Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2012

να χαράξω στο χαλκό πιο βαθειά, πιο βαθειά



Στην κουβέντα που κάναμε στο Γ2θεωρ. για τον Εγγονόπουλο και τον υπερρεαλισμό, αφήσαμε δύο εκκρεμότητες: 1) Να δώσουμε ένα δείγμα υπερρεαλιστικού ποιήματος ( μια και είπαμε πως το "Ποίηση 1948" δεν έχει υπερρεαλιστικά στοιχεία στο περιεχόμενο ) και 2) να δώσουμε ένα δείγμα ποιήματος που, παρόλο που δεν τηρεί τις τεχνικές της παραδοσιακής στιχουργίας, χαρακτηρίζεται από ρυθμό.


Ας μην απομακρυνθούμε από τον Εγγονόπουλο κι ας ακούσουμε, επί τη ευκαιρία, και τους στίχους του ντυμένους μουσικά. Ποίημα "Η Ύδρα των πουλιών". Αντιγράφω τους στίχους από το www. stixoi.info:


Μακρινές συναυλίες, οπάλινες σπίθες του πρώτου σπιτιού μας μες στη λαύρα του θέρους, στης Γης του Πυρός την αέναη θήρα, στους κάμπους, στα δάση, στα ουράνια, Θ' ασπασθώ απαλά της εικόνος τα χείλη, θα χαρίσω ελπίδες σ' αχιβάδες και κάστραπου βουβά παραστέκουν σ' όσ' αγγίζουν οι Μοίρες, κι όταν δύουν στα πεύκα των ειδώλων φεγγίτες αυλακώνουν μ' αλόγατα ξύλινα χαμοκέδρου θωπείες, Θεωρίες σεπτές μυστικών δεινοσαύρων στων νερών τις πλεκτάνες που τα ζώσανε κύκνοι, μαύροι κύκνοι, γαλάζιοι, όλο ιδέα και πόθο που λες πάει να σβήσει κι αποτόμως γυρεύει ν' ανεβεί πιο ψηλά, να γκρεμίσει, να σπάσει, παραθύρια ν' ανοίξει, να φωνάξω, να κλάψει,να ρημάξω, ν' αράξει, να σκιστεί, να χαράξω στο χαλκό πιο βαθειά, πιο βαθειά, περιστέρια, λιοντάρια, των μαλλιών της τη νύχτα, του στρατιώτου το όπλο, τ' αρβανίτικο χώμα, Κι όπου φτάσει, αν φτάσει, φαντασία μετάλλου, λόγια που είπα η Πυθία σε ανύδρους εκτάσεις, τροπικούς και πηγάδια θα διαβεί, ως να φέξει η αυγή η πλανεύτρα μ' άυλων Κούρδων κραιπάλη, Ν' αγοράσει κιθάρες που μου πνίγουν τα μάτια ως να σύρω τα πέπλα που κρατά η σελήνη, Στη μορφή μου να δέσει τη μορφή των πουλιών.



Ακούστε το:


Αν μετά την ανάγνωση και την ακρόαση έμειναν απορίες για τα στοιχεία του υπερρεαλισμού ή το ρυθμό, τις συζητάμε εδώ ή στην τάξη.

Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2012

Θέρμη του πάθους, μέθη της ζωής

Απ’τη συζήτηση που κάναμε στην τάξη, όσους άγγιξε η ποίηση της Μαρίας Πολυδούρη τους άγγιξε για το έντονο πάθος της, για το αμετακίνητο κέντρο της όπου φωλιάζει ο έρωτας. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτό είναι το κυριότερο χαρακτηριστικό που βλέπουν στα «τραγούδια» της όσοι ασχολήθηκαν και έγραψαν για την ποίησή της.
Είκοσι χρόνια μετά το θάνατο της Μαρίας Πολυδούρη, ο Κλέων Παράσχος γράφει γι’ αυτήν μια βιβλιοκριτική που τη διαβάζουμε τώρα στο επίμετρο του βιβλίου: «Μαρία Πολυδούρη, Ζωή με παραφορά/αθηναϊκό ημερολόγιο 1921-1922, 1925» ( εκδ. Μονόκερως, Αθήνα, 2005)
Εκεί, ανάμεσα σε άλλα, γράφει για την ποιήτρια:

«(…) Πέρασαν είκοσι χρόνια από τότε που άφησε τον κόσμο τούτον η Μαρία Πολυδούρη. Λίγο πριν και λίγο μετά το θάνατό της έγινε λόγος για τα ποιήματά της, για την αρρώστια που τη θέρισε νεότατη, εικοσιπέντε μόλις χρόνων, για τη ζωή της τη γεμάτη πυρετική ανησυχία, δοκιμασία και έρωτα. (…) Έπειτα την πολυβασανισμένη ύπαρξή της και το πονεμένο της έργο τα σκέπασε η σιγή.Εκείνοι που τη γνώρισαν από κάπως κοντύτερα κι εκείνοι που γνώρισαν κάπως το έργο της, αυτοί βέβαια δεν τη λησμόνησαν. Για τη ζωή της, για το τι είδος άνθρωπος ήταν, δε θα είχα σχεδόν τίποτε να πω. Δεν έτυχε να πλησιάσω την Πολυδούρη, ούτε πριν αρρωστήσει, ούτε όταν στο «Σωτηρία» πρώτα και ύστερα σε μια κλινική της οδού Πατησίων, χάραζε με χέρι που το έκαιγε η θέρμη της αρρώστιας και η θέρμη του πάθους, τους τελευταίους της στίχους. Άκουσα όμως και διάβασα πολλά γι’ αυτήν.

Τα «πολλά» αυτά sυνοψίζονται σε ένα κύριο και ουσιαστικό. Στους έρωτές της ή μάλλον στον έρωτά της με τον Καρυωτάκη, γιατί μόνο για τον έρωτα αυτόν έχουμε ( ως τώρα) γραπτές και θετικές μαρτυρίες, του ποιητή και της Πολυδούρη. Της Πολυδούρη το ποίημα «Σ’ ένα νέο που αυτοκτόνησε», που είναι κάτι περισσότερο από καθαρή νύξη· καθαρή μαρτυρία. Και του Καρυωτάκη γράμματα προς την ποιήτρια, λίγον καιρό, λίγες ίσως μέρες πριν από την αυτοκτονία του. Κατά τα άλλα, η ζωή της Πολυδούρη μπορεί να συνοψιστεί σε δυο τρία σημαντικά – σημαντικά όταν τα δεις από έξω – γεγονότα. Η υπαλληλική της θητεία μερικά χρόνια στη Νομαρχία Αθηνών, ένα ταξίδι στο Παρίσι, τρία χρόνια πριν από το θάνατό της, και η αρρώστια, γεγονός και εσωτερικά και εξωτερικά σημαντικό. Ολάκερο το δεύτερο βιβλίο της, το Ηχώ στο χάος, όπου βρίσκονται τα πιο πονεμένα και πιο ξεχειλισμένα από ερωτικό πάθος ποιήματά της, το έγραψε στο «Σωτηρία». Είχε ακόμα δυνάμεις. Και πώς τις σπαταλούσε! Όχι μόνο ξαναμπαίνοντας ολάκερη, καθώς έγραφε τα ποιήματά της, στο καμίνι του έρωτα, αλλά και με χίλιους άλλους τρόπους. Ασφαλώς θα είχε καταλάβει, με το σίγουρο προαίσθημα μερικών αρρώστων, ότι ήτανε ανέκκλητη η καταδίκη της, και νευρικά, πυρετικά, βιαζόταν να πιει τις τελευαταίες στάλες που έμεναν γι’ αυτήν στο κύπελλο της ζωής. Αργότερα, στην κλινική «Καρυοφύλλη», είχε καταθέσει πια τα όπλα, όλες οι δυνάμεις της την είχαν εγκαταλείψει. Δε σάλευε, δε μιλούσε. Μόνον κάπου – κάπου ανοιγόκλειναν τα ωραία μεγάλα της μάτια που είχαν ακουμπήσει τόσο λαίμαργα αλλά και τόσο λίγο καιρό σε όλες τις ομορφιές της ζωής.

Η ποίηση της Πολυδούρη δεν πρέπει να κριθεί με αυστηρά καλλιτεχνικά μέτρα. Δεν είναι καρπός μιας υποταγής επίμονης, χωρίς καμιά παρέκκλιση, σχεδόν θρησκευτικής, στο νόημα της τέχνης, η μετουσίωση σε αυτοδύναμο σώμα αισθητικό της ζωικής εμπειρίας. Είναι ανάβρυσμα της στιγμής, με τα καλλιτεχνικά μέσα που δίνει η στιγμή στην ποιήτρια, του αισθήματος που την κατακλύζει. Πραγματικά, υπάρχουν πολλά γνωρίσματα του αυτοσχεδιασμού στα ποιήματα της Πολυδούρη· πεζολογίες, κοινοτοπίες, ατημελησίες, περισσολογίες. Άγρυπνη συνείδηση καλλιτεχνική δεν εποπτεύει τη δημιουργία της. Συχνά όμως στη φράση της, στη λέξη της διοχετεύει το πάθος που δονεί την ψυχή της και αυτή η ζέστα του πάθους, του γυμνού αμετουσίωτου, είναι το στοιχείο που μας θερμαίνει κι εμάς:
Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου (…)
Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα.
Ο τελευταίος στίχος θα μπορούσε να είναι της Ντεμπόρντ Βαλμόρ, άλλης – μεγάλης – ερωτόπαθης ποιήτριας, από τέτοια πλησμονή του πάθους ξεχειλίζει. Δεν πρέπει να λησμονούμε άλλωστε ότι τους πιο παθητικούς, τους πιο φλογερούς στίχους της τους έγραψε άρρωστη η Πολυδούρη, στους στερνούς μήνες της ζωής της και ότι η θέρμη της αρρώστιας, όπως τόσο συχνά συμβαίνει, πολλαπλασιάζει τον οίστρο του πάθους. Αλλιώς αντικρύζει τ’ αγαθά της ζωής και ένα από τα πιο μεγάλα, τον έρωτα, ένας που δεν έχει κανένα λόγο να πιστεύει ότι δε θα ζήσει ακόμα, κι εκείνος που αισθάνεται ότι είναι μετρημένες οι μέρες του.

(…) Ομορφιά της ζωής, πόνος. Ανάμνηση του έρωτα, πάλι πόνος. Τους συσχετισμούς αυτούς, που γεννιούνται αυτόματα στην ψυχή τής θανάσιμα τραυματισμένης ποιήτριας, τους βλέπουμε να γεννιούνται με τον ίδιο αυτοματισμό και στην ποίησή της. (…) Τον έρωτα που δεν τον χάρηκε όσο θα το ‘θελε διαρκώς αναπολεί, νοσταλγεί, ονειρεύεται. Και ο έρωτας είναι πάντα σχεδόν ανακατεμένος με τ’ όραμα ενός νεκρού (…) Η ποίηση της Πολυδούρη σκιρτά απ’ τη λαχτάρα και από τη μέθη της ζωής. Και μόνο στο τέλος τρεκλίζει από τον πόνο».

Αλήθεια, πάει το μυαλό σας σε κάποιο τραγούδι που ακούτε που πιστεύετε ότι κλείνει ανάλογο πάθος;

Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2012

Ωχ, Θε μου

νέοι της γης
του γένους, μπορεί και του σύμπαντος ίσως,
οι σημαίες που σήμερα λείπουνε
πάνω απ’ τη γη υπάρχουνε μέσα σας…
( απόσπασμα από το ποίημα «Ο κόσμος στο τέλος του» , που προτάσσεται στο αυτοβιογραφικό χρονικό του Νικηφόρου Βρεττάκου «Οδύνη»( εκδ. Πόλις)

Μπαίνοντας στο «έτος Νικηφόρου Βρεττάκου», όπως έχει ανακηρυχτεί το 2012, καθώς συμπληρώνονται 100 χρόνια από τη γέννησή του, θα μπορούσε κάποιος που θα ήθελε να προσεγγίσει τον ποιητή και το έργο του, να αρχίσει διαβάζοντας το αυτοβιογραφικό χρονικό του «Οδύνη».
Η «Οδύνη» μπορεί να κυκλοφόρησε το 1969 στην Αμερική, αλλά στην Ελλάδα έμενε ανέκδοτο μέχρι το θάνατό του Νικηφόρου Βρεττάκου.
Ευτυχώς, ο γιος του, ο σκηνοθέτης Κώστας Βρεττάκος, αναλαμβάνει να το επιμεληθεί και να το εκδώσει το 1995 κάνοντας έναν πολύ κατατοπιστικό αλλά και τρυφερό πρόλογο.

Ας κλέψουμε λίγες στιγμές αυτού του προλόγου, που προδίδουν τη σχέση του Βρεττάκου με τη φύση και τη σιωπή.
« Στο βάθος της συνείδησής του ήταν βαθιά ριζωμένη η νοοτροπία του αγρότη. Μια φυσική έφεση την οποία αναγκάστηκε να αποχωριστεί, όταν βρέθηκε μπροστά στο δίλημμα της μεγάλης επιλογής. Όταν νιώθεις πως ό,τι έχεις να κάνεις θα το κάνεις μέσα στον κόσμο, δεν μπορείς να μένεις σ’ ένα βουνό, όσο κι αν αυτό σε συνδέει με την ειρήνη, με την ομορφιά και τον ουρανό. Η απόφασή του όμως αυτή να ζήσει στην πόλη, δεν άλλαξε εκείνον τον εσωτερικό ρυθμό που μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά στο ανθρώπινο κύτταρο, και ορίζει το βάθος του βλέμματος και τη διαύγεια της σιωπής.
Ο Νικηφόρος πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του μέσα σε μια επίμονη σιωπή, τόσο έντονη, που πολλές φορές, όταν σιωπούσες μαζί του, ένιωθες πως μπορούσε να σου τρυπήσει τα τύμπανα. Το αδιαπέραστο βλέμμα του, το σχεδόν γλυπτό, σκαμμένο από τις ρυτίδες, πρόσωπό του, μου θύμιζε τους στίχους ενός άλλου ποιητή, του Τσεζάρε παβέζε, όταν αναφερόταν στους αγρότες προγόνους του: «Η σιωπή ήταν η αρετή μας».
Δεν είναι τυχαίο ότι τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του, τα πέρασε κατά το μεγαλύτερό τους διάστημα, στο ερημικό χτήμα του πατέρα του και κάτω από συνθήκες που μοιάζαν πολύ με εκείνες των παιδικών του χρόνων. Ζωή ερημίτη, που υποθέτω ότι αποτελούσε φυσική άμυνα απέναντι στην ενόχληση που του προκαλούσε η αδιάκριτη και χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο ανθρώπινη συναναστροφή.




(…) Τους κύκλους της σιωπής του ο Νικηφόρος τους έκλεινε συνήθως μ’ ένα βροντώδη αναστεναγμό που συνοδευόταν από το επιφώνημα, «Ωχ, Θε μου». Έμοιαζε με τη βαθιά εκπνοή του κολυμβητή τη στιγμή που αναδύεται από το βυθό, και νιώθει τα πνευμόνια του να ξεριζώνονται στην προσπάθεια να διώξει τον μολυσμένο αέρα. Αυτή την παρατήρηση την κάνω τώρα, εκ των υστέρων, όταν πιάνω τον εαυτό μου να εκβάλλει το ίδιο επιφώνημα, συνοδευμένο από τον ίδιο βαθύ αναστεναγμό χωρίς να υπάρχει φαινομενικά κανένας ειδικός λόγος ή το παραμικρό ίχνος οδύνης.»
Το αυτοβιογραφικό αυτό χρονικό του Νικηφόρου Βρετττάκου καλύπτει τα πρώτα πενήντα χρόνια της ζωής του, μέχρι το 1961, δηλαδή. Ένα κείμενο γλυκά και απλά εξομολογητικό, απ’ όπου αναδύεται με αδρές γραμμές το πορτρέτο του λάκωνα ποιητή, αλλά κυρίως του ανθρώπου Βρεττάκου
.

Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2012

Η ιδιότυπη μελαγχολία του Κ. Π. Καβάφη

Στο εισαγωγικό μάθημα για τον Καβάφη, διαβάστηκαν αρκετά ποιήματα στην τάξη, προκειμένου να γίνει μια πρώτη προσέγγιση στην ποιητική του γραφή και να εντοπιστούν κάποια χαρακτηριστικά της μορφής και του περιεχομένου τής ποίησής του. Διαβάστηκαν τα ποιήματα «Κεριά», «Ένας γέρος», «Πολύ σπανίως», «Ιθάκη», «Πόλις», «Οι ψυχές των γερόντων», «Θερμοπύλες», «Τείχη».
Στη συζήτηση που ακολούθησε, κι αφού διαπιστώθηκε ότι στους περισσότερους άρεσαν και μάλιστα αρκετά τα δείγματα που ακούστηκαν, η Φωτεινή παρατήρησε πως στα ποιήματα τονίζεται η θλιβερή, η μελαγχολική πλευρά της ζωής, προβάλλονται τα σβηστά κι όχι τα αναμμένα της κεράκια.
Και αμέσως προκάλεσε την απορία: αν είναι έτσι ( κι εγώ νομίζω πως ναι, είναι έτσι), τι είναι αυτό στην ποίηση του Καβάφη που συγκινεί ένα σημερινό νέο, αφού αυτή η μελαγχολική ματιά της ζωής μάλλον βρίσκεται ακόμα μακριά από το βιωματικό του πεδίο;



Απλουστευτικό, μπορεί, το ερώτημα, αλλά μας βοηθάει να προσεγγίσουμε την ιδιότυπη αυτή μελαγχολία του Καβάφη, αυτή που πιθανώς δεν ορίζει κάποιο αδιέξοδο, αλλά συζητάει στοχαστικά με την ανθρώπινη ύπαρξη. Ας δούμε πώς τοποθετείται στο θέμα αυτό ο Νικήτας Παρίσης στο βιβλίο του «Κ. Π. Καβάφης, σχόλια σε ποιητικά κείμενα» (εκδ. Μεταίχμιο, 2003, σελ. 24-5):
« Ο Καβάφης δεν είναι ο ποιητής της λυρικής αιθρίας και της ρητορικής έξαρσης· ούτε ο ποιητής που προκαλεί την εύκολη συναισθηματική διέγερση ή και διάχυση. Η ποίησή του δε δονεί τις εύκρουστες και τις πάνω χορδές της ψυχής. Δε σκορπίζει τον αναγνώστη ούτε τον κάνει να πάλλεται αστόχαστα και απερίσκεπτα. Τον συγκρατεί σε μια προκαθορισμένη και σταδιακά ανελισσόμενη ένταση στοχαστικής ευστάθειας. Δεν εισβάλλει απότομα και άμεσα στην ψυχική ενδοχώρα του αναγνώστη. Τον συνεπαίρνει σταδιακά με μια διαδικασία έντεχνα σκηνοθετημένης και αργόσυρτης ή και υπόκωφης υποβολής. Ακόμα και στα κάπως πιο γκρίζα ποιήματα, σ’ αυτά που εγγράφεται έγκλειστος, ο ηττημένος και ο δαπανημένος άνθρωπος, ο αναγνώστης δε βουλιάζει στο μαύρο χρώμα· δεν αισθάνεται να τον πνίγει ο κλοιός μιας συναισθηματικής-ψυχικής ασφυξίας. Ο ηττημένος στον Καβάφη διατηρεί μιαν αξιοπρέπεια ή ακόμα και κάποια καύχηση».


Ίσως αυτή η οπτική γωνία θέασης δίνει μιαν απάντηση στο ερώτημά μας.
Όπως το λέει, άλλωστε κι ο Λίνος Πολίτης στην «Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας» του,
« Μια σοβαρότητα και μια βαρυθυμία· δε θα βρούμε στον Καβάφη την εύθυμη νότα, την ευφρόσυνη πολυχρωμία . (…) Το καίριο είναι η συνειδητοποίηση της δραματικής ουσίας της ζωής, η αίσθηση της παρακμής και της ματαιότητας. Η τραγική όμως αυτή συναίσθηση δεν οδηγεί στη διάλυση και στην απιστία· το αίσθημα της αξιοπρέπειας και της υπερηφάνειας, η βαθύτερη συνείδηση του ανθρώπου, αποτελούν το αντίρροπο και θεμελιώνουν την πίστη και τη σωτηρία»
Κι αυτό είναι, Φωτεινή, ένα ακόμα στοιχείο που τον καθιστά ιδιαίτερο.
Τι λέτε;

Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2012

Τι είναι ποίηση;

( οι υπέροχες φωτογραφίες της ανάρτησης είναι της daflek)
«Βαδίζεις σε μιαν έρημο. Ακούς ένα πουλί που κελαηδάει. Όσο κι αν είναι απίθανο να εκκρεμεί ένα πουλί στην έρημο, ωστόσο εσύ είσαι υποχρεωμένος να του φτιάξεις ένα δέντρο. Αυτό είναι το ποίημα». ( Κική Δημουλά)

Ίσως επειδή είναι πολύ δύσκολο να ορίσει κανείς τι είναι η ποίηση, ίσως γι’ αυτό να υπάρχουν τόσα ποιήματα που ανιχνεύουν το ρόλο της ίδιας της ποίησης, που στοχάζονται πάνω στη λειτουργία της, που αναζητούν την αλήθεια και την ουσία της.
Επιστρέφοντας από τις διακοπές των Χριστουγέννων, τη Δευτέρα, θα ξεκινήσουμε να μελετάμε αυτή την ενότητα: «Ποιήματα για την ποίηση», ποιήματα ποιητικής, δηλαδή, ποιήματα αυτοναφορικά. . Όπως λέγαμε και στην προηγούμενη ανάρτηση, φέτος στην ύλη μας ανήκουν τα ποιήματα:




-Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, «Μελαγχολία του Ιάσωνος Κλεάνδρου ποιητού εν Κομμαγηνή 595 μ .Χ.»

· Μαρία Πολυδούρη, «Μόνο γιατί με αγάπησες»

· Νίκος Εγγονόπουλος, «Ποίηση 1948»

· Μανόλης Αναγνωστάκης, «Στο Νίκο Ε… 1949»

· Γιώργης Παυλόπουλος, «Τα Αντικλείδια»,
τα οποία θα τα διδαχτούμε με αυτή τη σειρά.
Την προβληματική της ενότητας θα επιχειρήσουμε να προσεγγίσουμε σήμερα παραθέτοντας και μερικά άλλα ποιήματα για την ποίηση, που το καθένα μάλιστα, με κάποια λογική, θυμίζει και κάποιο από τα ποιήματα του βιβλίου μας. Ό,τι κάναμε και στην προηγούμενη ανάρτηση, δηλαδή,

οπότε ... ετοιμαστείτε για το δεύτερό μας κουίζ ! :-)
1. Μίλτου Σαχτούρη, Ο στρατιώτης ποιητής
Δεν έχω γράψει ποιήματα
μέσα σε κρότους
μέσα σε κρότους
κύλησε η ζωή μου


Τη μιαν ημέρα έτρεμα
την άλλη ανατρίχιαζα
μέσα στο φόβο

μέσα στο φόβο
πέρασε η ζωή μου

Δεν έχω γράψει ποιήματα
δεν έχω γράψει ποιήματα
μόνο σταυρούς
σε μνήματα
καρφώνω

2. Κλείτου Κύρου, Η ποίηση ( απόσπασμα)
(…) Σ’ έναν κόσμο συναλλαγών η Ποίηση δε συναλλάσσεται. Σ’ έναν κόσμο φθοράς η Ποίηση παραμένει άφθαρτη Είναι μια αρρώστια που σε σιγοκαίει όπως ο έρωτας και η θέρμη Συμπτώματα: συμπεριφορά παιδιού καθαρό μυαλό και μάτι που τρυπάει σκοτάδια και καπνούς Όπου Ποίηση και αλήθεια Φάρμακο για τη μοναξιά και τους πόνους της καρδιάς Δε χρειάζεται φίλτρο Χρήση εσωτερική Και προπαντός υπόθεση προσωπική (…)
3. Κωστή Γκιμοσούλη, Ένα πετυχημένο ποίημα
Να γράψεις ένα πετυχημένο ποίημα
δεν σημαίνει απαραίτητα
πως είσαι
κάτι παραπάνω από τους άλλους.

Ούτε
άμα γράψεις ένα πετυχημένο ποίημα
σημαίνει αναγκαστικά
πως έχεις κότσια

Κότσια έχουν
οι πυροτεχνουργοί
οι εργολάβοι κηδειών
κι οι ακροβάτες.

Να γράψεις ένα πετυχημάνο ποίημα
σημαίνει μόνο αυτό:

Σφραγίζεις τέλεια ένα χαλασμένο δόντι.

Δηλαδή
κλείνεις με κάτι στερεό
τον άδειο χώρο
που είχε καταλάβει ο πόνος.

4. Κικής Δημουλά, Η αγριοφωνάρα ( απόσπασμα)
(…)
Έφευγες κάθε τόσο μην αφήνοντας
ούτε μια λέξη κάτω απ’ το χαλάκι της εξώπορτας
και με εξώθησες να κλέβω αντικλείδια
από περιφερόμενους λωποδύτες στίχους
για να μπω.

Και ποια η αναγνώριση
Γύρισα μια μέρα απ’ τη σπορά και βρήκα
στο δρόμο πεταμένη την οικοσκευή μου
και όσα είχα επί χάρτου ακουμπήσει
τα έκανες του διωγμού μου περιτύλιγμα
και αιτιολόγησή του.

Άστεγη περιφέρομαι κλειστές οι πόρτες
αγνώμονες οι επιβάτες που στερέωσα
καμώνονται ότι δεν είναι μέσα.
Μέσα είναι.
Αλλού, απ’ τους αγάπησα, δεν έχουν πού να πάνε.

Άγραφων στίχων βρίσκω μισάνοιχτη την πόρτα.
Σπρώχνω ελαφρά το τρίξιμο να μπω
κι από το βάθος βάθος μου απαντά
μια αγριοφωνάρα
πως έχουνε γραφτεί.

5. Στρατή Τσίρκα, Δώσε μου το τραγούδι
Ποίηση,
συντρόφισσα με τ’αθόρυβα πέλματα,
μέσ’ απ’ τη σκοτεινήν απόγνωση
των κόσμων σου κράζω:
Δώσε μου το Τραγούδι!

Ήλιος να πυρπολήσει τα μυαλά
των αδερφών μου
και πάνω απ’ τα μικρά τα καθημερινά
να τους υψώσει
στο νόημα του Αιώνα.
(…)
Και πάνω απ’ όλα, πάνω απ’ όλα,
Ποίηση,
δωσ’μου τη δύναμη να φωνάξω:
Τίποτα δεν τελείωσε.
Τώρα αρχινούν
πάνω στη Γη
τα πανανθρώπινα ανθεστήρια.

Και μια και δε μου φαίνεται τόσο δύσκολο να αντιστοιχίσετε το κάθε ποίημα με κάποιο απ’αυτά της ύλης μας, ας βάλουμε και μια δεύτερη ερώτηση για το κουίζ μας: Βρείτε το ορεινό χωριό από το οποίο είναι τραβηγμένες πριν λίγες μέρες οι πανέμορφες φωτογραφίες που μας αφιερώνει η daflek ( Δεν είναι και τόσο δύσκολο. Σε μια πρόσφατη ανάρτηση υπάρχει και βοήθεια :-) )

Λοιπόν, καλή επιτυχία!

Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2012

Αντιστοιχίστε και κερδίστε! ( και καλή μας χρονιά! )



Στα μπαγκάζια των διακοπών του περασμένου καλοκαιριού ήταν και η ποιητική συλλογή του Αργύρη Χιόνη με τον τίτλο «Ό,τι περιγράφω με περιγράφει». Από επαγγελματική ή ίσως και προσωπική διαστροφή οι περισσότερες σελίδες είναι σημειωμένες με ένα γαλάζιο μολύβι, προφανώς «δανεισμένο» από τα μολύβια ζωγραφικής κάποιου παιδιού.
Σημειωμένα είναι και όσα ποιήματα παρουσίαζαν αντιστοιχίες με τα ποιήματα που περιλαμβάνονται στο σχολικό βιβλίο της λογοτεχνίας κατεύθυνσης (Αυτό σίγουρα είναι επαγγελματική διαστροφή!). Φυλλογυρίζοντας τώρα το βιβλίο, που έμελλε να είναι το τελευταίο που εξέδωσε εν ζωή ο ποιητής, απολαμβάνω τα ολιγόστιχα, λακωνικά ποιήματα και λέω να σας τα μεταφέρω εδώ, να βρείτε μόνοι σας τις αντιστοιχίες τους με τα ποιήματα του βιβλίου μας.




Θυμίζω πως φέτος στην ύλη μας είναι τα ποιήματα:
· Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, «Μελαγχολία του Ιάσωνος Κλεάνδρου ποιητού εν Κομμαγηνή 595 μ .Χ.»
· Μαρία Πολυδούρη, «Μόνο γιατί με αγάπησες»
· Νίκος Εγγονόπουλος, «Ποίηση 1948»
· Μανόλης Αναγνωστάκης, «Στο Νίκο Ε… 1949»
· Γιώργης Παυλόπουλος, «Τα Αντικλείδια»

Για να δούμε, λοιπόν:
1) ( εκδοχές του τέλους, ΙΙ)
« Ό,τι χαλάει, ό,τι σπάζει, περίτρανα τους γέροντες τρομάζει, με το δικό τους τέλος ομοιάζει, με το δικό τους τσάκισμα από του χρόνου τις απρόσεχτες, βιαστικές κινήσεις. Γι’ αυτό, σιγά σιγά, προσεχτικά, το βάρος του κορμιού τους σε πολυθρόνες και καρέκλες αποθέτουν και φέρνουνε στα χείλη τους το ποτήρι τους, κρατώντας το σφιχτά με τα δυο χέρια.
«Όσο κρατούν τα πράγματα, κρατώ κι εγώ», φαίνεται να ‘ναι η κρυφή ελπίδα τους.»

2) ( εκδοχές του τέλους, ΧΙΙ)
«Αυτός ο άνθρωπος δεν αντέχει το φθινόπωρο· τον φθίνει, ανεπανόρθωτα τον φθίνει, κι ας μην είναι οπώρα. Είναι, ως εκ τούτου, φυσικό που του αντιστέκεται, που σαν τρελός μαζεύει τα πεσμένα φύλλα και τα ξανακολλάει στα κλαδιά των δέντρων.
Θα καταφέρει άραγε να ακυρώσει έτσι του καλοκαιριού την αναχώρηση, την έλευση να ματαιώσει του χειμώνα;»

3) ( από την ενότητα: παίγνια και σάτιρες)
«Πέρασε τη ζωή του, γράφοντας ποιήματα με τη γομολάστιχα»


4) ( από την ενότητα: παίγνια και σάτιρες)
«Έστησα καρτέρι
στο ποίημα,
όπως ο κυνηγός
καρτέρι στήνει
στον λαγό,
κι ας μην είχε (το ποίημα)
αυτιά μεγάλα,
μύτη υγρή, τρεμουλιαστή,
κι ας μην είχε
τα μπροστινά του πόδια
πιο κοντά
από τα πισινά,
κι ας μην είχε
καν πόδια (το ποίημα),
ήρθε κι έφυγε, γρήγορο
σαν λαγός,
κι έμεινα μόνο με τον κρότο
της ντουφεκιάς μου
και τον αντίλαλό της
που ειν’ ετούτη
η αποτυχημένη απόπειρα
(ποιήματος)»

5) ( από την ενότητα: παίγνια και σάτιρες)
«Η ποίηση ήταν γι’ αυτόν
ό,τι για τον Περσέα ο καθρέφτης·
μόνο μέσα απ’ αυτήν μπορούσε να κοιτάζει
τη φρικτή πραγματικότητα.»

Σας άρεσαν;
Το κουίζ, φαντάζομαι, το καταλάβατε κιόλας: Όποιος αντιστοιχίσει σωστά τα 5 ποιήματα με τα ποιήματα του βιβλίου της λογοτεχνίας ( το ένα είναι εκτός φετινής ύλης), κερδίζει ένα βιβλίο του Αργύρη Χιόνη. Για να δούμε!

Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2011

πες μου πως τίποτε δεν είναι αδύνατο.

Άγγισε με το χέρι σου τον ουρανό.

Καθάρισε τα σκονισμένα άστρα.

Ανέβα στο πιο ψηλό κλαδί. Κελάηδησε.

Με την παλάμη σου σκέπασε την πόλη.

Βάψε το σκοτάδι πράσινο. Ή πορτοκαλί.

Πιες το νερό της θάλασσας ως την τελευταία σταγόνα.

Λύγισε τη ζωή όπως οι υπαίθριοι παλαιστές

λυγίζουν τα σίδερα στις πλατείες.

Άρχισε το σύμπαν από την αρχή - πρώτα με πηλό και με λάσπη.

Πέρνα το ποτάμι δυο φορές.

Κάνε το σίδερο φωτιά. Το χιόνι πέτρα.

Πες μου πως τίποτε δεν είναι αδύνατο.

Πες μου πως τίποτε δεν είναι αδύνατο.

(Sostenuto, Νάσος Βαγενάς )

καλή σας χρονιά

Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2011

Με ήτα η ζωή τελειώνει·/με ήττα, επίσης. Αργύρης Χιόνης

Να επισκεπτόμαστε τους επιζώντες ποιητές


Να επισκεπτόμαστε τους επιζώντες ποιητές

αν μάλιστα τυχαίνει να μένουμε στην ίδια πόλη

να τους βλέπουμε πού και πού

γιατί εκεί που ζούμε ήσυχοι

βέβαιοι πως ζούνε κι αυτοί -ξεχασμένοι έστω-

εκεί έρχεται το μαντάτο τους.


Οι καλοί ποιητές μάς φεύγουνε μια μέρα

όχι γιατί πεθαίνουνε

από έμφραγμα ή από καρκίνο

αλλά γιατί φυτρώνουνε στα βλέφαρά τους

λουλούδια τρομερά.


Ανοίγουνε κιτάπια στην αρχή

πάνε μετά στον οφθαλμίατρο

ρωτάνε κηπουρούς βοτανολόγους

η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά

λόγια φοβισμένα κι αόριστα

οι περαστικοί κι οι γείτονες σταυροκοπιούνται.


Έτσι σιγά σιγά οι ποιητές μαζεύονται

αποτραβιούνται σπίτι τους

ακούγοντας δίσκους παλιούς

γράφοντας λίγο

όλο και πιο λίγοπράγματα μέτρια.


Στο μεταξύ μες στην κλεισούρα

τα τρομερά λουλούδια αρχίζουν να ξεραίνονται

και να κρεμάνε

κι οι ποιητές δε βγαίνουν πια

μήτε για τα τσιγάρα τους στο διπλανό περίπτερο.

Μόνο σκεβρώνουνε κοντά στο τζάκι

ζητώντας την απόκριση από τη φωτιά

που πάντα ξεπετάει στο τέλος μια της σπίθα

κι αυτή γαντζώνεται

στα ξεραμένα φύλλα πρώτα

ύστερα στα ξερά κλαριά

σ' όλο το σώμα

και τότε λάμπει το σπίτι

λάμπει ο τόπος

για μια μόνο στιγμή

κι αποτεφρώνονται.

(Από τη συλλογή Αναπήρων πολέμου (1982) του Γιάννη Βαρβέρη)


Ο Αργύρης Χιόνης έφυγε απ’ τη ζωή ανήμερα Χριστούγεννα, μόλις στα 68 του χρόνια, χωρίς να προλάβουμε να τον επισκεπτούμε στο ορεινό του σπίτι με τα μεγάλα παράθυρα, στο Θροφαρί της Κορινθίας.
Στην τελευταία του ποιητική συλλογή ( «Ό,τι περιγράφω με περιγράφει», εκδ. Γαβριηλίδης, 2010) συνομίλησε με παρρησία, θάρρος, τόλμη, με ειρωνεία και χιούμορ με το θάνατο, έπαιξε μαζί του με τον «ηρωικό πεσσιμισμό», όπως ανέφερε σε μια του συνέντευξη, με τον ηρωικό πεσσιμισμό που του δίδαξαν ο Νίτσε, ο Καζαντζάκης, ο Καμύ, ο Μπέκετ, αυτοί που τον βοήθησαν να αντιμετωπίζει «την ύπαρξη και την ανυπαρξία με ένα σαρδόνιο χαμόγελο».


Η είδηση του θανάτου του αγαπημένου ποιητή στέρησε τη δύναμη που σε κάνει να χαμογελάς. Κι όχι μόνο αγαπημένου ποιητή αλλά κι αγαπημένου ανθρώπου. Ενός ανθρώπου που ξεκινά τη ζωή του από τις αυθαίρετες παράγκες στα Σεπόλια, τελειώνει νυχτερινό Γυμνάσιο και αφού για 25 χρόνια ξενιτευτεί, σπουδάσει και δουλέψει στο Παρίσι, το Άμστερνταμ, τις Βρυξέλλες, επιλέγει την επιστροφή «στον τόπο όπου τα πάντα γεννιούνται, στη Φύση», αποφασίζοντας να παραιτηθεί από τη θέση του μεταφραστή του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις Βρυξέλλες και να εγκατασταθεί στο «μικρό και σχεδόν άθικτο ακόμη απ’ τον πολιτισμό» χωριό Θροφαρί της ορεινής Κορινθίας. Από το 1992 εκεί έγραφε, εκεί καλλιεργούσε τη γη, εκεί συνέχιζε το έργο της ζωής του. «Όσο ζω, γράφω ποιήματα-όνειρα πάνω στα χώματα. Όταν με καταπιούν και χουμοποιηθώ, θα τροφοδοτώ, ως λίπασμα, νέα όνειρα ζωής» (Σε εισαγωγικά αποσπάματά του από συνέντευξη στη Βιβλιοθήκη της «Ε», 12.02.2010).


Την ποίηση θεωρούσε τη βάση της συγγραφικής του δουλειάς, αλλά είχε εκδώσει και αρκετά αφηγήματα, για κάποια από τα οποία είχε βραβευτεί και με το βραβείο του περιοδικού «Διαβάζω» (2006) και με κρατικό βραβείο (2009), ένα θεατρικό, πολλές μεταφράσεις από πολλές γλώσσες, ακόμα και τις ιστορίες από τον αγαπημένο μας Asterix.


Οξυδερκής, αιχμηρός, σαρκαστικός κι αυτοσαρκαστικός και ταυτόχρονα ευαίσθητος και τρυφερός, χαμηλόφωνος, ακολουθούσε χρόνια τώρα με συνέπεια μια καταδική του, ιδιαίτερη πορεία στο χώρο της ελληνικής ποίησης.
Λέγαμε πιο πάνω για τη συνομιλία του με τη Θανή – όπως ήθελε να ονομάζει το θάνατο ( «Δεν σ’ ονομάζω Θάνατο,/Θανή σ’ αποκαλώ·/αφού θα μ’ αγκαλιάσεις κάποτε,/σε προτιμώ γυναίκα.») που είχε στην τελευταία του ποιητική συλλογή. Ας δούμε μερικά δείγματα από εκεί.


ΕΚΔΟΧΕΣ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ
Με ήτα η ζωή τελειώνει·
με ήττα, επίσης.

ΙΙΙ
Έρχονται αθόρυβα οι μέρες μου – γάτες με πελ-
ματα βελούδινα, ταχύτητα αστραπής- τρίβο-
νται μια στιγμή ανάμεσα στα πόδια μου· σκύ-
βω να τις χαϊδέψω· έχουνε κιόλας φύγει.

ΧΙ

Με τρομάζει η ανυπαρξία, η μητέρα μου,
και δεν ξέρω γιατί,
αφού η ερωμένη μου, η ύπαρξη,
είναι αυτή
που πάντα μου επεφύλασσε
και σίγουρα μου επιφυλάσσει ακόμη
τις πιο οδυνηρές εκπλήξεις.

ΧΙΙ
Να πίνεις τσάι και, στο μεταξύ, να σβήνει η
ζωή σου, όπως συμβαίνει με τους ήρωες του
Τσέχοφ, να σβήνει η ζωή σου, ενώ εσύ με α-
ξιοπρέπεια το τσάι ν’ ανακατεύεις και να ε-
παινείς τη γεύση και το άρωμά του. Έτσι,
σαν ήρωας του Τσέχοφ ή όπως ο Τσέχοφ ο ί-
διος, στη χυδαιότητα του πόνου ν’ αντιτάσ-
σεις την καλή ανατροφή σου.

XV
Ανάμεσα στα δάχτυλά μου
και στη σάρκα σου,
όσο σφιχτά κι αν σε κρατώ,
τρυπώνει ο χρόνος.


XVII
Όταν σου αναγγείλουνε το θάνατό μου,
κάνε ό,τι θα ’κανες αν σου χαρίζαν
εν’ άδειο βάζο.

Θα το γέμιζες λουλούδια·
έτσι δεν είναι;

ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑΤΑ Β΄
Οχτώ χαϊκού
α΄
Σκίτσο ο κόσμος και
ανελέητη ο θάνατος
γομολάστιχα.

ε΄
Σήπεσαι σώμα
στη σιωπή, στην απουσία
άλλων σωμάτων.

ΕΙΚΟΣΙ ΕΝΑ ΤΑΝΚΑ


γ΄
Το όνειρό μου·
να φυτέψω ένα δέντρο
μεσοπέλαγα·


πουλιά να ξαποσταίνουν
στα κλαδιά του, απόδημα.

δ΄
Κρατήσου μακριά
απ’ τους συνανθρώπους σου,
μην τους ζυγώνεις·
μπορεί να σε κολλήσουν
επικίνδυνα όνειρα.

ΠΑΙΓΝΙΑ ΚΑΙ ΣΑΤΙΡΕΣ


Ποτέ μου δεν κατάλαβα πώς δύο τόσο βελου-
δένια ζώα, όπως η γατα και η ποίηση, έχουν
γυαλόχαρτο για γλώσσα.


Βασανιστήριο στα νιάτα του η ακμή·
απαίσια κατάστικτο το πρόσωπό του.
Τώρα που βρίσκεται στην παρακμή του,
με νοσταλγία θυμάται την ακμή του.


Είχε αγωνία· ρώτησε:»Πώς γίνεται άνθρω-
πος κανείς;»
«Προσφέροντας» του απάντησαν.
Δεν είχε άλλο απ’ το παντελόνι του· το πρό-
σφερε και έγινε γελοίος.


_Τι κάνεις; Πώς τα πας;
-Πώς να τα πάω; Τι να κάνω; Ό, τι μπο-
ρω· πεθαίνω.
-Όλοι τα ίδιο κάνουμε· μόνον αυτό μπο-
ρούμε.
-Χάρηκα που σε είδα· μη χαθούμε…
-Ναι, μη χαθούμε…

Θυμίζουμε και μία ανάρτηση που είχαμε κάνει στο σχολικό μας μπλογκ για το βιβλίο του «Το οριζόντιο ύψος», απ’ όπου μπορείτε να διαβάσετε ένα διήγημά του.
( http://lykeio6o.blogspot.com/2009/03/blog-post_10.html )

Και ένα βίντεο που ετοιμάσαμε πρόχειρα προσπαθώντας να τον ανταμώσουμε, μια που δεν τον επισκεφτήκαμε μέχρι προχτές.

( στο βίντεο διαβάζει ο ίδιος τα ποιήματά του)

Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2011

Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2011

Καθώς ο σκύλος, ο δεμένος με πολύ κοντόν σκοινίον...

Ποιος είναι ο ώριμος αφηγητής του διηγήματος του Αλ. Παπαδιαμάντη «Όνειρο στο κύμα»; Τι άνθρωπος είναι; Ποιες αξίες, ποιες αρχές, ποια όνειρα, ποιοι πόθοι και ποιες ματαιώσεις κυβερνάνε την ψυχή του;
Αυτό ήταν το θέμα της εργασίας σας και είπαμε πως θα συμπληρώσουμε κάποια στοιχεία από την ανάλυση του Νικήτα Παρίση, όπως τη διαβάζουμε στο βιβλίο «Αλ. Παπαδιαμάντης – τρία διηγήματα». Για να δούμε, λοιπόν, πώς βλέπει το στριμωγμένο στο δικηγορικό γραφείο ήρωά μας ο Παρίσης:

" O αφηγητής είναι πρόσωπο εσωτερικά διχασμένο.
Αυτός ακριβώς, ο εσωτερικς του διχασμός ακυρώνει τις αξίες του παρόντος ( παιδεία, πανεπιστημιακό πτυχίο, δικηγορία, επαγγελματική αποκατάσταση) και εξιδανικεύει μέσα του τη ζωή του παρελθόντος. Ο διχασμός του προκαλείται από την αίσθηση και το σύνδρομο του αποτυχημένου βίου, επειδή η ζωή του πήρε άλλη κατεύθυνση από αυτή που ο ίδιος επιθυμούσε. Πρακτικά ο διχασμός του εκδηλώνεται πρώτα ως ολική απαξίωση της πραγματικότητας πουτον περιβάλλει και ακολούθως ως παραμυθητική λειτουργία της μνήμης. Έτσι το «τώρα» γίνεται γκρίζο και συνιστά την αιτία της δυστυχίας του, ενώ το νοσταλγούμενο «τότε» προβάλλεται ωςο απολεσθείς παράδεισος. Αυτή η αντίθεση ανάμεσα στο μίζερο «τώρα» και το παραδεισένιο «τότε»,εξηγεί και αιτιολογεί την έλλειψη προσαρμοστικής ικανότητας και, παράλληλα, την προσφυγή στη λυτρωτική λειτουργία της μνήμης. Με έναν τελικό και συνοψιστικό λόγο: ο αφηγητής είναι ένα πρόσωπο που βασανίζεται και τυραννιέται από τη βεβαιότητα και το ισχυρό σύνδρομο της αποτυχίας στη ζωή. Αυτοαμυνόμενος απέναντι στην απωθητική πραγματικότητα, απ’ την οποία δε διαβλέπει, τώρα πια, έξοδο και διέξοδο απολύτρωσης και σωτηρίας, επαναβιώνει αναδρομικά τα όσα οριστικά έχασε. Είναι, τελικά, ο αρνητής της ζώσας πραγματικότητας και ο αθεράπευτος νοσταλγός του παρελθόντος.



Τα όσα απαξιώνει ο αφηγητής και τα όσα εξιδανικευτικά προβάλλει, μέσω της μνημονικής λειτουργίας και της επαναβίωσης ενός περιστατικού, αποκαλύπτουν τη συνολική ιδεολογία της αφηγηματικής γραφής. Συγκεκριμένα, απαξιώνεται ολικά και καταγράφεται ως αποτυχία το ιδανικό του σύγχρονου ανθρώπου για την απόκτηση κοσμικής παιδείας και την επαγγελματική καταξίωση. Αντίθετα, προβάλλεται έντονα ως νοσταλγούμενος τρόπος ζωής, το αρκαδικό ιδεώδες: η αμέριμνη και ευτυχισμένη ζωή κοντά στη φύση. Παράλληλα, η αίσθηση της αποτυχίας στη ζωή, κάνει τον αφηγητή να προβάλλει, ως αναζήτηση της λύτρωσης, το μοναστικό βίο. Και στις δύο περιπτώσεις η αληθινή και η γνήσια, κατά τον αφηγητή, διάσταση της ζωής βρίσκεται ή σεμία φυγόκοσμη τάση, με στόχο την επιστροφή στη φύση, ή σε ένα είδος εφησυχασμένου αναχωρητισμού. Και τα δύο, βέβαια, συνιστούν καταστάσεις φυγής από τα εγκόσμια, όπου εξίσου δοκιμάζεται η ηθική ποιότητα ή και η αντοχή του ανθρώπου. Εξάλλου, η σύγχρονή πρακτική λογική τη φυγόκοσμη τάση, ως επιστροφή σε μια φυσική ζωή, θα τη θεωρούσε ως κάτι το ανέφικτο, το αθεράπευτα ρομαντικό ή και ουτοπικό. Το δεύτερο στοιχείο, αυτή την τάση του εφησυχασμένου αναχωρητισμού, η σύγχρονή λογική θα την αξιολογούσε ως άρνηση του κόσμου και της ζωής. "


Ποια άλλα στοιχεία θεωρείτε αξιοσημείωτα;