Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παπαδιαμάντης - αναλύσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παπαδιαμάντης - αναλύσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2011

Καθώς ο σκύλος, ο δεμένος με πολύ κοντόν σκοινίον...

Ποιος είναι ο ώριμος αφηγητής του διηγήματος του Αλ. Παπαδιαμάντη «Όνειρο στο κύμα»; Τι άνθρωπος είναι; Ποιες αξίες, ποιες αρχές, ποια όνειρα, ποιοι πόθοι και ποιες ματαιώσεις κυβερνάνε την ψυχή του;
Αυτό ήταν το θέμα της εργασίας σας και είπαμε πως θα συμπληρώσουμε κάποια στοιχεία από την ανάλυση του Νικήτα Παρίση, όπως τη διαβάζουμε στο βιβλίο «Αλ. Παπαδιαμάντης – τρία διηγήματα». Για να δούμε, λοιπόν, πώς βλέπει το στριμωγμένο στο δικηγορικό γραφείο ήρωά μας ο Παρίσης:

" O αφηγητής είναι πρόσωπο εσωτερικά διχασμένο.
Αυτός ακριβώς, ο εσωτερικς του διχασμός ακυρώνει τις αξίες του παρόντος ( παιδεία, πανεπιστημιακό πτυχίο, δικηγορία, επαγγελματική αποκατάσταση) και εξιδανικεύει μέσα του τη ζωή του παρελθόντος. Ο διχασμός του προκαλείται από την αίσθηση και το σύνδρομο του αποτυχημένου βίου, επειδή η ζωή του πήρε άλλη κατεύθυνση από αυτή που ο ίδιος επιθυμούσε. Πρακτικά ο διχασμός του εκδηλώνεται πρώτα ως ολική απαξίωση της πραγματικότητας πουτον περιβάλλει και ακολούθως ως παραμυθητική λειτουργία της μνήμης. Έτσι το «τώρα» γίνεται γκρίζο και συνιστά την αιτία της δυστυχίας του, ενώ το νοσταλγούμενο «τότε» προβάλλεται ωςο απολεσθείς παράδεισος. Αυτή η αντίθεση ανάμεσα στο μίζερο «τώρα» και το παραδεισένιο «τότε»,εξηγεί και αιτιολογεί την έλλειψη προσαρμοστικής ικανότητας και, παράλληλα, την προσφυγή στη λυτρωτική λειτουργία της μνήμης. Με έναν τελικό και συνοψιστικό λόγο: ο αφηγητής είναι ένα πρόσωπο που βασανίζεται και τυραννιέται από τη βεβαιότητα και το ισχυρό σύνδρομο της αποτυχίας στη ζωή. Αυτοαμυνόμενος απέναντι στην απωθητική πραγματικότητα, απ’ την οποία δε διαβλέπει, τώρα πια, έξοδο και διέξοδο απολύτρωσης και σωτηρίας, επαναβιώνει αναδρομικά τα όσα οριστικά έχασε. Είναι, τελικά, ο αρνητής της ζώσας πραγματικότητας και ο αθεράπευτος νοσταλγός του παρελθόντος.



Τα όσα απαξιώνει ο αφηγητής και τα όσα εξιδανικευτικά προβάλλει, μέσω της μνημονικής λειτουργίας και της επαναβίωσης ενός περιστατικού, αποκαλύπτουν τη συνολική ιδεολογία της αφηγηματικής γραφής. Συγκεκριμένα, απαξιώνεται ολικά και καταγράφεται ως αποτυχία το ιδανικό του σύγχρονου ανθρώπου για την απόκτηση κοσμικής παιδείας και την επαγγελματική καταξίωση. Αντίθετα, προβάλλεται έντονα ως νοσταλγούμενος τρόπος ζωής, το αρκαδικό ιδεώδες: η αμέριμνη και ευτυχισμένη ζωή κοντά στη φύση. Παράλληλα, η αίσθηση της αποτυχίας στη ζωή, κάνει τον αφηγητή να προβάλλει, ως αναζήτηση της λύτρωσης, το μοναστικό βίο. Και στις δύο περιπτώσεις η αληθινή και η γνήσια, κατά τον αφηγητή, διάσταση της ζωής βρίσκεται ή σεμία φυγόκοσμη τάση, με στόχο την επιστροφή στη φύση, ή σε ένα είδος εφησυχασμένου αναχωρητισμού. Και τα δύο, βέβαια, συνιστούν καταστάσεις φυγής από τα εγκόσμια, όπου εξίσου δοκιμάζεται η ηθική ποιότητα ή και η αντοχή του ανθρώπου. Εξάλλου, η σύγχρονή πρακτική λογική τη φυγόκοσμη τάση, ως επιστροφή σε μια φυσική ζωή, θα τη θεωρούσε ως κάτι το ανέφικτο, το αθεράπευτα ρομαντικό ή και ουτοπικό. Το δεύτερο στοιχείο, αυτή την τάση του εφησυχασμένου αναχωρητισμού, η σύγχρονή λογική θα την αξιολογούσε ως άρνηση του κόσμου και της ζωής. "


Ποια άλλα στοιχεία θεωρείτε αξιοσημείωτα;

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2011

Γλωσσικός άνεμος ελευθερίας




Έχουμε συνηθίσει να λέμε ότι ο Παπαδιαμάντης χρησιμοποιεί την καθαρεύουσα στις περιγραφές και τη λαϊκή ντοπιολαλιά στους διαλόγους. Αυτό το στερεότυπο ελέγχει ο Μ.Γ. Μερακλής σε ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο του στο περιοδικό "Το δέντρο", (τ.181-182, σελ. 72-74).

Ας δούμε τα βασικά του σημεία:


« Λένε, συνήθως, ότι ως ηθογράφος έγραφε στην καθαρεύουσα τα περιγραφικά, ενώ στο ντόπιο ιδίωμα τα διαλογικά μέρη των διηγημάτων του. Εντούτοις και με λίγη προσοχή διαπιστώνει κανείς ότι κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Η καθαρεύουσά του διασαλεύεται και στα περιγραφικά μέρη, με επεμβάσεις που θα μπορούσαν να κωδικοποιηθούν ( αν και ο κατεξοχήν κανόνας που εφαρμόζει είναι η μη αυστηρή τήρηση κανόνων):
προσθέτει τελικά ‘ν’ σε λαϊκές λέξεις ( την «πίτταν»),
καθώς και συλλαβική αύξηση σε λαϊκά ρήματα («εξενοδούλευε»),
μετατρέπει τα ψιλά, όπως λέγονται, σύμφωνα των φθόγγων μπ, ντ (b, d) στα αντίστοιχα δασέα για να εκλογιοτατίσει λαϊκές λέξεις («εμβαρκάρισε» αντί μπαρκάρισε).
Ελεύθερα κινείται και στους τονισμούς (π.χ τη μετοχή τού λαϊκού αυτιάζομαι, αδόκιμη και αυτή, τονίζει με τους κανόνες της καθαρεύουσας, «αυτιαζομένη»).

Ένας άνεμος ελευθερίας έπνεε στα κείμενά του, μέσα σ’ ένα κλίμα τρομοκρατίας που υπήρχε στο γλωσσικό ζήτημα. (…) Πρόσφερε κατάμουτρα στους τυφλώττοντες μονομανείς τη μεικτή γλώσσα του (όλος ο πολιτισμός μας υπήρξε αποτέλεσμα σύγκρασης λαϊκότητας και λογιοσύνης). Συντρόφευε ο Παπαδιαμάντης στοιχεία από εποχές και περιοχές της ευρύτατης ελληνικής γλωσσικής επικράτειας.

Και βέβαια δεν πρόκειται για λίθους και πλίνθους ατάκτως ερριμμένους. Όπως εύστοχα παρατήρησε ο Κωστής Παπαγιώργης, η καθαρεύουσά του,
«παρουσιάζει αναβαθμούς». Κι όταν περιγράφει τη Φύση, «όπου έχουμε την εντύπωση ότι ο συγγραφέας επιδίδεται στην απόδοση κάποιας μυστικής γωνιάς του Παραδείσου» η γλώσσα του αίρεται και καθαίρεται σαν ένας τελετουργικός ύμνος στο δημιουργό της.
Τα λαϊκά στοιχεία αρχίζουν να εμφανίζονται, όταν ο άνθρωπος επίσης εμφανίζεται επί σκηνής. Η αμιγής καθαρεύουσα ανυψώνει, η ανάμειξή της με λαϊκά στοιχεία προσγειώνει. Έγραφα κι εγώ σχετικά με το θέμα τούτο:
«Αυτή η διαλεκτική, της ανύψωσης και της καθόδου, εκφραζόμενη με τη συμβολή των γλωσσικών συμβόλων, είναι η σύνθεση της πεζογραφίας του Παπαδιαμάντη. Από δω και πέρα η προσθήκη ενός μη αναμενόμενου ν,
η αφαίρεση, μη αναμενόμενη, μιας αύξησης,

η εναρμόνιση, τελικά, των καταρχήν αλληλοσυγκρουόμενων γλωσσικών στοιχείων,

είναι το έργο της ανεπανάληπτης ποιητικής και μουσικής ευαισθησίας του Παπαδιαμάντη».


Μπορείτε να αναζητήσετε για όλα αυτά κάποια παραδείγματα από το κείμενό μας; Ή να προσθέσετε κάποιες άλλες παρατηρήσεις από τον τρόπο που χειρίζεται τη δημοτική και την καθαρεύουσα ο συγγραφέας;

Αλλά, ξέχασα: μην κουράζεστε. Προέχουν οι βαλίτσες για την εκδρομή!

Λοιπόν, ετοιμάστε τις εσείς κι εγώ σας υπόσχομαι

την επόμενη ανάρτηση να την κάνουμε

για τη Θεσσαλονίκη:-)

Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2011

Altera pars

Η ανάρτηση αφιερώνεται στη Σοφία ( μας ακούει ο Βόλος;), που με την αγάπη της για το σκιαθίτη συγγραφέα μάς μαθαίνει τόσα.


Στο αφιέρωμα του περιοδικού «Το δέντρο» για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη (τ. 181-2, 6/ 2011) υπάρχει ένα άρθρο του Χ.Ε. Μαραβέλια αντιπολιτευτικής, θα λέγαμε, διάθεσης. Στο άρθρο αυτό κρίνεται η θρησκευτικότητα του σκιαθίτη συγγραφέα αλλά και η πρόσληψη του έργου του μέσα από αυτή. Ο Χ.Ε.Μαραβέλιας σκιαγραφεί την αρνητική πλευρά της θρησκευτικότητας και τοποθετεί την αξία του έργου τού Α. Παπαδιαμάντη στη γλώσσα του και την περιγραφική του δεξιότητα.



Οι « άλλες φωνές», όσο αιρετικές κι αν φαίνονται- ή μάλλον ακριβώς γι’ αυτό- όταν είναι τεκμηριωμένες, καλό είναι να ακούγονται. Εμπλουτίζουν τη σκέψη μας φωτίζοντας από διαφορετικές οπτικές γωνίες, ανοίγουν το οπτικό μας πεδίο, ενεργοποιούν το λόγο και τον αντίλογο. Έτσι, ας δούμε τους κεντρικούς άξονες του άρθρου του Χ. Ε. Μαραβέλια, με την ελπίδα πως μπορούν να προκαλέσουν μια γόνιμη συζήτηση.



Ο Χ. Ε. Μαραβέλιας, λοιπόν, θεωρεί πως ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης «υπήρξε ένας αγέλαστος άνθρωπος, ένας χωρίς επαρκή εξωτερικό λόγο αυτοβασανιζόμενος. Η μελαγχολία του πρέπει να ήταν θρησκειογενής», μια και «ο ‘καλός’ χριστιανός (οφείλει να) είναι ένα πένθιμο ον». Επικαλείται τις απόψεις των Κ.Θ Δημαρά και Δ. Μπαλάνου, για να προσδώσει στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη «χαριτωμένα απλοϊκή προσήλωση στο εκκλησιαστικό τυπικό και την πιο στενή αντίληψη της παράδοσης», "αφελή θρησκευτικότητα» και καθαρή τυπολατρία. Βλέπει τον Αλέξανδρο. Παπαδιαμάντη να κλείνει, λόγω θρησκοληψίας, τ’ αυτιά του τόσο στην εποχή του και στις αλλαγές που αυτή κυοφορεί («Ζώντας σε μια εποχή όπου συντελούνται και προμηνύονται πλείστες όσες αλλαγές στον πανευρωπαϊκά σπουδαίο 19ο αιώνα, ο κυρ-Αλέξαντρος παραμένει φοβικά δεξιός ψάλτης μιας παράδοσης που σε μεγάλο βαθμό είναι υπεύθυνη για τη στατικότητα και οπισθοδρομικότητα, για το α-πρόοδον της ελληνικής κοινωνίας») όσο και στις νέες ιδέες με τις οποίες ερχόταν σε επαφή λόγω γλωσσομάθειας αλλά και της δουλειάς του («Από τη δουλειά του σε εφημερίδες είχε την ευκαιρία να δέχεται ικανές ποσότητες νέων ιδεών, ευρωπαϊκών κυρίως, από τις οποίες θα αντλούνταν οι δημοσιεύσιμες στην καθ’ ημάς Ανατολή. Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης έκλεισε τα μάτια σ’ όλες αυτές τις ‘φράγκικες’ ιδέες και ενέμενε σ’ ένα παρόν που ήδη είχε αρχίσει να γίνεται παρελθόν. Την εποχή που ο Λασκαράτος και ο Ροΐδης χλεύαζαν με τρόπο μοναδικό τις θρησκευτικές προλήψεις και δεισιδαιμονίες, τη χριστιανική ειδωλολατρία της εποχής τους, ο Αλέξανδρος. Παπαδιαμάντης μέθαγε με τα νεκρόφιλα θυμιάματα της βυζαντινής θεοκρατίας και με θεία κοινωνία»).



Την ιδιότητα του θρησκευόμενου ατόμου την τοποθετεί περισσότερο στην επιφάνεια του τυπολατρικού και ενός ανθρώπου που δεν εμβαθύνει στα μεγαθέματα της χριστιανικής θεολογίας: «Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης είναι όχι θρησκευτικός αλλά λατρευτικός συγγραφέας. Ο ίδιος, μας λένε οι εντός και εκτός εκκλησίας ιεροκήρυκες, ήταν βαθιά θρησκευόμενο άτομο. Τούτο συνήθως σημαίνει άτομο απροβλημάτιστο για τις ρίζες, τη φιλοσοφία της θρησκείας ή ακόμη για τα μεγαθέματα της χριστιανικής θεολογίας. Η θεολογία του σταματούσε στη Λειτουργική (…) Η λατρευτικότητά του σταματάει σε λατρευτικές εκδηλώσεις και πρακτικές, σε ‘ιερά’ λατρευτικά κείμενα και αντικείμενα˙ πρωτίστως δε σε ναΐσκους και εικονίσματα». Η θρησκοληψία αυτή, κατά το Χ. Μαραβέλια, φαίνεται να υπέσκαψε αρετές του χαρακτήρα του, όπως η ευφυία ή το χιούμορ, αλλά και να του στέρησε χαρές ζωής, όπως ο έρωτας.



Ακόμα και το βασικό προσόν που του αναγνωρίζει ο Μαραβέλιας, τη γλώσσα, τη βλέπει σα μια «γλώσσα αμυντική, μια γλώσσα στη φάση του απέρχεσθαι», που ταίριαζε απόλυτα στη συντηρητική φύση και ιδεολογία του συγγραφέα.
Η κατακλείδα του άρθρου, που κι αυτή είναι συζητήσιμη από πολλές πλευρές, είναι πως «Η λογοτεχνία επινοήθηκε για να μπορούν να εκφραστούν κάποιες ιδέες που μας προχωράνε ένα βήμα μπροστά. Ο ‘άγιος των γραμμάτων μας’ και στις ιδέες και στη γλώσσα κοίταζε προς τα πίσω»

[1. Καλά θα ήταν να μπορούσε να παρατεθεί όλο το άρθρο, ώστε να φανεί πλήρως η συλλογιστική του συγγραφέα του.
2. Πέρα από τις όποιες διαφωνίες ή ενστάσεις που θα μπορούσε να εγείρει κανείς επί των απόψεων που εκφράζονται, δεν μπορεί να μην παρατηρήσει κανείς τη δηκτικότητα του ύφους, που, ούτως ή άλλως, τις υποσκάπτει.


Ελπίζοντας σε μία γόνιμη συζήτηση.

Παρασκευή 7 Ιανουαρίου 2011

Όνειρο αυγουστιάτικο, στο κύμα

η σημερινή ανάρτηση είναι αφιερωμένη στη Ρούλα
( ή, μάλλον, ΕΙΝΑΙ της Ρούλας..)


Ας παρατείνουμε τις διακοπές μας άλλες δυο-τρεις μέρες πριν μπούμε στην περίοδο που θα μας φέρει πιο κοντά στην άνοιξη, μια περίοδο που μπορεί να «βγει» πολλή δουλειά
από όσους παλεύουν φέτος για τις πανελλαδικές. Και ας ακούσουμε ένα ονειρικό τραγούδι, τραγούδι του οποίου κάποιοι στίχοι μάς μεταφέρουν σε ένα άλλο όνειρο, στο όνειρο στο κύμα,
αλλά και στη μαγεία που αυτό προκαλούσε στο μικρό πρωταγωνιστή που ένοχα το βίωνε.

Τον « Αύγουστο», του Νίκου Παπάζογλου,
είχε την παρατηρητικότητα και την ευαισθησία να τον ακούσει « παράλληλα» με το όνειρο στο κύμα
η daflek
και την καλοσύνη να το αφιερώσει στους αναγνώστες του ιστολόγιου.

Μα γιατί το τραγούδι να 'ναι λυπητερό
με μιας θαρρείς κι απ' την καρδιά μου ξέκοψε
κι αυτή τη στιγμή που πλημμυρίζω χαρά
ανέβηκε ως τα χείλη μου και με 'πνιξε
φυλάξου για το τέλος θα μου πεις
Σ' αγαπάω μα δεν έχω μιλιά να στο πω
κι αυτό είναι ένας καημός αβάσταχτος
λιώνω στον πόνο γιατί νιώθω κι εγώ
ο δρόμος που τραβάμε είναι αδιάβατος
κουράγιο θα περάσει θα μου πεις
Πώς μπορώ να ξεχάσω τα λυτά της μαλλιά
την άμμο που σαν καταρράχτης έλουζε
καθώς έσκυβε πάνω μου χιλιάδες φιλιάδια
μάντια που απλόχερα μου χάριζε
θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό
Σε ποιαν έκσταση απάνω σε χορό μαγικό
μπορεί ένα τέτοιο πλάσμα να γεννήθηκε
από ποιο μακρινό αστέρι είναι το φως
που μες τα δυο της μάτια πήγε κρύφτηκε
κι εγώ ο τυχερός που το 'χει δει
Μες το βλέμμα της ένας τόσο δα ουρανός
αστράφτει συννεφιάζει αναδιπλώνεται
μα σαν πέφτει η νύχτα πλημμυρίζει με φως
φεγγάρι αυγουστιάτικο υψώνεται
και φέγγει από μέσα η φυλακή
( στίχοι Ν. Παπάζογλου)





Μάλιστα, για να μη μείνουν παραπονεμένοι οι φανατικοί των αναλύσεων,
η καλή συνάδελφος μάς στέλνει και ένα εύστοχα επιλεγμένο σχόλιο του Στρατή Πασχάλη για το διήγημά μας:


«Περίεργο αφήγημα. Στην πρώτη ματιά, ερωτικό, ειδυλλιακό.
Στη δεύτερη, ατμοσφαιρικό, μυστηριακό. Στην Τρίτη, συμβολικό, αλληγορικό. Στην τέταρτη, ακαθόριστο, σιβυλλικό. Κι όμως, πάντα απλό, τόσο απλό, ώστε μοιάζει αυτονόητο. Σαν παραμύθι. Ένα βοσκόπουλο, μια νύχτα, βλέπει τυχαία την αγαπημένη τουνα κολυμπά στη θάλασσα. Ξαφνικά η κοπέλα κινδυνεύει να πνιγεί. Το αγόρι πέφτει στα κύματα και τη σώζει. Καθώς την κρατά για να την βγάλει έξω, νιώθει να πραγματώνεται στιγμιαία το ερωτικό του όνειρο –το υπέροχο άγγιγμά της. Χρόνια μετά, βοηθός δικηγόρου πια, δούλος της βιοπάλης, νοσταλγεί την εφηβική αυτή εμπειρία του, κι αναφωνεί .
Ὤ ἄς ἤμην ἀκόμη βοσκός εἰς τά ὄρη!....




Αναρωτιέμαι, αν ο έφηβος αυτός ποιμένας που κοίταζε τό ηλιοκαές πρόσωπόν του να γυαλίζεται εἴς τά ρυάκια και τάς βρύσεις, δεν είναι κάτι σαν άλλος Νάρκισσος, ερωτευμένος, αν όχι με τον εαυτό του, τουλάχιστον με τον ίδιο τον Έρωτα, ένας άλλος Αδάμ πριν υπάρξει η Εύα – δεν είναι τυχαία η αναφορά στην Εύα κάπου μέσα στο αφήγημα – κι αν αγαπά πράγματι τη νεαρή χωρική, τη Μοσχούλα, την πεζή και ασυγκίνητη, κι όχι «τό ἴδιον ὄνειρόν του», τη χίμαιρα που πλάθουν τα σκοτεινά και ανεξερεύνητα πρώτα σκιρτήματα;

Κι αν τη νύχτα εκείνη είδε όντως το πραγματικό κορίτσι να λούζεται στ’ αρμυρά νερά, και το έσωσε όταν κινδύνεψε, ή μήπως είδε μία οπτασία της φαντασίας του, τον αντικατοπτρισμό των πιο ευγενικών του πόθων, το αρχέτυπο της δικής του ψυχής, το ίνδαλμα του πιο ανέκφραστου έρωτά του, να λικνίζεται, με σάρκα και οστά, στους ωκεανούς των μυστηρίων; Κι αυτή η μικρή κατσίκα, που της είχε δώσει το όνομα της δήθεν αγαπημένης του για να τη νιώθει κοντά του, γιατί άραγε έπρεπε να πνιγεί; Μήπως γιατί το σκοινί που την έδενε ήταν το σύμβολο του συμβατικού δεσμού που συνδέει τ’ αντρόγυνα και σκοτώνει τον έρωτα; Ίδιο με το σκοινί που δένει το δούλο με τον αφέντη, τον υπάλληλο με τον προϊστάμενο, τον άνθρωπο με τον άλλον άνθρωπο, μέσα στη σύμβαση της κοινωνίας; Και μήπως θα ήταν καλύτερα, ύστερα από την καταλυτική αυτή εμπειρία του, να πάρει το δρόμο του μοναχισμού για να βιώσει μέχρι τέλους, αν όχι το φυσικό, τουλάχιστον τον ιερό ναρκισσισμό, τον καθαγιασμένο, προσπαθώντας να διασώσει μέσα του τον θεϊκό έρωτα που ένιωσε ’κείνη τη νύχτα όταν κράτησε στην αγκαλιά του την εκπλήρωση όλων των επιθυμιών σ’ ένα άγγιγμα σαρκικό με κάτι που ήταν Ὄνειρο; Και τι να ’ναι αυτά τα «ὄρη» που λαχταρά; Μήπως δεν είναι οι απόμερες ερημιές, αληθινές και μεταφορικές, μακριά από τη μιζέρια της κοσμικής καταδίκης, όπου μπορεί κανείς να συντηρήσει εντός του δροσερή τη φλόγα της αγάπης γι’ αυτό που βαθιά ποθεί, και που τελικά, μες στην απτή πραγματικότητα, δεν υπάρχει;

Κι όλα αυτά τόσο ανάλαφρα, μεθυστικά ειπωμένα, έστω κι αν στο βάθος της παπαδιαμαντικής γοητείας ακούγεται πάντα υπόκωφος σπαραγμός…..». Στρατής Πασχάλης για το «Ὄνειρο στο κῦμα» από το «Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης Σκοτεινά παραμύθια» εισαγωγή-επιλογή διηγημάτων- σχόλια Στρατής Πασχάλης, εκδ. ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, Αθήνα 2001


Daflek, ένα ευχαριστώ λίγο είναι

Τετάρτη 8 Δεκεμβρίου 2010

Απώλεια, νοσταλγία, πόθος

« Ήμην πτωχόν βοσκόπουλον εις τα όρη. Δεκαοκτώ ετών, και δεν ήξευρα ακόμη άλφα. Χωρίς να το ηξεύρω, ήμην ευτυχής. Την τελευταίαν φοράν οπού εγεύθην την ευτυχίαν ήτον το θέρος εκείνο του έτους 187... Ήμην ωραίος έφηβος, κ' έβλεπα το πρωίμως στρυφνόν, ηλιοκαές πρόσωπον μου να γυαλίζεται εις τα ρυάκια και τας βρύσεις, κ' εγύμναζα το ευλύγιστον, υψηλόν ανάστημα μου ανά τους βράχους και τα βουνά.»
( Όνειρο στο κύμα, α΄ενότητα, α΄ παράγραφος)
[...]
«Μεγάλην προκοπήν, εννοείται, δεν έκαμα. Σήμερον εξακολουθώ να εργάζωμαι ως βοηθός ακόμη εις το γραφείον επιφανούς τινος δικηγόρου και πολιτευτού εν Αθήναις, τον οποίον μισώ, αγνοώ εκ ποίας σκοτεινής αφορμής, αλλά πιθανώς επειδή τον έχω ως προστάτην και ευεργέτην. Και είμαι περιωρισμένος και ανεπιτήδειος, ουδέ δύναμαι να ωφεληθώ από την θέσιν την οποίαν κατέχω πλησίον του δικηγόρου μου, θέσιν οιονεί αυλικού.Καθώς ο σκύλος, ο δεμένος με πολύ σχοινίον εις την αυλήν του αυθέντου του, δεν ημπορεί να γαυγίζη ούτε να δαγκάση έξω από την ακτίνα και το τόξον τα οποία διαγράφει το κοντόν σχοινίον, παρομοίως κ' εγώ δεν δύναμαι ούτε να είπω, ούτε να πράξω τίποτε περισσότερον παρ όσον μου επιτρέπει η στενή δικαιοδοσία, την οποίαν έχω εις το γραφείον του προϊσταμένου μου.»
( Όνειρο στο κύμα, τελευταίες παράγραφοι α΄ενότητας)

Μια προηγούμενη χρονιά ένας μαθητής είχε κάνει μια αφοπλιστική ερώτηση: « κι αν ήταν δικηγόρος στο νησί του; Θα ήταν ευτυχισμένος; » Η ερώτηση έδωσε λαβή και σε άλλες, οπότε, μεταξύ αστείου και σοβαρού, τέθηκαν θέματα, όπως:« αν συναντούσε τη Μοσχούλα κάτω από τις ίδιες συνθήκες αλλά σε μεγάλη ηλικία, θα αναστατωνόταν τόσο;», «αν, όντας βοσκόπουλο, είχε ένα αφεντικό που τον «έδενε» με ένα κοντό σκοινί, θα ήταν ευτυχισμένος;», «αν, όταν ήταν βοσκός, είχε προλάβει και γνώριζε γράμματα, θα ήταν δυστυχής;»
Ο τρόπος που έμπαιναν οι ερωτήσεις στην τάξη μάς βοήθησε να καταλάβουμε πως η αντίθεση στις δύο φάσεις της ζωής του αφηγητή, τότε που ήταν παιδί στη φύση και τώρα που είναι δικηγόρος στο άστυ, είναι σύνθετη. Καταλήξαμε στη συζήτηση που κάναμε πως ο Παπαδιαμάντης δεν ήθελε να συγκρίνει αμφίδρομα την παιδική και την ενήλικη ζωή ή την αγραμματοσύνη και τη μόρφωση ή τη φύση και την αστική ζωή ή να δείξει πώς με τη γνώση διαβρώνεται η αθωότητα που εγγυάται η άγνοια.


Όλα τα χαρακτηριστικά που περιγράφει στην πρώτη παράγραφο της πρώτης ενότητας του διηγήματος φαίνεται να τα θεωρεί στοιχεία που συναπαρτίζουν, συνθέτουν την ευτυχία. «Πτωχόν βοσκόπουλον», «ωραίος έφηβος», «δεν ήξευρα ακόμη άλφα» και «χωρίς να το ηξεύρω ήμην ευτυχής»…Ενώ στις δύο τελευταίες παραγράφους της ενότητας «εξήλθα δικηγόρος», «εργάζομαι ως βοηθός», «μισώ», «είμαι περιωρισμένος και ανεπιτήδειος» και «καθώς ο σκύλος, ο δεμένος με πολύ κοντόν σκοινίον (…)»

Εντέχνως τα στοιχεία δίνονται όλα μαζί, κομμάτια που συνιστούν κάθε φορά την ευτυχία ή τη δυστυχία του αφηγητή. Και μάλιστα τα πρώτα, της ευτυχίας, περιγράφονται αναδρομικά, από την απόσταση του χρόνου, αναπόφευκτα βουτηγμένα στην εξωραϊστική νοσταλγία, αλλά κι από την απόσταση του χώρου, που ανοίγει το δρόμο στην «αρκαδική θεώρηση» της λειτουργίας της φύσης.

Η απώλεια ( απώλεια της αθωότητας, της εφηβικής ηλικίας, της ελεύθερης ζωής στη φύση, της ξεγνοιασιάς) θρέφει τον ανικανοποίητο πόθο, την παράλογη αλλά και σχεδόν ενστικτώδη επιθυμία επιστροφής στο χρόνο που ζήσαμε.

Καταλάβαμε έτσι, μέσα από τις αστείες μας ερωτήσεις, πως τα διλήμματα «πόλη ή χωριό», «γράμματα ή άγνοια», «έφηβος ή ενήλικος» ήταν αρκετά επιφανειακά και πάντως, έτσι, από μόνα τους, όχι ο στόχος του Παπαδιαμάντη. Η σύγκριση φαίνεται να είναι μία και όλα αυτά μαζί τα εσωτερικά της στοιχεία.
Εσείς τι λέτε;


Α! Ξεχάσαμε το κουίζ μας:
Πού βρίσκεται αυτό το ορφανό μπαλκόνι
της πρώτης μας φωτογραφίας;

Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2009

Αναπλήρωση-5 Ο Νικήτας Παρίσης για την αυτοβιογραφικότητα στον Παπαδιαμάντη και μια συνολική εκτίμηση



Συζητώντας στην προηγούμενη ανάρτηση για την αυτοβιογραφικότητα του διηγήματος και αποχαιρετώντας προσωρινά το ξέγνοιαστο βοσκόπουλο και το μαραζωμένο δικηγόρο, ας παραθέσουμε ένα απόσπασμα του Νικήτα Παρίση από το βιβλίο του "Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης Τρία διηγήματα - αναζήτηση της αφηγηματικής πλοκής" (εκδ. Πατάκη), βιβλίο που αφιερώνει 41 καλές του σελίδες στο " Όνειρο στο κύμα" και που καλό θα ήταν όλοι να του ρίξετε μια ματιά ( Έχουμε φροντίσει και υπάρχει και στη σχολική βιβλιοθήκη).

Στο απόσπασμα που παραθέτουμε, στις καταληκτικές παραγράφους της μελέτης του, ο Νικήτας Παρίσης περνώντας από το θέμα της αυτοβιογραφικότητας του διηγήματος, καταλήγει σε μια συνολικότερη εκτίμηση γι' αυτό:

"Ο μύθος στο "Όνειρο στο κύμα", όσα στοιχεία μυθοπλασίας και έντεχνης απόκρυψης κι αν περιέχει, δεν παύει να είναι και αυτοβιογραφικά απολογιστικός· όχι τόσο στις λεπτομέρειες και τη ροή συγκεκριμένων περιστατικών, όσο, κυρίως, στον τρόπο σκιαγράφησης του προσώπου του αφηγητή. Εξίσου βαρύνοντα είναι και τα στοιχεία της ευρύτερης αφηγηματικής λογικής, της γενικότερης ιδεολογίας, της συγκεκριμένης βιοθεωρίας και των επιμέρους απόψεων που ο αφηγητής εκφράζει.
Όταν λησμονηθούν λεπτομέρειες και κρατηθεί στη μνήμη η ευρύτερη αφηγηματική ιδεολογία, τι διαφαίνεται και τι αποκαλύπτεται, τελικά, μέσα από αυτή την απολογιστική αυτοβιογραφία; Απογοήτευση, μεταμέλεια, ηττημένη διάθεση, αίσθηση αποτυχίας, έλλειψη προσαρμογής στις πρακτικές μέριμνες του βίου, απουσία αυθεντικής ζωής, ρομαντική νοσταλγία; ή, μήπως, αργοπορημένη συνειδητοποίηση ότι η ζωή πήρε λάθος δρόμο και τώρα, αργά πια, τα πράγματα δε μεταστρέφονται; Συγκεκριμένα κειμενικά στοιχεία, ως καθοδηγητικά σήματα, βεβαιώνουν, άλλοτε περισσότερο άλλοτε χαλαρότερα, αυτές τις ενδεχόμενες και πολλαπλές ερμηνευτικές εκδοχές. Είτε αθροιστικά και στο σύνολό τους είτε μερικώς και μεμονωμένα τις αποδεχτεί κανείς, η ουσία των πραγμάτων δεν αλλάζει: ο Παπαδιαμάντης, σ' ένα από τα κορυφαία του έργα, είτε αυτοβιογραφούμενος είτε στοχαζόμενος απολογιστικά πάνω στ' ανθρώπινα και, κυρίως, την προσωπική του μοίρα, άφησε έντονα τα ίχνη της ψυχικής του ιδιαιτερότητας και ορατά τα σημάδια μιας χαρακτηριστικής εσωτερικής διάστασης: τι ήθελε ο ίδιος για τη ζωή του και τι, τελικά, γεύτηκε".


Και μια συμπληρωματική εκτίμηση για το έργο, από τη σελίδα 13 του ίδιου βιβλίου:
"Το "όνειρο στο κύμα" εύκολα θα το κατέτασσα στη λογοτεχνία της απουσίας, της ψυχικής ένδειας και της στέρησης. Η απουσία και η στέρηση ως βασανισμός ψυχής ή, ακόμα, και ως μια πάγια αντίληψη: ότι δηλαδή η ποίηση, η ονειρική στιγμή, αυτό που απλά το λέμε ευτυχία, περνούν από τη ζωή μας ως μια φευγαλέα στιγμή· μετά γίνονται μνήμη, απουσία, ένδεια και στέρηση· κάτι που μόνο το θυμόμαστε".
( Αυτή την τελευταία άποψη ας τη θυμηθούμε κι από αύριο που θα μπούμε στο θέμα της θέσης της ποίησης, στο πώς η ίδια η ποίηση βλέπει την ποίηση, πώς οι ποιητές ορίζουν -με χίλιους τρόπους, αλήθεια - την τέχνη τους.)

ΕΡΓΑΣΙΑ: Επιχειρήστε σε 2-3 παραγράφους, να κάνετε μια συνολική εκτίμηση του διηγήματος "Όνειρο στο κύμα" ( επιλέγοντας ως κέντρο βάρους ό, τι θέλετε-πχ, τον προβληματισμό του συγγραφέα, κάποιο από τα βασικά διλήμματα που τίθενται, τις αφηγηματικές τεχνικές και επιλογές, την ατμόσφαιρα, τη γλώσσα, ιδεολογικά ή αισθητικά στοιχεία. Το κείμενο της σημερινής ανάρτησης μπορεί να αποτελέσει ένα δείγμα ).

----Οι απαντήσεις στα σχόλια, με mail, ακόμα και σαρωμένες (σκαναρισμένες…) σε χαρτί που τις στέλνετε ηλεκτρονικά.

Καλή δουλειά και προετοιμαστείτε, από αύριο, για ποίηση!

Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2009

δια την αντιγραφήν


"δια την αντιγραφήν".
Μπα; Δεν ανήκει στα αυτοβιογραφικά το διήγημα, όπως ρητά μας αναφέρει το βιβλίο μας στην εισαγωγή της σελίδας 159;
Ανήκει. Το είδαμε και αναλυτικά το θέμα της αυτοβιογραφικότητας στην ανάρτηση της 9ης -11 - 2009: http://logotexniakatefthinsis.blogspot.com/2009/11/blog-post_5985.html

Τότε; Τι σημαίνει το "δια την αντιγραφήν";

Σημαίνει ότι αποποιείται την πατρότητα της ιστορίας, ότι δηλώνει πως δεν είναι αυτοβιογραφική, δεν είναι βίωμά του. Ότι αυτή την ιστορία την αντέγραψε όπως ακριβώς του την είπε κάποιος. Γι' αυτό, εκτός από το "δια την αντιγραφήν", τοποθετεί όλο το διήγημα μέσα σε εισαγωγικά, δείχνοντας έτσι πως έχει αποτυπώσει την ιστορία του άλλου αυτολεξεί. Πιθανώς στην ίδια κατεύθυνση να λειτουργούν και τα στοιχεία του αφηγητή που δε συμπίπτουν με αυτά του βιογραφικού του συγγραφέα. (Η νομική σχολή, το δίπλωμα δικηγόρου, η άσκηση του συγκεκριμένου επαγγέλματος, οι δύο ιερατικές σχολές κα). Δηλώνει, λοιπόν, πως η ιστορία δεν είναι μια δική του ιστορία….

…την ίδια στιγμή που στο κείμενο πολλά άλλα στοιχεία "φωνάζουν" ότι είναι αυτοβιογραφικά!

Κρύβει, λοιπόν, το πρόσωπό του πίσω από ένα άλλο, πλαστό πρόσωπο, για να αφηγηθεί μια δικιά του ιστορία. Αυτό ακριβώς λέγεται πλαστοπροσωπία: Να δημιουργεί ο συγγραφέας ένα εντελώς πλαστό πρόσωπο, το οποίο στο έργο αναλαμβάνει τους ρόλους του αφηγητή αλλά και του πρωταγωνιστή, που υποτίθεται ότι έζησε πραγματικά όλα τα γεγονότα που αφηγείται. ( Κάτι ανάλογο θα δούμε και στο ποίημα του Καβάφη που είναι στην ύλη μας και θα κάνουμε σε λίγες μέρες).

Οι λόγοι που το κάνει αυτό μπορεί να είναι ποικίλοι. Το κείμενο φαίνεται να αποκτάει περισσότερη αμεσότητα, γιατί έχει το βάρος μιας μαρτυρίας καταγεγραμμένης αυτολοξεί, αλλά και αντικειμενικότητα, καθώς είναι μια ιστορία άλλη, άλλου, που ο συγγραφέας απλώς επιλέγει να τη δημοσιοποιήσει. Ή, ακόμα, μπορεί ο συγγραφέας να μη θέλει να δεχτεί την έκθεση τόσο πηγαίων προσωπικών - και δη ερωτικών - συναισθημάτων.

Κι επειδή αυτά τα σοφά που σας λέω τα έχουν πει πολλοί άλλοι ακόμα, επιλέγω κάποια αποσπάσματα από μια πρόχειρη έρευνα και σας τα παραθέτω:

" Κι αν ακόμη παραβλέψουμε τη φράση μέσα σε παρένθεση στο τέλος της αφήγησης «Δια την αντιγραφήν», με την οποία ο συγγραφέας υπογράφει το διήγημά του επιχειρώντας να εξασφαλίσει ένα άλλοθι ταυτότητας (άλλοθι που αναζητά και στη «Φαρμακολύτρια» ή στο «Αμαρτίας φάντασμα»), δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το γεγονός ότι πίσω από κάθε σκέψη κι ενέργεια του ήρωα αναγνωρίζουμε τον ίδιο το συγγραφέα που μεταμορφώνεται άλλοτε σε κριτή κι άλλοτε σε θύμα του έρωτα".
Ειρήνη Σκούρα

"Εξαιτίας, ωστόσο, του τολμηρού θέματος του διηγήματος, της έμφυτης κοινωνικής συστολής και της παιδείας του, μιας παιδείας ασύμβατης με τις σωματικές απολαύσεις, ο Παπαδιαμάντης αποποιείται την ταύτισή του με τον ήρωα. Γι΄ αυτόν άλλωστε, το λόγο και ολόκληρο το διήγημα βρίσκεται μέσα σε εισαγωγικά, ώστε ο αναγνώστης να σχηματίσει την εντύπωση πως μεταφέρονται ξένες εμπειρίες. Ολοκληρώνει μάλιστα την αφήγησή του με τη φράση «δια την αντιγραφήν» υπογράφοντας ως υπεύθυνος την αντιγραφής ενός ξένου βιώματος, θέλοντας να αναιρέσει τον «απομνημονευματικό» χαρακτήρα του διηγήματος (τεχνική πλαστοπροσωπίας)".
( Φροντ. Πολύτροπο)

"Είναι η μεταφορά της αφήγησης άλλου προσώπου, την οποία ο συγγραφέας αποδέχεται και τον αγγίζει. Μπορεί όμως και να δημιουργεί ένα πλαστό πρόσωπο με παραποίηση κάποιων στοιχείων, ώστε να προσδίδεται αντικειμενικότητα, αφού τα γεγονότα παρουσιάζονται από την οπτική γωνιά του".
Αθ. Παπαστεργίου

"Ο Παπαδιαμάντης δήλωνε αντιγραφέας κάποιων διηγημάτων του βάζοντας σε παρένθεση στο τέλος τους τη φράση (διά την αντιγραφήν), προσπαθώντας έτσι να ακυρώσει κάπως τον αυτοβιογραφικό τους χαρακτήρα".
Δ. Τζιόβας

" Ο Παπαδιαμάντης αποποιείται την πατρότητα του κειμένου και αυτή
του η πρόθεση προκύπτει και αποκαλύπτεται από τα εξής στοιχεία του
αποσπάσματος: Στο τέλος του αποσπάσματος (άρα και στο τέλος του
διηγήματος, εφόσον το απόσπασμα αυτό περιλαμβάνει τις δυο τελευταίες
ενότητες του διηγήματος) κλείνουν τα εισαγωγικά που είχαν ανοίξει στην
αρχή του διηγήματος. Έτσι, δηλώνει ο συγγραφέας ότι μετέφερε στο χαρτί
αυτολεξεί ολόκληρη την ιστορία που του αφηγήθηκε κάποιος τρίτος. Αυτός
ο τρίτος είναι ο πραγματικός αφηγητής και ο πρωταγωνιστής της ιστορίας.
Ο Παπαδιαμάντης, όπως είπαμε, απλά κατέγραψε την ιστορία. Για την
πιστότητα και την ακρίβεια της μεταφοράς των λόγων του αφηγητή
μάλιστα, «εφευρίσκει» έναν πρωτότυπο τρόπο: θέτει την υπογραφή του
(Α. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ), κάτω – μάλιστα – από τη γνωστή γραφειοκρατική
φράση «Διά τήν αντιγραφήν», σα να είναι και αυτός ένας υπάλληλος
γραφείου, όπως και ο πραγματικός αφηγητής ήταν υπάλληλος δικηγορικού
γραφείου. Αυτός βέβαια είναι ένας έντεχνος τρόπος να κρύψει το δικό του
πρόσωπο πίσω από κάποιο τρίτο, πλαστό, υποθετικό, φανταστικό
πρόσωπο, για να αφηγηθεί μία ιστορία ουσιαστικά δική του
(πλαστοπροσωπία). Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι ο συγγραφέας
(Παπαδιαμάντης) έχει βιώσει ακριβώς τα ίδια γεγονότα που αφηγείται".
Σαββαΐδης

Αυτά λέει η θεωρία. Τώρα γιατί εγώ, πολύ πριν διαβάσω τις θεωρίες, όταν τύχαινε να συναντάω αυτή τη φράση κάτω από κάποια (συνήθως) διηγήματα αισθανόμουνα ότι ο συγγραφέας μού έκλεινε το μάτι διαβεβαιώνοντάς "εγώ, εγώ την έγραψα!", θα σας γελάσω.

Ελπίζοντας πως δεν κουραστήκατε από τα ίδια και τα ίδια, καλό σας απόγεμα.

Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2009

Αντιθέσεις και νοσταλγία


Ένα απόσπασμα σήμερα από το κείμενο της Γ. Φαρίνου-Μαλαματάρη " H ειδυλλιακή διάσταση της διηγηματογραφίας του Παπαδιαμάντη: Mερικές παρατηρήσεις και προτάσεις" (στον τόμο "H αδιάπτωτη μαγεία. Παπαδιαμάντης 1991-Ένα αφιέρωμα", Aθήνα, Ίδρυμα Γουλανδρή-Xορν, 1992, σσ. 50-51.)
Συνεχίζει το θέμα της χτεσινής ανάρτησης, για τα αρκαδικά στοιχεία στο διήγημα του Παπαδιαμάντη, αλλά και συνοψίζει έξοχα τις δύο αντιθέσεις που συζητούσαμε στην τάξη και οι οποίες εισάγονται στο κείμενο από τις πρώτες σελίδες.


Γράφει η Γ. Φαρίνου - Μαλαματάρη: " Το διήγημα αυτό παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον, διότι παρέχει δύο σειρές αντιθέσεων. Η μια είναι συγχρονική: ο νέος βοσκός με την ελευθερία του, την απλότητα, την αυτάρκεια, την απραγματοσύνη και την έλλειψη φιλοδοξίας αντιπαρατίθεται στον ιδιότροπο κυρ Μόσχο που ζει στην εξοχή, μετά από "επιχειρήσεις και ταξίδια" (…) αλλά αφού πρώτα μεταφέρει στο παραδεισένιο τοπίο το νόμο και τις συνήθειες της πόλης ( ιδιοκτησία, περιτειχισμός, "χωριστόν βασίλειον")

Η άλλη αντίθεση είναι διαχρονική και αφορά την αντιπαράθεση μεταξύ του νεαρού βοσκού και του εαυτού του ως ώριμου δικηγόρου. Ο νεαρός βοσκός είναι "φυσικός άνθρωπος", χαίρεται την ελευθερία του στην πανέμορφη φύση και την ησυχία του, ζει με αυτάρκεια από το μικρό επιμίσθιο που του δίνει το μοναστήρι για τη φύλαξη του κοπαδιού και από το κορφολόγημα του γεωργικού μόχθου των άλλων. Ο ίδιος, ως δικηγόρος, υπηρετεί τον νόμο, προφανώς αναγκάζεται να ψευδολογεί, αισθάνεται έγκλειστος και παγιδευμένος στο γραφείο του με θέσιν "οιονεί αυλικού"(…), έχει το συναίσθημα του ανικανοποίητου και αντιπαθεί τον εργοδότη του. Κατά συνέπεια το "Όνειρο στο κύμα" τοποθετεί τη Χρυσή Εποχή σε κάποια πρώιμη εποχή του ανθρώπινου γένους ( Αρκαδία), όσο και στην αρχή της ζωής κάθε ανθρώπου (Εδέμ). Από τη μια πλευρά ο βοσκός ( ο άνθρωπος ως τύπος) και από την άλλη το παιδί ( ο άνθρωπος ως άτομο). Στο διήγημα αυτό οι δύο εκδοχές του ειδυλλιακού/ποιμενικού δένονται αξεδιάλυτα."


Και μια και μιλάμε για νοσταλγία ενός άλλου, παραδεισένιου κόσμου, για να χαλαρώσουμε και λίγο, ας ακούσουμε το τραγούδι του Ν. Παπάζογλου και της Πολυξένης Βελένη "Στιγμές", όπως ακουγόταν στην ταινία που φτιάχτηκε
από το διήγημα του Παπαδιαμάντη
"Η νοσταλγός"


Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2009

et in arcadia ego

Nicolas Poussin

Αρκαδισμός και ποιμενικό ειδύλλιο, έννοιες που μέχρι πρό τινος μας ήταν άγνωστες, και που χρειάστηκε να συναντηθούμε μαζί τους χάρη στον κυρ Αλέξανδρο και του όνειρού του. Λίγα στοιχεία ( μην ανησυχείτε: λίγα είπαμε..) για να τις χειριζόμαστε καλύτερα στα γραπτά μας - αλλά, επιτέλους, και για να τις γνωρίσουμε. Τι, δηλαδή, θα φοβάμαστε να μαθαίνουμε;

Λοιπόν,

το αναδρομικό όραμα μιας ανυπέρβλητης ευτυχίας που γνώρισε κάποιος στο παρελθόν και ζει βαθιά στη μνήμη, αλλά δεν μπορεί να αποκτηθεί και πάλι στο παρόν, ονομάστηκε «Αρκαδικό Ιδεώδες». Στέκεται στον αντίποδα της οδυνηρής πραγματικότητας της αστικής ζωής. Η Αρκαδία ριζώθηκε μέσα στη συνείδηση των πνευματικών ανθρώπων της Δύσης σαν τόπος ιδανικός, ειρηνικός και ευτυχισμένος, τόπος νοσταλγίας, τόπος επίγειας ευτυχίας, όπου κυριαρχεί η απλότητα, η αθωότητα, η γαλήνη, η ειρήνη, η διακιοσύνη.

Το φαινόμενο αυτό στην ιστορία της τέχνης επηρέασε πλήθος καλλιτεχνών, τόσο στις εικαστικές τέχνες (ζωγραφική, αρχιτεκτονική τοπίου και νομίσματα) όσο και στη φιλοσοφία και τη λογοτεχνία.

Στα κείμενα η αρκαδική ευτυχία άλλοτε θρηνείται και άλλοτε επιζητείται με πάθος αλλά και χωρίς αποτέλεσμα. Έτσι, η Αρκαδία θεωρείται το φανταστικό βασίλειο του έρωτα, της ομορφιάς, το ενσαρκωμένο όνειρο κάποιας ανέκφραστης ευτυχίας.
Γιατί η Αρκαδία; Κατά την αρχαιότητα θεωρούνταν το βασίλειο των ποιμένων και του θεού Πάνα. Εκεί ο Πάνας κι οι Νύμφες χαιρόντουσαν μια υπέροχη, φυσική ζωή. Οι κάτοικοί της φημίζονταν για την απλότητά τους και την άγνοια για τα τεκταινόμενα στον υπόλοιπο κόσμο, για την αγροτική τους αρετή και το μουσικό τους τάλαντο.

Τα ποιμενικά ειδύλλια εκπορεύονται απ' αυτό το χώρο. Είναι μεγάλες αφηγηματικές συνθέσεις με σύνθετη πλοκή, εμπλουτισμένες με στίχους τραγουδιών και χαρακτήρες που μετέχουν στην ποιμενική ζωή.
Γαλήνη, πραότητα, φυσικό και απόνηρο πνεύμα, τρυφερότητα, απόλαυση αθώων ηδονών, συνοδευόμενη από λιτότητα και αυτάρκεια. Ένας παραδείσιος κόσμος, αγγελικά πλασμένος, γεμάτος χαρίεσσες υπάρξεις μέσα σε μια πρωτόγονη φύση. Ειδυλλιακές περιγραφές και έρωτες, συνήθως άγουροι, νεανικοί, αθώοι, τότε που αφυπνίζεται το ερωτικό συναίσθημα ξαφνιάζοντας και τα ίδια τα υποκείμενα.
Χαρακτηριστικά, δηλαδή, που βλέπουμε να έχουν χτυπήσει την πόρτα του διηγήματός μας, κυρίως στις σελίδες που κουβεντιάζαμε το πρωί και καθώς η Μοσχούλα κερνούσα σύκα και πετμέζι το βοσκόπουλό μας…

ΥΓ. Αλήθεια, ποιος θα μας εξηγήσει
τον τίτλο της σημερινής ανάρτησης;

Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2009

Η αυτοβιογραφικότητα στο διήγημα "Όνειρο στο κύμα"


Λίγα λόγια απόψε για τη σημερινή ερώτηση
("Αναφερθείτε σε συγκεκριμένες μνήμες και βιώματα
του συγγραφέα που διακρίνετε σ’ αυτό το διήγημα.")
Οι κυριότερες περιοχές αναφοράς της απάντησής μας ήταν:

--ο τόπος της παιδικής ηλικίας αφηγητή - συγγραφέα,
με τις εικόνες του, τα τοπωνύμιά του, τη γνώση των λεπτομερειών.
--ο χρόνος που, περίπου, συμπίπτει (187..)
--η φυγή από το νησί κι η μετάβαση στην Αθήνα για σπουδές - δουλειά,
η απομάκρυνση από τη φύση κι η ζωή στο άστυ.
--η στενή σχέση με την εκκλησία και τη θρησκεία.
--το κοινό ιδεολογικό υπόβαθρο, αφηγητή και συγγραφέα.


Σχετικά με την αυτοβιογραφικότητα του διηγήματος καλά θα ήταν να έχουμε υπόψη μας και τα εξής: Κατά τον Π. Μουλλά, ο Παπαδιαμάντης " έκλεισε μες στις αναμνήσεις του ένα υπολογίσιμο τμήμα της ζωής του.(…) Έχουμε να κάνουμε με ένα χρονικό, όπου όχι μόνο τα παιδικά χρόνια στη Σκιάθο, αλλά και η αθηναϊκή περίοδος του συγγραφέα μας και τα βιώματα και τα οράματα και τα αδιέξοδά του, μας προσφέρονται πλουσιοπάροχα. Κάποτε, η εντύπωση πως στο διήγημα ενσωματώνονται σελίδες από ένα προσωπικό ημερολόγιο είναι κυριαρχική. Ο αφηγητής εμφανίζεται με την πραγματική ταυτότητά του ή κρύβεται πίσω από ψευδώνυμα."


Ο Γιώργος Ιωάνου, πάλι, θεωρεί ότι ο Παπαδιαμάντης αυτοβιογραφείται, όπως, κατά τη γνώμη του "όλοι οι γνήσιοι συγγραφείς". "Κανένας συγγραφέας δεν πέφτει στο έργο του έξω από τα βιώματά του", αναφέρει.
Κοιτάξτε, όμως, πώς ακριβώς εννοεί και χρησιμοποιεί τον όρο ο Ιωάννου:
"Κάθε άξιος συγγραφέας αντλεί τη γλώσσα του, τη φρασεολογία του, τις εμπειρίες του, τις εμπνεύσεις του, ιδίως την επένδυση των εμπνεύσεών του, από μέσα του, από την τεράστια παρακαταθήκη βιωμένων πραγμάτων, καταστάσεων και γεγονότων, μεταμορφωμένων πια σε λέξεις και φράσεις, που ο κάθε συγγραφέας - και ο κάθε άνθρωπος - διαθέτει. Δεν εννοούμε ότι ο συγγραφέας αναπαριστάνει τη ζωή του, αν και δεν είναι εκ των προτέρων καταδικάσιμο, ούτε κι αυτό. Εξαρτάται από την τομή και το δόσιμο που θα γίνει." Και συνεχίζει: " Ο Παπαδιαμάντης μπορεί, νομίζω να ονομαστεί πιο πολύ βιωματικός παρά αυτοβιογραφικός συγγραφέας."


Την αυτοβιογραφική πλευρά πολλών διηγημάτων του τονίζει και η Ε. Πολίτου - Μαρμαρινού: " Όλες οι ιστορίες στα διηγήματα του Παπαδιαμάντη διαδραματίζονται στη σύγχρονη με τον συγγραφέα πραγματικότητα που ταυτίζεται με τη διάρκεια της ζωής του(…). Όσα συγκροτούν την αφήγηση στα "πρωτοπρόσωπα" αυτά διηγήματα δεν διαδραματίζονται απλά και μόνο στην εποχή του συγγραφέα, αλλά φαίνεται να αποτελούν κομμάτι της ζωής του. Ο τόπος που διαδραματίζονται οι ιστορίες του Παπαδιαμάντη είναι κατά πρώτο, βέβαια, λόγο ο τόπος της γεννήσεώς του, η Σκιάθος, "νησί ελληνικό", αλλά και η Αθήνα, δεύτερή του πατρίδα όπου έζησε "υπέρ το ήμισυ της ζωής του". Οι δυο λοιπόν αυτοί τόποι της διηγηματογραφίας του συνθέτουν μαζί με το χρόνο της, τον βιωμένο χωρόχρονο, απ' όπου ο συγγραφέας αντλεί διαρκώς το προκειμενικό υλικό του."


Τεράστια δεξαμενή υλικού, λοιπόν, για τα έργα του, η ίδια του η ζωή, ακόμα κι αν δεν τον ταυτίζουμε απολύτως με τον αφηγητή. (Ούτε, π.χ, στη Νομική σχολή είχε σπουδάσει ο συγγραφέας, ούτε είχε περάσει από τη Ριζάρειο, ούτε σε δικηγορικό γραφείο είχε εργαστεί). "Δεν είναι παράξενο", όπως αναφέρει κι η Ε. Πολίτου - Μαρμαρινού, "το ότι τα διηγήματα αυτά έχουν χαρακτηριστεί από την κριτική "αυτοβιογραφικά" και έχουν χρησιμοποιηθεί για την άντληση πληροφοριών και την εξαγωγή συμπερασμάτων που αφορούν τη ζωή του συγγραφέα τους, ερωτική και μη, την προσωπικότητα, τον ψυχισμό ή τη δοκιμασία του ηθικού του κόσμου."

Τα υπόλοιπα στην τάξη. Καλό σας βράδυ.

Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2009

Στοιχεία βιογραφικού του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

(φωτ. artpoeticacouvelis.blogspot.com)
" Το επ' εμοί, ενόσω ζώ και αναπνέω και σωφρονώ,
δεν θα παύσω πάντοτε να υμνώ μετά λατρείας τον Χριστό μου,
να περιγράφω μετ' έρωτος την φύσιν
και να ζωγραφώ μετά στοργής τα γνήσια Ελληνικά ήθη"

(φωτ. artpoeticacouvelis.blogspot.com)

Ας δούμε λίγα στοιχεία από το βιογραφικό του Παπαδιαμάντη, μια και το διήγημά μας συγκαταλέγεται στα αυτοβιογραφικά του. Τα στοιχεία στα οποία εστιάζουμε στο βιογραφικό είναι αυτά που παραπέμπουν στο διήγημα:
* ζωή, μικρός, στη Σκιάθο, μεγάλος στην Αθήνα.
* στενή σχέση με την εκκλησία (πατέρας ιερέας, ο ίδιος ψάλει από μικρός, αγιογραφεί, ζει στο Άγιον Όρος ως δόκιμος μοναχός για οκτώ μήνες, συχνάζει στις αγρυπνίες κλπ)
* η ζωή στην Αθήνα δεν του αρέσει, κάποια στιγμή θα την εγκαταλείψει.
* αίσθηση αποτυχίας, χαμηλή αυτοεκτίμηση (διακόπτει πολλές φορές τις σπουδές του, δεν τελειώνει ποτέ το Πανεπιστήμιο, δε διαχειρίζεται σωστά το χρήμα, όταν το έχει, πίνει συστηματικά, δε θεωρεί τον εαυτό του ικανό να υπηρετήσει το μοναχικό σχήμα κα)
* μονήρης, ασκητικός, χωρίς πολλές σχέσεις.

(φωτ. artpoeticacouvelis.blogspot.com)

1851: Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης γεννιέται στη Σκιάθο. Ο πατέρας του, ιερέας, τον οποίο και ακολουθεί στις λειτουργίες ( "μικρός ἐζωγράφιζα ἁγίους"). Μεγαλώνει ανάμεσα σε εννιά αδέλφια.
1856: Δημοτικό στη Σκιάθο, σχολαρχείο στη Σκιάθο και τη Σκόπελο, Γυμνά-
-1870 σιο στη Χαλκίδα ( εἶτα ἔγραφα στίχους καί ἐδοκίμαζα να συντάξω κωμωδίας") και τον Πειραιά, " εἶτα διέκοψα τάς σπουδάς μου καί ἔμεινα εἰς τήν πατρίδα".
1872: Μεταβαίνει στο Άγιον Όρος " χάριν προσκυνήσεως, ὅπου ἔμεινα ὀλίγους μῆνας" ως δόκιμος μοναχός. Δε θεωρούσε, όμως, τον εαυτό του άξιο να φέρει το "αγγελικό σχήμα" και έφυγε.
1873-4: Πειραιάς. Φοιτά στο Βαρβάκειο απ' όπου παίρνει απολυτήριο. Γράφεται στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, την οποία και δε θα τελειώσει ποτέ. Στο μεταξύ ασχολείται με τις ξένες γλώσσες και
1875- φτωχοζεί στην Αθήνα, ολιγαρκής και λιτοδίαιτος, όπου αρχίζει και 1890 γράφει πιο συστηματικά, δημοσιεύει κείμενά του στις εφημερίδες της εποχής, μεταφράζει, συχνάζει στις αγρυπνίες του Αγίου Ελισσαίου στην Πλάκα, ψέλνοντας πολλές φορές ο ίδιος. Ζει ασκητικά, ζωή μοναχική κι εργένικη, χωρίς πολλές επαφές και κοινωνικές σχέσεις, πίνει και καπνίζει έτσι που η υγεία του κλονίζεται.
1890: Αρχίζει και επισκέπτεται τακτικότερα τη Σκιάθο, ώσπου, το
1908 επιστρέφει οριστικά, με σκοπό να μην ξαναγυρίσει στην πόλη "της δουλοπαροικίας και των πλουτοκρατών...".
1911: Αφήνει την τελευταία του πνοή στο νησί του που τόσο αγάπησε.

Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2008

Εντοπίζοντας τις τεχνικές και τα μέσα ενός κειμένου.


Η Δώρα ζήτησε να αναρτήσω οδηγίες για την εργασία που είχαμε. ( " Αναφέρετε δυο σημεία όπου εντοπίζετε λυρισμό στην τελευταία ενότητα του διηγήματος "Όνειρο στο κύμα" αιτιολογώντας τις επιλογές σας)

Είπαμε, λοιπόν, ότι στην ( πολύ συνηθισμένη) περίπτωση όπου σας ζητούν να εντοπίσετε ένα χαρακτηριστικό του συγγραφέα σε συγκεκριμένα αποσπάσματα του κειμένου, η απάντησή σας χρειάζεται οπωσδήποτε να περιλαμβάνει και τη στήριξη της επιλογής σας.

Ένας τρόπος είναι αδιαπραγμάτευτα σωστός: Να αιτιολογήσετε μέσω των χαρακτηριστικών της τεχνικής που ζητείται ( εδώ:λυρισμός). Τα χαρακτηριστικά αυτά μπορείτε να τα αναφέρετε τόσο στην αρχή της απάντησής σας όσο και μέσα στην αιτιολόγησή σας. Τη δομή της απάντησής σας την αποφασίζετε εσείς.

Στη σημερινή ερώτηση, περί λυρισμού: Τα γνωρίσματα του λυρισμού έχουν να κάνουν με την έκφραση των συναισθημάτων του ατόμου. Μ' άλλα λόγια, ο λυρισμός περιέχει το στοιχείο της συναισθηματικής φόρτισης και εκφράζει την εσωτερική ζωή και τον ψυχισμό του ήρωα ή του λογοτέχνη. Ο πλούτος αυτός των συναισθημάτων μπορεί να εκφράζεται με χρήση άφθονων εκφραστικών μέσων, εικόνων, μεταφορών, προμοιώσεων κλπ, με κοσμητικά επίθετα και προσεγμένες λεξιλογικές επιλογές, με πλούσια στίξη κλπ.

Είναι ευνόητο, λοιπόν, πως μέσα από αυτά τα χαρακτηριστικά θα αιτιολογήσουμε τα αποσπάσματα που επιλέγουμε. Και μάλιστα καλό θα ήταν να αναφέρονται τόσο στο περιεχόμενο, όσο και στη μορφή. Δείτε, π.χ, την περιγραφή της Μοσχούλας ( σελ. 173-174) και εξετάστε πόσο αυτή ικανοποιεί όλα τα χαρακτηριστικά του λυρισμού που αναφέραμε.
Απορίες;

Πέμπτη 20 Νοεμβρίου 2008

Για την ενότητα των αφηγηματικών τεχνικών και μέσων στο Όνειρο.


Θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να δούμε τον τρόπο με τον οποίο διάφορες αφηγηματικές τεχνικές και μέσα του Παπαδιαμάντη στο Όνειρο στο κύμα συγκλίνουν στο στόχο που έχει ο ίδιος θέσει.
Να δούμε, π.χ, ότι
-- η τεχνική ανάπτυξης της πρώτης ενότητας ( σελ. 1621-162),
-- η " διφυία" του αφηγητή,
-- ο εγκιβωτισμός του Σισώη,
-- ο εγκιβωτισμός του κυρ Μόσχου,
-- ο αρκαδισμός που εκφράζεται,
αλλά και άλλα ακόμα μέσα ( ποιητική γλώσσα, λυρισμός κα) είναι επιλεγμένα έτσι ώστε να εξυπηρετούν την αντιπαράθεση ανάμεσα στις έννοιες που θέλει ο συγγραφέας και που θα αναλύσουμε παρακάτω.

Στην πρώτη ενότητα του έργου, λοιπόν, αντιπαρατίθεται το παρελθόν του αφηγητή ( στην πρώτη παράγραφο) με το παρόν του ( πέμπτη και έκτη παράγραφος).
Για το παρελθόν δίνονται τα στοιχεία της φτώχειας, της αγραμματοσύνης και της άγνοιας, της εφηβείας, της ρώμης και της "φυσικής" ζωής, δηλ. της ζωής στη φύση. Το άθροισμα αυτών των στοιχείων μάς κάνει ευτυχία ( "χωρίς να το ἠξεύρω, ἤμην εὐτυχής")
Για το παρόν δίνονται τα στοιχεία της μέσης ηλικίας, της γνώσης, της εγγραμματοσύνης, της αστικής ζωής, δηλ. της ζωής στον "πολιτισμό". Το άθροισμα των στοιχείων αυτών μάς κάνει δυστυχία.( "περιωρισμένος καί ἀνεπιτήδειος")

Ο Παπαδιαμάντης διασπά το αφηγηματικό υποκείμενο σε δύο πρόσωπα, τα οποία αντιστοιχούν στο παρελθόν και το παρόν του ήρωα. Άλλοτε συνομιλούμε με τον ώριμο αφηγητή και άλλοτε με το μικρό βοσκόπουλο που ήταν κάποτε. Εύκολα λειτουργεί τότε η παπαδιαμαντική νοσταλγία, μέσα από ένα άνθρωπο που ασφυκτιά στο εργασιακό παρόν του και αποζητά απελπισμένα τον απωλεσθέντα παράδεισο των παιδικών του χρόνων, την παιδική του αθωότητα.
Στο παρελθόν, δηλαδή, ακουμπάει η φωνή του αφηγητή που αντιστοιχεί στο βοσκόπουλο που ήταν, ενώ στο παρόν ακουμπάει η φωνή του αφηγητή που αντιστοιχεί στο μαραζωμένο βοηθό δικηγόρου που είναι τώρα.


Ανάμεσα στους δύο αυτούς αντιτιθέμενους πόλους ο εγκιβωτισμός του Σισώη, φαινομενικά ασύνδετος, γρήγορα όμως καταλαβαίνουμε πως αποτελεί μικρογραφία της μεγάλης αφήγησης, ένα "παράλληλο πρότυπό" της.
Σισώης και αφηγητής, βίοι παράλληλοι, όχι, όμως, και μέχρι το τέλος. Το τελικό στάδιο, κατά το οποίο ο Σισώης "σώζει την ψυχή του" ( τελευταία λέξη του εγκιβωτισμού: "εσώθη" ) ο αφηγητής δε θα το περάσει ποτέ. Κι έτσι θα μείνει μετέωρος και δυστυχής στην αφιλόξενη πόλη.
Θυμηθείτε, μάλιστα, ότι μέσα στο κείμενο επανέρχεται η θύμηση του Σισώη σαν τη φωνή της συνείδησης του αφηγητή (σελ.172: "Κ'ενθυμήθην τότε τον Σισώην…") που επιχειρεί ματαίως να τον αποτρέψει από την αμαρτία.
Ο Σισώης, λοιπόν, αποτελεί το πρότυπο που δε θα φτάσει ποτέ ο αφηγητής. Και που γι'αυτό θα παραμείνει σε ένα συντριμμένο παρόν, νοσταλγώντας και εξιδανικεύοντας το παρελθόν με όσα στοιχεία το αποτελούσαν αυτό.

Ο ενδόμυχος πόθος του αφηγητή για μια επιστροφή στο φυσικό παράδεισο του παρελθόντος, μια επιστροφή, όμως, που δεν μπορεί πια να πραγματοποιήσει, το όραμά του για μια γαλήνια ευτυχία κοντά στη φύση, όπου η αμεριμνισία, η ξεγνοιασιά, η αθωότητα, ο απλοϊκός βουκολικός βίος, σχηματίζουν το αρκαδικό στοιχείο του διηγήματος.
Το στοιχείο αυτό τονιζόμενο παγιώνει ακόμα περισσότερο την αρχική αντιπαράθεση ευτυχίας/παρελθόντος =/= δυστυχίας παρόντος - με τους όρους που αυτές περιλαμβάνουν.
Μία αντίθεση που κι ο εγκιβωτισμός του κυρ Μόσχου πολύ καλά είχε φανερώσει, καθώς ο Μόσχος, φορέας "πολιτισμού", ζει στον αντίποδα του μικρού, ελεύθερου βοσκόπουλου.

Και άλλα στοιχεία βοηθούν την αντιπαράθεση. Η ποιητικότητα κι ο λυρισμός ,που συνοδεύουν το κεντρικό επεισόδιο, βοηθάνε την εξιδανίκευση με την οποία θεωρείται το παρελθόν. Η έκπτωση, μετά την "αμαρτία", μπορεί έτσι να είναι οδυνηρότερη, ανεπανόρθωτη, αμετάκλητη. Η παρομοίωση του "σχοινίου" περιγράφει, προειδοποιεί, προοικονομεί.


Τα μέσα όλα οδηγούν στην οδύνη μιας βασανιζόμενης ύπαρξης του παρόντος που νοσταλγεί και επιθυμεί ένα δια παντός απωλεσθέντα παράδεισο.

Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2008

Ο Ελύτης για τον Παπαδιαμάντη (2)

Η σημερινή ανάρτηση αφιερώνεται στην Αλεξάνδρα του Γ1, που παλεύει με πείσμα τις εργασίες της




Πραγματικότητα και όνειρο

Χαρακτηριστικός είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Παπαδιαμάντης κινείται μεταξύ φυσικού και υπερφυσικού, μεταξύ πραγματικότητας και ονείρου.

Διαβάζουμε στη σελ. 173-4 του σχολικού βιβλίου μας:
" Ἦτον ἀπόλαυσις, ὄνειρον, θαῦμα. Εἶχεν ἀπομακρυνθῆ ὡς πέντε ὀργυιάς ἀπό τό ἄντρον, καί ἔπλεε, κι' ἔβλεπε τώρα πρός ἀνατολάς, στρέφουσα τά νῶτα πρός τό μέρος μου. Ἔβλεπα τήν ἀμαυράν καί ὅμως χρυσίζουσαν ἀμυδρῶς κόμην της, τόν τράχηλόν της τόν εὔγραμμον, τάς λευκάς ὡς γάλα ὠμοπλάτας, τούς βραχίονας τούς τορνευτούς, ὅλα συγχεόμενα, μελιχρά καί ὀνειρώδη εἰς τό φέγγος τῆς σελήνης. Διέβλεπα τήν ὀσφύν της τήν εὐλύγιστον, τά ἰσχία της, τάς κνήμας, τούς ποδας της, μεταξύ σκιᾶς καί φωτός, βαπτιζόμενα εἰς τό κῦμα. Ἐμάντευα τό στέρνον της, τούς κόλπους της, γλαφυρούς, προέχοντας, δεχόμενους ὅλας τῆς αὔρας τάς ριπάς καί τῆς θαλάσσης τό θεῖον ἄρωμα. Ἤτον πνοή, ἴνδαλμα ἀφάνταστον, ὄνειρον ἐπιπλέον εἰς τό κῦμα· ἦτο νηρηίς, νύμφη, σειρήν, πλέουσα, ὡς πλέει ναῦς μαγική, ἡ ναῦς τῶν ὀνείρων…
(…) Εἶχα μείνει χάσκων, ἐν ἐκστάσει, καί δεν ἐσκεπτόμην πλέον τά ἐπίγεια"


Κοιτάξτε τι ωραία που σταδιακά απομακρύνεται από την απτή πραγματικότητα το βοσκόπουλο, κυριευμένο από το θέαμα. Αυτό που έβλεπε ήταν " απόλαυσις [γήινο], όνειρο [στο μεταίχμιο], θαύμα [μη πραγματικό]. Ένα ασύνδετο που κλιμακούμενο οδηγεί πέραν του πραγματικού. Η ίδια κλιμάκωση και στα τρία βασικά ρήματα της παραγράφου: Έβλεπα…διέβλεπα…εμάντευα. Η όψη της πραγματικότητας γίνεται πεδίο της φαντασίας - αφού, άλλωστε, "όλα συγχεόμενα και ονειρώδη, μεταξύ σκιάς και φωτός.." Στο τέλος πια της παραγράφου η λουόμενη κόρη περιγράφεται με χαρακτηρισμούς που ανήκουν αποκλειστικά στην έξω της πραγματικότητας περιοχή: " πνοή, ἴνδαλμα ἀφάνταστον, ὄνειρον ἐπιπλέον εἰς τό κῦμα· ἦτο νηρηίς, νύμφη, σειρήν, πλέουσα, ὡς πλέει ναῦς μαγική, ἡ ναῦς τῶν ὀνείρων…"
Έτσι που ο αφηγητής απομένει "χάσκων, εν εκστάσει", χωρίς να σκέπτεται πλέον τα επίγεια.

Η θαυμαστή πραγματικότητα του Παπαδιαμάντη. Που αντιμετωπίζει λογικά το θαύμα και θαυμαστά την απτή πραγνατικότητα. Γράφει ο Ελύτης:
" Συνεχώς η δυσπιστία προς την ασφάλεια που μπορεί να προσφέρει το έδαφος των ανθρωπίνων είναι - και με πολύ έντονο τρόπο - αναπτυγμένη στον Παπαδιαμάντη· αλλά και το πάτημα του άλλου ποδιού στα πέραν του κόσμου τούτου, πολύ σταθερό. Η επί γης ευτυχία είναι μια στιγμούλα, και η στιγμούλα αυτή ένα σκαλοπάτι για να περάσεις από το άλλο μέρος, το μέρος του θανάτου. "

Στο όνειρο στο κύμα ο Ελύτης διακρίνει τα εξής διαδοχικά στάδια: η καθαρή αίσθηση ( όταν το βοσκόπουλο βλέπει τη Μοσχούλα γυμνή στο κύμα)· αυτή η καθαρή αίσθηση γίνεται μια στιγμή ευτυχίας( όταν αγγίζει με τα χέρια το ίδιο το όνειρό του)· αυτή η στιγμή ευτυχίας γίνεται ύστερα υψηλό ιδανικό. Ένα ιδανικό που παραμένει άπιαστο, αφού η Μοσχούλα αργότερα μεταβάλλεται σε μια γυναίκα συμβατική, ενώ, συμβολικά, τη στιγμή του ονείρου χάνεται το αγαπημένο του ζωάκι, η ευνοούμενή του κατσίκα που έχει το ίδιο όνομα με την κοπέλα.



Ο Ελύτης επισημαίνει πως στον Παπαδιαμάντη όλα
" παίρνουν το χαρακτήρα του μυστηρίου και των υπερφυσικών γεγονότων χωρίς, σχεδόν, να διαταράσσεται η τρέχουσα καθημερινή φύση των πραγμάτων· κάτι που μόνον ο συνειρμός ο ονειρικός μπορεί, στο επίπεδο, το ποιητικό, να πετύχει".
Παράλληλα δε με τα φυσικά στοιχεία, που μετέχουν με τρόπο χαμηλόφωνο, καθημερινό, στο ανθρώπινο δράμα, λειτουργούν και τα υπερφυσικά εκείνα,
" χωρίς να χάνουν τα μέτρα όπου μπορεί να κινηθεί με αληθοφάνεια η προσληπτικότητα του απλού ανθρώπου."

Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2008

Ο Ελύτης για τον Παπαδιαμάντη (1)

Η σημερινή ανάρτηση αφιερώνεται στο Σπύρο Ζαμπέλη, για την κουβέντα που είχαμε στο διάλειμμα

Επιχειρώντας να προσεγγίσουμε τον ιδιαίτερο κόσμο, την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα του κόσμου του σκιαθίτη συγγραφέα , καθώς και τον τρόπο που αυτός την πλάθει, θα πάρουμε βοήθεια από ποικίλα κείμενα που αναλύουν το έργο του.

Ξεκινάμε σήμερα από το βιβλίο " Η μαγεία του Παπαδιαμάντη ", του Οδυσσέα Ελύτη, που πρωτοεκδόθηκε το 1976.


Από το ελάχιστο στο μέγιστο

Ας το ξεκαθαρίσουμε από την αρχή: Ο Ελύτης πιστεύει ότι " Η μεγάλη τέχνη βρίσκεται οπουδήποτε ο άνθρωπος κατορθώνει ν'αναγνωρίζει τον εαυτό του και να τον εκφράζει με πληρότητα μες στο ελάχιστο" Με αυτή τη βάση αναλύει τον Παπαδιαμάντη.
Θεωρεί πως το καταφέρνει αυτό χρησιμοποιώντας δύο βασικές δεξαμενές υλικού, τον πλούτο της χλώρης, το φυσικό τοπίο, κι απ'την άλλη τους ανθρώπους του τόπου, "που σμίλεψαν οι αιώνες και οι άνεμοι, με το καθαρό περίγραμμά τους, την ορατή ψυχική τους ενδοχώρα και το καθημερινό τυπικό της ζωής τους, μιας ζωής απείραγης ακόμα από τον πολιτισμό, σ' ένα βάθος από ακτές και λόφους, όπου κάθε πέτρα, κάθε κλαδί ξεχωρίζει, χωρίς να συγχέεται μες στην ατμόσφαιρα με τα γύρω του(…) Και ο λαός αυτός ν'αναπαράγει, να "παίζει" σε μικρογραφία τα παντοτινά πάθη του ανθρώπου, τις ζήλιες, τους έρωτες, τις φιλοδοξίες, τα μίση, τους φόβους, τ' ατυχήματα, με μια κίνηση σχεδόν ιερατική, μ'ένα ρυθμό χορού τραγωδίας μόλις αισθητόν αλλ' αρκετόν για να υποβάλει τη βαθύτερη, την αληθινή φύση του κόσμου."

Και παραδείγματα της αναγωγής αυτής που κάνει ο Ελύτης από το μερικό, απλό και συγκεκριμένο στο παγκόσμιο, γενικό και διαχρονικό φέρνει ήρωες των διηγημάτων του σκιαθίτη συγγραφέα: "(…) φορέας εγκαρτέρησης είναι ο Γιαννιός, ένας αφανής κουβαλητής μιας ασήκβτης μοίρας, χωρίς, ο δόλιος, να έχει ούτε κατ' ιδέαν διαστάσεις προμηθεϊκές."
Έχει, δηλαδή, την ικανότητα ο Παπαδιαμάντης να βλέπει τα γύρω του και να μεταφέρει σε μια δοσμένη κλίμακα, όσο μικρή κι αν είναι,τα ανθρώπινα, όσο μεγάλα κι αν είναι.

Η διαχρονικότητα και η επικαιρότητα του έργου του Παπαδιαμάντη

Είναι φυσικό, μ'αυτό τον τρόπο της αναγωγής, το έργο του Παπαδιαμάντη ν'αποκτά διαχρονικότητα και επικαιρότητα. Είναι οι ιδέες, οι αντιλήψεις, των οποίων φορείς είναι οι ήρωες, κι όχι αυτοί οι ίδιοι το ζητούμενο. Σημειώνει ο Ελύτης:
" Στον μισό και πλέον αιώνα που μας χωρίζει από το θάνατο του Παπαδιαμάντη [ ο Ελύτης γράφει το 1976] τ'αντιστύλια του οικοδομήματός του έπεσαν ένα προς ένα. Η αγρατική φάση πέρασε στη βιομηχανική, το χωριό στην πολιτεία, ο χριστιανός στον άπιστο. Μια μέρα το παρελθόν θα μας αιφνιδιάσει με τη δύναμη της επικαιρότητάς του. Δε θα 'χει αλλάξει εκείνο αλλά το μυαλό μας. Ένα ψήλωμα νοητό, που θα χρειαστεί να το ξανανεβούμε για να εκτιμήσουμε σωστά τις διαστάσεις των πραγμάτων γύρω μας. Από ένα τέτοιο ψήλωμα είναι που πρέπει να θεωρήσουμε και τη χώρα του Παπαδιαμάντη."

Συνεχίζοντας να διαβάζουμε τον κατά Ελύτη Παπαδιαμάντη, και αφού το κείμενό μας ένα όνειρο έχει ως θέμα του ( ένα όνειρο, όμως, που "μετέχει"στη ζωή του πρωταγωνιστή ορίζοντας τις παραμέτρους της), στην επόμενη ανάρτηση θα αναφερθούμε στον τρόπο που συνυφαίνονται στοιχεία από τον πραγματικό κόσμο κι από ένα κόσμο "έξω" απ' αυτόν.


Για την ώρα, να έχετε ένα χαρούμενο σαββατοκύριακο.