους όπ’ έχει τη φωλιά του,
κι αντιβουΐζει ολονυχτίς από πολλή γλυκάδα
η θάλασσα πολύ μακριά, πολύ μακριά η πεδιάδα,
ώστε που πρόβαλε η Aυγή και έλιωσαν τ’ αστέρια,
κι ακούει κι αυτή και πέφτουν της τα ρόδα από τα χέρια.
35 Δεν είν’ φιαμπόλι το γλυκό οπού τ’ αγρίκαα μόνος
στον Ψηλορείτη όπου συχνά μ’ ετράβουνεν ο πόνος,
κι έβλεπα τ’ άστρο τ’ ουρανού μεσουρανίς να λάμπει
και του γελούσαν τα βουνά, τα πέλαγα κι οι κάμποι·
κι ετάραζε τα σπλάχνα μου ελευθεριάς ελπίδα
40 κι εφώναζα: «ω θεϊκιά κι όλη αίματα Πατρίδα»
κι άπλωνα κλαίοντας κατ’ αυτή τα χέρια με καμάρι·
καλή ’ν’ η μαύρη πέτρα της και το ξερό χορτάρι.
Λαλούμενο, πουλί, φωνή, δεν είναι να ταιριάζει,
ίσως δε σώζεται στη γη ήχος που να του μοιάζει·
45 δεν είναι λόγια· ήχος λεπτός . . . . . . .
δεν ήθελε τον ξαναπεί ο αντίλαλος κοντά του.
Aν είν’ δεν ήξερα κοντά, αν έρχονται από πέρα·
σαν του Mαϊού τες ευωδιές γιομίζαν τον αέρα,
γλυκύτατοι, ανεκδιήγητοι . . . . . . .
50 μόλις είν’ έτσι δυνατός ο Έρωτας και ο Xάρος.
M’ άδραχνεν όλη την ψυχή, και νά ’μπει δεν ημπόρει
ο ουρανός κι η θάλασσα, κι η ακρογιαλιά, κι η κόρη·
με άδραχνε, και μ’ έκανε συχνά ν’ αναζητήσω
τη σάρκα μου να χωριστώ για να τον ακλουθήσω.
55 Έπαψε τέλος κι άδειασεν η φύσις κι η ψυχή μου,
που εστέναξε κι εγιόμισεν οχ την καλή μου·
και τέλος φθάνω στο γιαλό την αρραβωνιασμένη,
την απιθώνω με χαρά, κι ήτανε πεθαμένη.
Για όσα παιδιά δεν έχουν το βιβλίο και θέλουν να κάνουν την άσκηση με τα 4 χρονικά επίπεδα, παραθέτουμε εδώ το απόσπασμα του βιβλίου (σελ. 287):
"Μέσα από την αφήγηση του κεντρικού επεισοδίου, ο ποιητής φροντίζει έντεχνα, με αφηγηματικές αναδρομές στο παρελθόν ( «αναλήψεις») και ανοίγματα στο μέλλον ( «προλήψεις»), να υφάνει ταυτόχρονα ολόκληρη την ιστορία του ήρωα, πριν και μετά το ναυάγιο […] Έτσι ο μύθος αναπτύσσεται παράλληλα σε τέσσερα χρονικά επίπεδα.
1) Το πρώτο καλύπτει το χρόνο του ναυαγίου και της θαυμαστής εμπειρίας.
2) Το δεύτερο την προϊστορία του ήρωα στην Κρήτη […]
3) Το τρίτο χρονικό επίπεδο είναι η ζωή του πρόσφυγα μετά το ναυάγιο και το χαμό της κόρης […]
4) Ένα τέταρτο επίπεδο συνιστά ο οραματισμός της έσχατης Κρίσης. "
( Ε. Καψωμένος")
Η άσκηση σας ζητάει
να κατατάξετε τους στίχους όλου του ποιήματος στα 4 χρονικά επίπεδα.
Καλή δουλειά!

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2009

" Τα μαθαίνουμε όλα αυτά;"


Πέρασαν δυο μέρες. Ασχοληθήκαμε με εισαγωγές, κατευθύνσεις, επισημάνσεις, προσπαθήσαμε να μπούμε στον κόσμο της λογοτεχνίας. Σιγά σιγά θα περάσουμε στα κείμενα.
Ο Κρητικός, πρώτος πρώτος. Αύριο εισαγωγή. Έχετε ήδη ασχοληθεί με τις πρώτες της σελίδες. Στην τάξη βάλατε κιόλας το ζήτημα σχετικά με τις εισαγωγές και τα συνοδευτικά κείμενα , στο πίσω μέρος του βιβλίου: " Τα μαθαίνουμε όλα αυτά;"


Ε, όλο και κάτι μαθαίνουμε. Χρειάζεται, όμως, να κάνουμε προσεκτικά τις επιλογές μας. Λίγα, ίσως, στοιχεία απ' αυτά είναι απαραίτητο να μάθουμε, αλλά - προσέξτε - είναι και κρίσιμα και χρήσιμα. Στοιχεία που μπορούν να αποτελούν "κλειδιά" για το ξεκλείδωμα του κειμένου. Στοιχεία που μας παρέχουν πληροφορίες για το πλαίσιο, λογοτεχνικό ή κοινωνικοπολιτικό, του κειμένου. Βιογραφικά, που ασκούν επίδραση στη ζωή και κατ' ακολουθία και στο έργο του συγγραφέα. Στοιχεία, εν ολίγοις, που θα σας χρειαστούν κατά την ανάλυση του ποιήματος.


Μια βοήθεια, ώστε να εστιάσετε στα στοιχεία αυτά, αποτελούν οι ερωτήσεις που ακολουθούν. Οι απαντήσεις βρίσκονται στις σελίδες του βιβλίου, στις σελίδες που αναφέρονται στην παρένθεση. Βρείτε τις και υπογραμμίστε τις.
( σελ. 281) Από τι χαρακτηρίζεται η ποίηση του Σολωμού και σε τι διαφέρει από τους περισσότερους άγγλους ρομαντικούς;
( 281 ) Ποιος, κατά το Σολωμό, ο προορισμός του ποιητή και ποιος ο κοινωνικός του ρόλος;
( 281-283 ) Απαριθμήστε οκτώ απόψεις σχετικές με την αποσπασματικότητα του έργου του Σολωμού.
( 283 ) Πού αναφέρονται πολλά από τα ουσιαστικά που χρησιμοποιεί ο Σολωμός και τι αποδεικνύει αυτό;
( 283-4 ) Απαριθμήστε 4 εικόνες κρυμμένων πραγμάτων που υπάρχουν στον Κρητικό.
( 284 ) Ποια η συμβολική σημασία της θάλασσας στην ποίηση του Σολωμού;
( 284 ) Ποιο πρόβλημα βασάνιζε το Σολωμό; Τι τον ενδιέφερε και τι προσπαθούσε να πετύχει;
( 287 ) Από ποιες αφηγηματικές ενότητες αποτελείται ο Κρητικός;
( 287 ) Σε ποια χρονικά επίπεδα αναπτύσσεται ο Κρητικός;
( 288 ) Απαριθμήστε πέντε παραδείγματα από τον Κρητικό σχετικά με τη «σύνθεση των στοιχείων ανά τρία».
( 289 - 290 ) Απαριθμήστε έξι ερμηνευτικές απόψεις για τη Φεγγαροντυμένη.
( 291 ) Ποια η επίδραση στον Κρητικό που ασκεί η φύση στον ήρωα;
( 292 ) Από πού διαπιστώνουμε επιρροές στη σκηνοθεσία της Φεγγαροντυμένης;
( 292 ) Ποιες διακειμενικές σχέσεις έχουν επισημανθεί κατά καιρούς και σε σχέση με ποια μοτίβα;
( 293 ) Ποιες βασικές ιδέες συμπυκνώνει το έργο;

Ορίστε! Τώρα μπορείτε να απολαύσετε…σολωμικά το βράδυ σας :-)