Ενώ οι ιδέες της είναι πολύ προοδευτικές για την εποχή, η ποίησή της -επηρεασμένη, αναμφισβήτητα, σε μεγάλο μέρος από τον Καρυωτάκη- διακρίνεται για το στοιχείο του πεσιμισμού: Υμνεί τον έρωτα και τον θάνατο. Είχε ριζώσει τότε ο νεορομαντισμός, που διαπότιζε την ποίηση. Ομως, στον πεζό λόγο είναι αδέσμευτη. Τόσο στο ημερολόγιό της όσο και στην άτιτλη νουβέλα της παρουσιάζει τις αντιλήψεις της εποχής και σαρκάζει τις συμβατικότητές της.
Οι αντίθετες αυτές πλευρές συνθέτουν μία από τις σπάνιες προσωπικότητες και ολοκληρώνουν έναν ακέραιο άνθρωπο. Ενα πνεύμα σταθερό, ανυποχώρητο και ασυμβίβαστο, που εύκολα δεν μπορούσε να το «σηκώσει» το πνεύμα των καιρών. «Τι θαρραλέα και τι σπουδαία γυναίκα!», γράφει η Λιλή Ζωγράφου στο βιβλίο της «Καρυωτάκης, Πολυδούρη και η αρχή της αμφισβήτησης».
«Φυσούσε μέσα της ένας σίφουνας, που την έσπρωχνε να πηδά άφοβα πάνω από τους ανόητους φραγμούς που την εμπόδιζαν να δει την αλήθεια. Αυτός ο σίφουνας τη σήκωσε στα 18 της -τόλμημα τρομαχτικό- από την Καλαμάτα και την έφερε στην Αθήνα του ’20».
1902. Γεννήθηκε την 1η Απριλίου και ήταν κόρη του φιλόλογου Ευγένιου Πολυδούρη και της Κυριακής Μαρκάτου, μιας γυναίκας με πρώιμες φεμινιστικές ανησυχίες. Ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές της σπουδές στην Καλαμάτα, αφού προηγουμένως είχε φοιτήσει σε σχολεία του Γυθείου και των Φιλιατρών.

Γύθειο. Φωτογραφία του Βαγγέλη Βλάχου από το vlavag.blogspot.com
1916. Στα γράμματα εμφανίζεται σε ηλικία 14 ετών, με το πεζοτράγουδο «Ο πόνος της μάνας». Αναφέρεται στο θάνατο ενός ναυτικού, τον οποίον ξέβρασαν τα κύματα στις ακτές των Φιλιατρών και είναι επηρεασμένο από τα μανιάτικα μοιρολόγια που άκουγε στο Γύθειο. Σε ηλικία 16 ετών διορίζεται στη Νομαρχία Μεσσηνίας, κατόπιν διαγωνισμού και παράλληλα εκδηλώνει ζωηρό ενδιαφέρον για το γυναικείο ζήτημα.
1920. Χάνει, σε διάστημα σαράντα ημερών, τον πατέρα και τη μητέρα της, ενώ εκείνη είναι μακριά απ' το σπίτι παρασυρμένη από ένα σφοδρό έρωτα παρά την κακή κατάσταση υγείας της μητέρας της.
1921. Μετατίθεται στη Νομαρχία Αθηνών και παράλληλα εγγράφεται στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών την οποία θα εγκαταλείψει έπειτα από τρία χρόνια. Στην υπηρεσία της θα γνωρίσει τον συνάδελφο και ομότεχνό της Κώστα Καρυωτάκη. Αυτή είναι 20 χρονών κι αυτός 26. Μεταξύ τους θα αναπτυχθεί ένας σφοδρός έρωτας, που θα κρατήσει λίγο, αλλά θα παίξει καθοριστικό ρόλο στη ζωή και το έργο της. Έχουν κοινά ενδιαφέροντα: Τη λογοτεχνία. Έχουν κοινές εμπειρίες: Την αποπνιχτική ατμόσφαιρα της επαρχιακής ζωής, την τσακισμένη τους ευαισθησία από την ακατανοησία του περίγυρου. >Ο Καρυωτάκης την ενθαρρύνει να συνεχίσει το γράψιμο, αλλά ταυτόχρονα της μεταδίδει την απαισιοδοξία του.

1922. Το καλοκαίρι ο Καρυωτάκης μαθαίνει ότι έχει προσβληθεί από σύφιλη, νόσημα τότε ανίατο και κοινωνικά στιγματισμένο. Το ανακοινώνει πρώτα στην αγαπημένη του και της ζητά να χωρίσουν. Εκείνη, του προτείνει να παντρευτούν χωρίς να κάνουν παιδιά, αλλά ο Καρυωτάκης είναι πολύ περήφανος για να δεχθεί τη θυσία της. Εκείνη πάλι αμφιβάλλει για την ειλικρίνειά του, νομίζει ότι η αρρώστια του είναι πρόφαση για να την απομακρύνει από κοντά του.
1923. Κάνει έντονη ζωή. Υποφέρει από αδενοπάθεια και υπερκόπωση.
1924. Μπαίνει στη ζωή της ο δικηγόρος Αριστοτέλης Γεωργίου, άρτι αφιχθείς εκ Παρισίων. Είναι νεαρός, ωραίος και πλούσιος. Θα τον αρραβωνιαστεί στις αρχές του
1925, αν και στην καρδιά της σιγοκαίει ο έρωτάς της για τον Καρυωτάκη. Παρά την αφοσίωση του αρραβωνιαστικού της, η Μαρία Πολυδούρη δείχνει να μην μπορεί να συγκεντρωθεί σοβαρά σε καμιά δραστηριότητα. Χάνει τη δουλειά της στο Δημόσιο από τις αλλεπάλληλες απουσίες της κι εγκαταλείπει τη Νομική. Φοιτά στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, προλαβαίνει μάλιστα να εμφανισθεί ως ηθοποιός σε μία παράσταση.
1926-28. Το καλοκαίρι διαλύει τον αρραβώνα της και φεύγει στο Παρίσι. Τότε, όμως, τυχαίνει να βεβαιωθεί από κοινούς φίλους ότι στην πραγματικότητα, η υγεία του Καρυωτάκη στεκόταν εμπόδιο στο γάμο τους. Ενας σεισμός την τράνταξε. Πλημμύρισε από συγγνώμη και μεταμέλεια για την αδικία που του έκανε. Γράφει για αυτό το θέμα ποιήματα και πεζά. Μα ο Καρυωτάκης δεν περίμενε ούτε συγχώρεσε ποτέ τον αρραβώνα της και οι φιλικές σχέσεις τους είχαν διακοπεί και δεν αντάλλασσαν ούτε χαιρετισμό. Οταν η Μαρία συνειδητοποιεί ότι χάνει οριστικά τον ποιητή της, πέφτει σε βαθιά κατάθλιψη.
Από το Παρίσι γράφει στον αρραβωνιαστικό τους πως ο δεσμός τους έλαβε τέλος. Σπουδάζει ραπτική, αλλά δεν κατορθώνει να εργαστεί, επειδή προσβάλλεται από φυματίωση.

Επιστρέφει στην Αθήνα και συνεχίζει τη νοσηλεία της στο νοσοκομείο «Σωτηρία». Εκεί την επισκέπτεται για τελευταία φορά ο Καρυωτάκης. Ετοιμαζόταν να φύγει για μετάθεση για την Πρέβεζα και πήγε να τη δει. Ο ποιητής της δε δείχνει θυμό ούτε ψυχρότητα, αλλά χαρά και επιείκεια. Μα κι αυτήν τη φορά παριστάνει τη δυνατή. Αργότερα, θα μάθει για την αυτοκτονία του (28 Ιουλίου 1928.).
Τον ίδιο χρόνο κυκλοφορεί την πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο «Οι τρίλλιες που σβήνουν».
1929. Κυκλοφορεί η δεύτερη ποιητική της συλλογή («Ηχώ στο Χάος»).
1930. Η φυματίωση τελικά θα την καταβάλει και θα αφήσει την τελευταία της πνοή στην Κλινική Χριστομάνου τα ξημερώματα της 29ης Απριλίου. Ο Κώστας Παπαδάκης, ο Γιάννης Χονδρογιάννης, η Λιλή Ζωγράφου, που της έγραψε τη πιο εμπεριστατωμένη κι ολοκληρωμένη μονογραφία, αποδέχονται την εκδοχή πως αυτοκτόνησε μ' ενέσεις μορφίνης.
(Πηγές βιογραφικού:Λιλή Ζωγράφου, www.sansimera.gr, www.pedia-elogos.gr, www. peri-grafis.com, Έλλη Αλεξίου, www.imerisia.gr -Μαρίνα Ζιώζου)

