Σάββατο 26 Μαρτίου 2011

Leer està de moda ή, αλλιώς, η τελευταία λέξη της τεχνολογίας

η ανάρτηση αφιερώνεται στον Τώνη

διάλειμμα


( μια και δεν καταφέρνω να το χωρέσω ολόκληρο

στη στήλη των αναρτήσεων, η διεύθυνση στο youtube είναι: http://www.youtube.com/watch?v=YhcPX1wVp38&feature=fvwrel )

Σάββατο 19 Μαρτίου 2011

Φρέσκα λουλουδάκια από τον κήπο της κ. Δημουλά

Η συνέντευξη της κ. Κικής Δημουλά που δόθηκε στο Γιάννη Μπασκόζο μετά τη φετινή βράβευσή της με το Μεγάλο Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας και δημοσιεύτηκε στο Βήμα, στις 20.02.11, έχει ήδη διαβαστεί και αναρτηθεί σε αρκετά μπλογκ. ( Πρόχειρα θυμάμαι την ανάρτηση του αγαπημένου 10ου Λυκείου Πειραιά)
Όμως, δεν μπορώ να μην υποκύψω στον πειρασμό. Οι συνεντεύξεις της Κ. Δημουλά διαθέτουν πλούσια κοιτάσματα σκέψης, λόγου. Συχνά, συχνότατα, σ’ αυτές αισθάνεται κανείς να έρχεται αντιμέτωπος με τους γνωστούς τρόπους της ποιήτριας. Τη διεισδυτική ματιά, τον πλάγιο φωτισμό της πραγματικότητας, τη φρεσκάδα μιας οξύτατης μεταφορικής λειτουργίας, τη διανοητική τόλμη, την ποιητική και καβαφικά μελαγχολική ματιά, το υπαρξιακό παιχνίδι.
Εδώ είναι. Απολαύστε τη και ελάτε να συζητήσουμε όποια από τις απόψεις που εκφράζονται θέλετε.
Κι ένα μικρό, εύκολο κουίζ: Ποιες απόψεις μάς θυμίζουν τα αντικλείδια, του Γ. Παυλόπουλου;
Ακόμη ένα βραβείο για την πολυβραβευμένη ακαδημαϊκό Κική Δημουλά πιθανόν να μη σημαίνει πολλά για την ίδια. Ισως όμως να σημαίνει κάτι παραπάνω για την ποίηση και τους αναγνώστες της. Πάντα μελαγχολική αλλά όχι απαισιόδοξη, σε αυτή τη συζήτηση η ποιήτρια μας ξεναγεί στη σχέση της με την ποίηση και τον κόσμο σήμερα. Χαρακτηρίζει την ποίηση «ένα άτοκο δάνειο για τους χρεοκοπημένους» και «μια ελπίδα για όσους δεν έχουν καμία ελπίδα». Αν έχει να μας δώσει μια συμβουλή, αυτή είναι ότι οι μακροχρόνιες κρίσεις μάς κάνουν ανθεκτικούς, μας δοκιμάζουν. Και συστήνει, το λιγότερο, σεβασμό προς όσους υποφέρουν περισσότερο. Τέλος, πιστεύει ότι η ποίηση μπορεί να μας κάνει πιο επινοητικούς, πιο καχύποπτους, να ξαναδούμε τις σχέσεις μας και τις ανασφαλείς εκδηλώσεις μας, να γίνουμε πιο απελπισμένα πιστοί στην αγάπη.
- Κυρία Δημουλά,βραβευθήκατε για το σύνολο του έργου σας.Είναι μια τιμή για εσάς; Επηρεάζει άραγε το έργο σας;
«Ασφαλώς είναι μια μεγάλη τιμή για μένα, αλλά συγκρατώ τον πανηγυρισμό μου με την προειδοποιητική σκέψη ότι από αυτόν που βραβεύεται ως ο καλύτερος υπάρχει σίγουρα ο καλύτερός του. Και αυτό είναι το ξόρκι μου εναντίον πάσης επάρσεως και παντός εφησυχασμού. Προσπαθώ εν τω μεταξύ να μη σκέπτομαι ότι αυτή η μεγάλη διάκριση που μου δίνει η χώρα ίσως χαράζει κλειστά πια σύνορα μεταξύ της γόνιμης περιόδου και της άγονης ίσως ετούτης υπερήλικης που διανύω. Αντίθετα, προσπαθώ να ελπίζω ότι αυτή η αναγνώριση, που απονέμεται έστω στην αγάπη μου για την ποίηση, ίσως ενθαρρύνει τις προσπάθειές μου να γράψω κάποιο ακόμη γηραιό ποίημα, μακιγιαρισμένο με τη μαγική δύναμη της αναθρώσκουσας νεότητας».
- Είστε λίγο απαισιόδοξη,αν και πιστεύω ότι οι φίλοι της ποίησής σας περιμένουν πολλά ακόμη από εσάς.Αραγε σημαίνει κάτι για την ελληνική κοινωνία αυτό το βραβείο σας;
«Για το πώς η κοινωνία προσλαμβάνει τα θέματα της τέχνης γενικά, αυτό εξαρτάται από το πόσο ζυμωμένη είναι η ψυχή της με την πίστη ότι η τέχνη, και η ποίηση εν προκειμένω, δεν πρόκειται να επιβάλει περικοπές στη φυγή που μας παρέχει. Οτι δίνει δάνειο, άτοκο μάλιστα, σε κάθε χρεοκοπημένο θάρρος. Δεν ξέρω, αλήθεια, τι ποσοστό της κοινωνίας έχει ανάγκη από αυτό το ζωτικό δάνειο. Συναντώ πάντως αρκετούς ανθρώπους, συγκινημένους και ευγνώμονες προς την ποίηση ότι τους αλλάζει τη ζωή. Και δεν δυσκολεύομαι να τους απογοητεύσω λέγοντάς τους πως, περίεργο, η δική μου η ζωή δεν αλλάζει παρά μόνο τις ώρες που κόβω εξαντλητικές βόλτες έξω από την ποίηση, μήπως και βγει».
- Δηλαδή σε αυτή την εποχή της περιρρέουσας μελαγχολίας και της προϊούσας κατάθλιψης η ποίηση έχει,τελικά,κάτι να πει εκεί έξω στον κόσμο;
«Βέβαια. Εχει να αντιπροσφέρει τη δική της κατάθλιψη, που, καθώς ανήκει σε ένα τέταρτο, ανάερο γένος ανακουφιστικής αοριστίας, ίσως προσλαμβάνεται από τον κόσμο ως λυτρωτική ομοιότητά του, κάτι σαν κοντινή θερμή συγγενής των προβλημάτων του· τέλος πάντων, σαν φευγαλέος σύμμαχος της μελαγχολίας του αλλά και εμπνευστής της γενναιότητας που απαιτεί αυτή η τάχα ηττοπαθής μελαγχολική διάθεση. Δεν είναι ηττοπαθής, είναι ερευνήτρια».
-Εχετε πει πως «η νίκη ανήκει στους ηττημένους». Είναι αυτό μια παρηγοριά προς όσους υποφέρουν από τη σημερινή κρίση,με το μνημόνιο, τις μειώσεις μισθών,την καλπάζουσα ανεργία κτλ.;
«Ναι, το έχω πει, επειδή θεωρώ ότι αποτελεί ζωτική νίκη το να αντέξεις την ήττα, χωρίς να συντριβείς πηδώντας κάτω, στην παραίτησή σου. Και μπορεί αυτό το πιστεύω μου να λειτουργήσει και ως εκγύμναση της αντοχής για παν απειλητικό απρόοπτο και για κάθε αναμενόμενη εξόντωση της βεβαιότητάς μας από το επιθετικό αβέβαιο. Οσο και αν δεν έχω πληγεί υπέρμετρα από την πραγματικότητα των περικοπών, ο σεβασμός μου μνημονεύει συχνά το κουράγιο των βαρέως πληγέντων. Αλλά ξέρω ότι αυτό περισσότερο αποτελεί μεγάλα λόγια παρά συνδρομή».
- Αν θυμάμαι καλά,έχετε πει επίσης «αρνούμαι να γίνω οδηγός έστω κι ενός ανθρώπου,όταν δεν ξέρω πού πάω». Και όμως σας ακολουθούν χιλιάδες ενθουσιασμένοι από την ποίησή σας.
«Μάλλον προσπαθώ να ανακόψω τον ενθουσιασμό των ανθρώπων που ίσως βλέπουν σε μένα έναν λυτρωτή των ανησυχιών τους. Αλλά μπορεί και να μην περιμένουν από μένα τίποτε άλλο παρά μόνο τον ελευθερωτή της δυσκολίας που έχουν να διατυπώσουν τα βάσανά τους, έτσι φυλακισμένα που μένουν σε μια άφωνη ζωή. Να τα ελευθερώσω, έστω φυλακίζοντάς τα πάλι, αλλά μέσα στην οικειότητα που νιώθουν για τη δική μου φωνή. Το προτιμούν. Αλλά ξέρω ότι δεν ζητάνε ακριβώς αλλαγή. Μια φυγή θέλουν, να φύγουν από αυτό που τους συμβαίνει και να πάνε σε αυτό που συμβαίνει σε μένα- και ας είναι ίδιο με αυτό από το οποίο θέλουν να διαφύγουν. Το ξέρουν, όπως μάλλον γνωρίζουν και το μάταιο της μετατόπισής τους, χωρίς ίσως να έχουν διαβάσει αυτούς τους προειδοποιητικούς στίχους του Καβάφη: “Ετσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ/ στην κώχη τούτη την μικρή, σ΄ όλην τη γη την χάλασες”».
- Με την επίκληση του Καβάφη με βάζετε στον πειρασμό να σας ρωτήσω τι είναι τελικά η ζωή μας; Μια παγίδα,μια απάτη ή τι άλλο;
«Τι είναι η ζωή μας; Ισως μια αποτυχούσα εκδικήτρια του θανάτου. Σίγουρα όμως είναι μια φιλόδοξη παγίδα, στην οποία δυστυχώς δεν πέφτει η αθανασία. Τι άλλο να είναι η ζωή μας; Εκτός από αυτό που μας δόθηκε προσωρινά και εκτός από το εντελώς ασυλλόγιστο ανεξήγητο, να ξεχνάμε δηλαδή ότι με σύμβαση αορίστου χρόνου μάς προσλαμβάνει η ζωή στα μάγια της, καθηλώνοντάς μας να την αγαπάμε με παράφρονα ένταση. Αλλά φαίνεται ότι κάθε μεγάλη αγάπη τη θρεπτική τροφή της την αντλεί κρεμασμένη στον άδειο μαστό της προσωρινότητας. Τι άλλο λοιπόν είναι η ζωή μας εκτός από μια ανταρσία κατά του θανάτου και τι άλλο από τη σχιζοφρενική ανυπομονησία του θανάτου να πατάξει αυτή τη ανταρσία; Ξέρω, είστε έτοιμος, κύριε Μπασκόζο, να μου φωνάξετε ότι τα είπαν άλλοι».
- Ο καθένας τα λέει με τον δικό του τρόπο και τους δίνει το δικό του βάρος. Τελικά,πιστεύετε ότι η ποίηση μπορεί να μας κάνει καλύτερους; Να γίνει,π.χ.,η φιλοσοφία της καθημερινής μας ζωής;
«Οχι βέβαια καλύτερους. Ισως λίγο πιο επινοητικούς, πιο καχύποπτους, πιο τσιμπούρια επάνω στις σχέσεις μας και πιο τσιγκούνηδες στις εκδηλώσεις μας από ανασφάλεια, και πάλι από ανασφάλεια πιο εφευρετικούς στις ποικιλίες του μίσους, και πιο απελπισμένα πιστούς στο ύστατο θείο ξεγέλασμα: την αγάπη. Αν η ποίηση είχε τη δύναμη να μας κάνει καλύτερους, θα το είχε πετύχει εδώ και αιώνες. Η επιρροή της όμως περιορίστηκε στο να εμπλουτίζει τους έμμετρους μονολόγους. Και αν μας προκαλεί κάθε τόσο μια έκσταση, αυτή είναι τόσο στιγμιαία όσο εκστατικούς μάς αφήνει για λίγο ένα μόνον άστρο που επιζεί σε ολόκληρο σκοτεινό ουρανό».
- Γιατί γράφετε; Για να ξορκίσετε ίσως τον θάνατο;
«Γιατί γράφω... Γιατί άπαξ και συνέβη θέλει να ξανασυμβεί, μετά ξανασυνέβη και ξανά και πάλι, είτε σαν προγραμματισμένο να επικρατήσει, είτε σαν εθισμός στην πιο ηδυπαθή δυνατότητά μου, ίσως και την πιο άοπλη από όλες. Γράφω γιατί δεν συνέβη να το διακόψει κάτι βασανιστικότερα αστάθμητο. Οχι, δεν ξορκίζω τον θάνατο. Προσαρτώ την αποστροφή μου γι΄ αυτόν στην αποστροφή που νιώθει γι΄ αυτόν η ποίηση, αλλά και καθετί που τιμωρήθηκε να είναι αβέβαιο, σύντομο, μηδέ του συναρπαστικού εξαιρουμένου- και ας του άξιζε διαφορετική μοίρα. Τον ξορκίζω βέβαια τον θάνατο, αλλά με την έννοια ότι γράφοντας προσπαθώ να διατηρήσω άλιωτα όσα περιγράφω, σαν να μην έχουν πεθάνει, σαν να έχουν πάει ένα μακρινό ταξίδι, στην αναλλοίωτη μορφή τους».
- Κάτι τελευταίο.Εχουν κατά καιρούς ακουστεί πολλά σχόλια για τα κρατικά βραβεία. Εχετε κάποια πα ρατήρηση για την καλυτέρευση του θεσμού;
«Δεν μπορώ να φανταστώ την καλυτέρευση του όποιου θεσμού, αφού λειτουργός του είναι ο απείθαρχος ανθρώπινος παράγοντας. Ετσι, σχετικά με τα βραβεία έχω περιοριστεί στη στασιμότητα του ερωτήματός μου. Γιατί άραγε πρέπει να ξαναβραβεύεται ένας δημιουργός- τι βλάσφημη κλεμμένη εξουσία-, αφού έλαβε το μέγιστο βραβείο από τη φύση να μπορεί να μαστορεύει αναπαυτική τη διαφορετικότητά του ώστε να κάθεται επάνω της και να ξεκουράζεται η περιπλανώμενη αγωνία της ύπαρξης; Ναι, σύμφωνοι, τα είπαν και άλλοι»
-Ζείτε μέσα στη συνάφεια των ανθρώπων,στην πολιτική,στα ψέματα,στα κουτσομπολιά,στην κρίση. Τι από αυτά σας αγγίζει,σας εμπνέει ή σας απωθεί;
«Ολα αυτά που απαριθμείτε με ωθούν να ψάξω μέσα, βάθος βάθος μου, να δω αν τα φιλοξενώ όλα αυτά ή μερικά. Να βρω αν, από πρόθυμη συγγένεια μαζί τους, τα φιλοξενώ ή από υπακοή στη φύση που μου επέβαλε να τα εμπεριέχω. Οτι τα καταπνίγω όσο γίνεται, ναι, αυτό μπορεί να λέγεται και πολιτισμός, είναι πάντως κάτι που, αν μη τι άλλο, αποτρέπει τον εμφύλιο αλληλοφαγωμό».
- Τι θα λέγατε σε αυτούς που μας κυβερνούν,σε αυτούς που εξουσιάζουν την ελληνική κοινωνία; Εχετε να τους δώσετε μια σοφή ποιητική συμβουλή;
«Σοφή συμβουλή, όχι. Ανεφάρμοστη, ναι. Γι΄ αυτό και δεν έχω καν μπει στον κόπο να την αποστηθίσω».
- Βαδίζουμε σε μια μακρόχρονη κρίση.Ελπίζετε σε κάτι;
«Μα πιστεύω ότι οι μακροχρόνιες κρίσεις δίνουν μεγάλη εξουσία στην ελπίδα. Και δεν χρειάζεται να ξέρουμε σε τι ελπίζουμε. Η αοριστία είναι που μας βοηθάει να υπομείνουμε. Αν μας έλεγαν ότι θα στενάζουμε επί πέντε ημέρες, αυτός ο προσδιορισμός θα έκανε αβίωτο και αυτό το μικρό διάστημα. Η υπομονή παίρνει κουράγιο μη γνωρίζοντας πόσα χιλιόμετρα δοκιμασίας τής μέλλονται».

Σάββατο 12 Μαρτίου 2011

Θα ‘θελα να μπορούσα να ρίξω μπενζίνα σε όλο τον ορίζοντα

Ahmad Canaan "Πρόσφυγες"
Ξένος, παντάξενος ο Γιώργος Ιωάννου στην ίδια την πόλη που γεννήθηκε αλλά και σ' όλες τις άλλες που έμεινε στη ζωή του. Τη γνωρίζει καλά την ξενιτιά, την προσφυγιά, και πολλές φορές, περισσότερο ή λιγότερο άμεσα, αναφέρεται σ' αυτή στις "εξομολογήσεις" του.
Η ψυχή πάντα δεμένη με τα χώματα της πατρίδας, "ξεχαρβαλώνεται στην ξένη πόλη".
Αφηνόμαστε στην ανάγνωση της λαχτάρας του "ξένου" για την πατρίδα, αναλογιζόμενοι τους τόσους ξένους του σήμερα, του πάντα, στον τόπο μας, παντού. Και προσπαθώντας να αποδιώξουμε απ' τ' αυτιά μας τον επιπόλαιο λόγο των ΜΜΕ, που χρωματίζουν κάθε φορά την ξενιτιά με διαφορετικό χρώμα.

Ας διαβάσουμε κάποια αποσπάσματα του Γ. Ιωάννου:

1. «Τη θυμάται [τη γιαγιά του] και τις τελευταίες μέρες στο σταθμό· τη σέρναν οι αδελφές του ξυλιασμένη, ενώ το τραίνο φιδογλιστρούσε στην πλατφόρμα. Ήταν σα θύελλα εκείνη η στιγμή, καθώς οι μετανάστες στοιβαγμένοι στα παράθυρα κραύγαζαν όλοι μαζί με απλωμένα χέρια». ( Για ένα φιλότιμο – Ο ξενιτεμένος)
2. «Φυσικά, αφότου έφτασα, σφαδάζω πάλι για το γυρισμό, χωρίς ν’ ακούω τους πεπειραμένους. Δε με πειράζει που με περιμένουν τα ίδια πράγματα εκεί. Πάντως με περιμένουν κι εκείνοι οι δρόμοι, τα χώματα κι η θάλασσα. Όταν ακούω για θάλασσα βουρκώνω, όπως όταν σπανίως μου λένε λόγο στοργικό. Ο φίλος που μου λείπει πιο πολύ είναι θαλασσινός· είναι μακριά μου». ( Για ένα φιλότιμο – Ο ξενιτεμένος)

3. Μόλις νυχτώνει αρχίζει μια άλλη διασκέδασή μου: αφήνω μια αναμμένη λάμπα θυέλλης λίγο μακριά μας, και γυρίζω κοντά της σε λίγο. Οι σκορπιοί την τριγυρνούν κιόλας σοβαροί σοβαροί, όλο φαρμάκι. Στην πατρίδα μαζεύονται έτσι το φθινόπωρο οι βαριές πεταλούδες, που το χνούδι των φτερών τους φέρνει κρυφή αρρώστια. Όταν έρθουν αρκετοί, ποτίζω ένα γύρω την άμμο με μπενζίνα και δίνω μπουρλότο. Τους κλείνω έτσι μέσα σ’ ένα πύρινο στεφάνι. Παρακολουθώ, και ομολογώ ότι αυτό μου προκαλεί βαθιά γλύκα. Εξάλλου είναι και διδακτικό να τους βλέπω να δαγκάνουν απότομα τον εαυτό τους, ν’ αυτοκτονούν, όπως λένε. Φοβάμαι τους σκορπιούς και το παράδειγμά τους· φοβάμαι τον εαυτό μου. Όταν μιλούν για δηλητήριο ξεροκαταπίνω. Θα 'θελα να μπορούσα να ρίξω μπενζίνα σε όλο τον ορίζοντα, ν’ αυτοκτονήσουν όλοι οι σκορπιοί και τα φίδια που υπάρχουν. Ίσως τότε – αν εγώ σωθώ, βέβαια – να συμφιλιωθώ με όλη αυτή την έρημο, που δεν ξέρω ποιος μου την έχει κληρονομήσει, και να παραμείνω αδιαμαρτύρητα. Μικρός οραματιζόμουν να ’χα ένα πολυβόλο στημένο στην ταράτσα μας και να θερίζω τους περαστικούς. Τότε όμως δεν ήξερα καθόλου το γιατί, απλώς με διέτρεχε καλπάζουσα πίεση. Αλλά τώρα, εγώ είμαι που νιώθω σαν σκοπευμένος από κάποια ταράτσα. Άλλαξα, φαίνεται, ρόλο, κι ούτε που το πήρα καθόλου χαμπάρι.
Τις νύχτες οι σύντροφοί μου λένε τραγούδια για την ξενιτιά και όλο εμένα επίμονα κοιτάζουν. Σάμπως εγώ να είμαι πιο ξενιτεμένος απ’ αυτούς. Μόλις τώρα προσέχω, πως όλα σχεδόν τα τραγούδια μας μιλούν για την ξενιτιά. Έχουν γίνει αγγελικοί μέσα στη συμφορά και τη στέρηση. Έχουν γίνει αγγελικοί μέσα στη συμφορά και τη στέρηση. Όλα από μένα, θαρρείς, τα περιμένουν. Ούτε μπορούν να φανταστούν τι έκαμνα και πού γυρίζει τώρα ο νους μου. Κάποιος μου ψιθύριζε ολόκληρη νύχτα για το χωριό του, το βάλτο και τ’ αηδόνια. Εμάς μας πήρε το ποτάμι, το ξεροπόταμο, μου είπε στο τέλος. ( Για ένα φιλότιμο – Ο ξενιτεμένος)

4. «Αυτοί τουλάχιστον πέθαναν στις πατρίδες τους, έγιναν ένα με το χώμα των προγόνων τους. Μα, για τα παιδιά τους, τους παππούδες μου, τι να πει κανείς, που πέθαναν ακόμα πιο νέοι και μάλιστα στην προσφυγιά; Ο ένας πέθανε γρήγορα – γρήγορα, στο δρόμο της προσφυγιάς, προτού μπορέσει να εγκαταστήσει κάπου τη φαμελιά του, από τις κακοπάθειες μα κι απ’ το μαράζι. Δεν άντεξε στον ξεριζωμό και στην κλοτσοπατινάδα της αλοσούσουμης κοινωνίας με την οποία ξαφνικά έμπλεξαν. Είχε πουλήσει όσο όσο πρόβατα, κτήματα και σπίτια στην Τουρκιά κι έφυγε οικογενειακώς για να ησυχάσουν απ’ τις καθημερινές λαχτάρες. Οι άνθρωποι του γκουβέρνου τούς πήγαν πρώτα στο Δεδέαγατς, τους έριξαν σε κάτι σιταποθήκες και τους παράτησαν. Οι ξενηστικωμένοι εκείνοι ελλαδίτες ήταν αδύνατο να φανταστούν με τι ξεπεσμένους αρχοντάδες είχαν να κάνουν. Αυτοί έβλεπαν μονάχα τα τουρκομερίτικα ρούχα και μουρμούριζαν (…) Πεθαίνοντας, θυμάμαι, τραγουδούσε σπασμένα: «Ο κυρ Βοριάς παράγγειλε σε όλα τα καράβια…». Είχαμε ανοίξει τα παράθυρα γιατί ήθελε αέρα κι έβλεπε τις άσπρες κουρτίνες που πετούσανε μες στο δωμάτιο. Όχι· αυτά τα κόκκαλα ήταν για άλλα χώματα, πιο δικά μας». ( Η μόνη κληρονομιά – Η μόνη κληρονομιά)

5. « Όταν αργότερα με πήραν αποδώ, και μ’ έστειλαν σε μια σχετικά λαμπρή πόλη, έχασα τα νερά μου, όπως ένας ασκητἠς ή ένα τσομπανόσκυλο. Νόμιζα πως είχα γίνει ισχυρός και ταχτοποιημένος μέσα στην απομόνωση, κι όμως αμέσως ξεχαρβαλώθηκα. Μέσα στην πόλη ξανακύλησα. Ύστερα ήταν φώτα και πολλές φωνές. Έχανα διαρκώς την επαφή με την ψυχή μου». ( Για ένα φιλότιμο – Φτερούγα σκοτεινή)

6. «Η ίδια απελπισία με πιάνει και για τους καλοφκιαγμένους ανθρώπους, όταν τους βλέπω νεαρούς και αμέριμνους ακόμα στα χωριά τους. Ποιος ξέρει τι παγίδες τούς έχουν στήσει κιόλας και τι ελεεινά χέρια πρόκειται να τους χαϊδέψουν, όταν θα τους φέρουν οι ανάγκες ή η πατρίδα κατά την παλιοπρωτεύουσα». ( Για ένα φιλότιμο – Λαζαρίνα)

Το θέμα της προσφυγιάς, της ξενιτιάς, της μετανάστευσης είναι έντονο όχι μόνο στα δύο διηγήματα του Ιωάννου που αποτελούν τμήμα της εξεταστέας ύλης για φέτος, αλλά και σε πολλά λογοτεχνικά έργα. Και μια και η μνήμη των συγχρόνων μοιάζει να είναι αρκετά ασθενική, θα επανερχόμαστε σ' αυτό συχνά.
Εσείς, έχετε διαβάσει κάτι σχετικό;

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2011

"τα ρέοντα από επεισόδιο σε επεισόδιο συμβατικά πεζογραφήματα σου προκαλούσαν βαριά ανία"

Ρωτούσε η Νίνα στην τάξη γιατί ο Ιωάννου έγραφε «έτσι»,
άτακτα, δηλαδή, σε σχέση με τον κεντρικό άξονα της αφήγησης.
Είπαμε κάτι πρόχειρα για την προσπάθεια του κάθε συγγραφέα
κατάκτησης ενός προσωπικού ύφους γραφής,
ικανού να εξυπηρετεί τις επιδιώξεις που ο ίδιος έχει.
Ο Ιωάννου απολύτως συνειδητά και με μακρά προεργασία
οδηγείται στο φαινομενικά απλό αλλά ταυτόχρονα πολύ προσωπικό
και ιδιαίτερο ύφος που έχουμε αρχίσει να γνωρίζουμε.

Στο επίμετρο του τελευταίου του πεζογραφικού βιβλίου
που εκδίδει το 1984 ( Η πρωτεύουσα των προσφύγων)
περιλαμβάνει ένα εκτενές αφήγημα με τίτλο «Εις εαυτόν»,
για να γιορτάσει τα τριάντα χρόνια της παρουσίας του στα γράμματα.
Απευθύνεται σε β΄ πρόσωπο στον εαυτό του και αναφέρεται
σε όλο του το μέχρι τότε συγγραφικό έργο. Ξεχωρίζω απ’ το κείμενό του
αυτό ένα απόσπασμα όπου περιγράφεται από τον ίδιο
τόσο η έγνοια να φτάσει σε ένα προσωπικό ύφος όσο και τα ίδια
τα στοιχεία που θεωρεί ότι συναπαρτίζουν το ύφος αυτό.
« Από πολύ νεαρόν τα ρέοντα από επεισόδιο σε επεισόδιο
συμβατικά πεζογραφήματα σου προκαλούσαν βαριά ανία.
Τα θεωρείς ως το πιο ανάξιο γράψιμο που υπάρχει,
χαρακτηριστικό των συγγραφέων που βρίσκονται
από τη μέση και κάτω. Ένα πράγμα μόνο μπορεί να τα σώσει
στα μάτια σου· αν έχουν προσωπικό ύφος. Αλλά είναι τόσο εύκολο
ένας τέτοιος ευθύγραμμος συγγραφέας να έχει δυνατή προσωπικότητα;
(…) Ήθελες να βρεις μια πολύπτυχη φόρμα , που να καλύπτει
ταυτόχρονα και τη φαντασία σου και τις μνήμες σου
και την επιστημοσύνη σου και την παρατηρητικότητά σου
και τους συνειρμούς σου και την ποιητική σου και τη διάθεσή σου
για εξομολόγηση και συντριβή ενώπιον των άλλων,
αλλά και αυτούς τους άλλους ως σκηνικό, ως περιβάλλον,
ως πρόσωπα, ως ομορφιές. Ήθελες φόρμα που να διευκολύνει
τη σύζευξη των πάντων.(…) Γι’ αυτό σκεφτόσουν ένα είδος πεζού,
κάτι σαν εξομολογητικό δοκίμιο, που θα εξυπηρετούσε
την ποιητική σου, χωρίς να αναφέρεται ρητά σ’ αυτήν».
«Εκεί επάνω [στα Τρίκαλα], κατά τα μέσα του Σεπτέμβρη του 1961
έγραψες τα πρώτα πεζά σου. (…) Και ήταν από την αρχή τέλεια (…)
Έβλεπες, ένιωθες με όλους σου τους πόρους ότι
είχες βρει το δρόμο σου. Ένιωθες μια γαλήνη, μια σιγουριά,
μια συγκρατημένη μα σταθερή διάθεση να ξαναπείς τα πράγματα
με το νέο τρόπο σου, που ήταν ολότελα δικός σου.
Για πρώτη φορά ένιωθες σε τέτοιο βαθμό, αυτό που διάβαζες
να λένε οι άλλοι, ξένοι ιδίως. Το ξαλάφρωμα, τη λύτρωση,
από το γράψιμο της λογοτεχνίας. Και μπορείς να πεις ότι αυτό
το αίσθημα της γαλήνης, της σιγουριάς και της αρμονίας
δε σ’ εγκατέλειψε από τότε. Βέβαια, και από τον καιρό της ποίησης
ένιωθες εναρμονισμένος, αλλά τώρα ήταν άλλο πράγμα.
Ήταν θεραπεία ως εκ θαύματος , συμφωνία εν ριπή οφθαλμού
εκατοντάδων αντιθέσεων που σε καταξέσκιζαν.
Κάτι σαν δημόσια εξομολόγηση, όπου όμως έχεις όχι μόνο τη συγγνώμη,
αλλά και την αγάπη των άλλων, και τη μέχρι
παροξυσμού αγάπη ορισμένων. Για σένα «η αποκάλυψη του θεού»,
όπως μας την παραδίνουν οι μεγάλοι μυστικοί συγγραφείς,
ήταν το γράψιμο αυτών των πεζογραφημάτων.
(…) Ο τύπος των πεζογραφημάτων, που είχες εγκαινιάσει,
τα χωρούσε όλα, όσα είχες να πεις και όσα καινούρια ένιωθες".

Τώρα, Νίνα, ξέρουμε κάτι περισσότερο για τους λόγους
που έγραφε τα αφηγήματά του έτσι, τι λες;

Σάββατο 26 Φεβρουαρίου 2011

« Ο Γιώργος Ιωάννου κομίζει ένα νέο «είδος» στην πεζογραφία μας"

Το έχουμε γράψει και σε παλιότερες αναρτήσεις:
Άποψή μας πως είναι εξαιρετικά χρήσιμο (εκτός από ευχάριστο..),
πριν διδαχθούν στην τάξη τα κείμενα του Γ. Ιωάννου
που ανήκουν στην εξεταστέα ύλη, να διαβαστούν άλλα δικά του.
Να αρχίσουν να γίνονται διακριτά τα χαρακτηριστικά της γραφής του,
του τρόπου του, της θεματολογίας του.
Χαρακτηριστικά που αναφέρονται στη σελίδα 245
του σχολικού βιβλίου αλλά και 376 (κυρίως) – 380)
Η ανάγνωσή θα διευκόλυνε και την κατανόηση σημείων
της εισαγωγής του βιβλίου αλλά και των συνοδευτικών κειμένων,
σημείων που σε διαφορετική περίπτωση θα μπορούσαν πιθανώς
να προκαλέσουν κάποιες απορίες ή να φανούν δυσνόητα
(τι είναι, π.χ, το «θρυμμάτισμα του αφηγηματικού χρόνου»
ή η «κυρίαρχη συνείδηση του αφηγητή»)
Τα ίδια αυτά χαρακτηριστικά περιγράφονται κι από τον
Κώστα Μπαλάσκα στο βιβλίο του
«Ξενάγηση στη νεοελληνική πεζογραφία»
των εκδόσεων Μεταίχμιο.
Ας τα διαβάσουμε:
« Ο Γιώργος Ιωάννου κομίζει ένα νέο «είδος» στην πεζογραφία μας
και έναν νέο ( δικό του) τρόπο ομιλίας. Το νέο είδος είναι
το μικρό αφήγημα, που σε μερικές περιπτώσεις γίνεται διήγημα
και σε κάποιες άλλες τείνει μάλλον προς το χρονογράφημα,
συνήθως «μεικτό» είδος αλλά πεζογραφικά νόμιμο,
χάρη στην τέχνη της ύφανσής του. Τόποι και τύποι ανθρώπινοι,
παλιότεροι και σύγχρονοι, γωνιές και μνήμες της Θεσσαλονίκης
και της Ανατολής, καημοί της προσφυγιάς, της Κατοχής
και του κυνηγημένου έρωτα, σκηνές ζωής και ιστορίας,
εμπειρίες και μαρτυρίες, περιγραφές, σκέψεις, σχόλια και «διδαχές»
διαποτίζουν τα κείμενά του. Ξεκινάει συνήθως από ένα απλό
περιστατικό που ανοίγει και απλώνεται, όπως ανοίγουν
το φύλλο οι νοικοκυρές. Η παρατήρηση ξυπνάει την ανάμνηση,
συναντά την ιστορία, διαπλέκεται με το στοχασμό,
προχωρεί συνειρμικά, συντίθεται σε γοητευτική αφήγηση,
περιγραφική, σχολιασμένη, συγκινημένη.
Αυτό είναι το μικρό αφήγημα, το είδος που καλλιέργησε ο Ιωάννου.
Η τεχνική δεν αλλάζει σε αφηγήματα μεγαλύτερης έκτασης.
Η ομιλία του είναι σε πρώτο πρόσωπο. Ο αφηγητής μιλάει μόνος του,
εις εαυτόν, σαν να μην ακούγεται. Παίρνει την αφόρμηση απέξω
και αμέσως στρέφεται προς τα μέσα, βυθίζεται και ξαναβγαίνει
στην επιφάνεια, παίρνει ανάσα και ξαναβουτάει μετατοπίζοντας
συνεχώς την εστία της ματιάς και του λόγου και αποτυπώνοντας
γεγονότα και καταστάσεις. Η εξωτερική απλότητα με το ρυθμό
και τη χάρη της προφορικότητας αποκαλύπτει τη συγκίνηση,
με τρόπο ελεγχόμενο και ποιητικά αφαιρετικό.
Στον εξομολογητικό τόνο της ομιλίας του το σοβαρό συχνά
συνδέεται με το αστείο, η αναφορά με τον υπαινιγμό
και το υποδόριο χιούμορ, ενώ η γλωσσική ευστοχία και ακρίβεια
ενισχύουν την αμεσότητα και την καθαρότητα της ομιλίας
σε μια γραφή μοντέρνα και παραδοσιακή μαζί.
(…) η αισθητηριακή εμπειρία κινητοποιεί τη συγκίνηση, τη μνήμη,
το στοχασμό και τον εσωτερικό μονόλογο του ομιλούντος υποκειμένου,
του αυτοδιηγητικού αφηγητή, ταυτισμένου με το συγγραφέα
και με τον «ήρωα» της αφηγηματικής πράξης».

Για να τα «δουλέψετε» λίγο τα χρακτηριστικά
αυτά που περιγράφονται, μπορείτε να τα παραλληλίσετε με αυτά που
αναφέρονται στο βιβλίο μας και στις σελίδες 245 και 376.
Υπάρχει κάτι εδώ που δεν αναφέρεται στο βιβλίο μας;
Έχοντας διαβάσει 2-3 κείμενα του Ιωάννου στην τάξη,
αναγνωρίζετε τα χαρακτηριστικά που περιγράφει ο Κώστας Μπαλάσκας;

Τετάρτη 23 Φεβρουαρίου 2011

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης ταξιδεύει στο χώρο και στο χρόνο

Ο Κ. Καβάφης εικονογραφημένος από τον Αλέκο Παπαδάτο, στο books' journal
Βλέπαμε στην τάξη, λίγο βιαστικά είναι αλήθεια, πόσο πολύμορφη
είναι η πρόσληψη της καβαφικής ποίησης, αλλά και πόσο αστείρευτη,
σε παγκόσμιο επίπεδο. Τα ποιήματα του Καβάφη δεν έπαψαν
έναν αιώνα τώρα να ανοίγουν διάλογο με τους ανθρώπους
και τους καλλιτέχνες της κάθε εποχής, να αποτελούν
πεδία αναφοράς και έμπνευσης, να «συζητάνε» με την τέχνη
της φωτογραφίας, της ζωγραφικής, της video art, της μουσικής,
της ίδιας της ποίησης βέβαια.
Η καβαφική ποίηση φαίνεται πως έχει το σπάνιο χάρισμα
να διαβάζεται κάθε φορά σαν σύγχρονη ποίηση
κι η απήχησή της να μη γνωρίζει τοπικά ή ηλικιακά όρια.
Ενδεικτικά: Το Δεκέμβριο στην κεντρική σκηνή του Παλλάς παρουσιάστηκε η μελοποίηση 13 ποιημάτων του Κ.Π.Καβάφη, σε ηλεκτρονική φόρμα, της Λένας Πλάτωνος, σε σκηνοθεσία του Δ. Παπαϊωάνου.


-Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;
Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.
-Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μιά τέτοια απραξία;
Τι κάθοντ' οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;
-Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.
-Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;
-Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.
-Γιατί οι δυό μας ύπατοι κ' οι πραίτορες εβγήκαν
σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες·
γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
και δαχτυλίδια με λαμπρά γυαλιστερά σμαράγδια·
γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
μ' ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλισμένα;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
και τέτοια πράγματα θαμπόνουν τους βαρβάρους.
-Γιατί κ' οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
κι αυτοί βαριούντ' ευφράδειες και δημηγορίες.
-Γιατί ν' αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
κ' η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που έγιναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ' οι πλατέες,
κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;
Γιατί ενύχτωσε κ' οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
Και μερικοί έφθασαν απ' τα σύνορα,
και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.
Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μιά κάποια λύσις.


Θάθελα αυτήν την μνήμη να την πω...
Μα έτσι εσβύσθη πια... σαν τίποτε δεν απομένει
—γιατί μακρυά, στα πρώτα εφηβικά μου χρόνια κείται.
Δέρμα σαν καμωμένο από ιασεμί...
Εκείνη του Aυγούστου — Aύγουστος ήταν; — η βραδυά...
Μόλις θυμούμαι πια τα μάτια· ήσαν, θαρρώ, μαβιά...
A ναι, μαβιά· ένα σαπφείρινο μαβί.

Στα εγκαίνια της Στέγης Γραμμάτων και τεχνών του ιδρύματος

Ωνάση στήθηκε το οπτικοακουστικό θέαμα «Moνοτονία»
(σκην. Μάικλ Λάρσον και Κλεοπάτρα Κοραή),
με εφαλτήριο το ομώνυμο ποίημα του Κωνσταντίνου Καβάφη.
Ένα μήνα μετά ακολούθησε μια διάλεξη με τίτλο
"Η χρήση της Ιστορίας στην ποίηση του Κωνσταντίνου Καβάφη".

Δημιουργίες από διάφορους εικαστικούς ανά τον πλανήτη,

που εμπνεύστηκαν τη δική τους Ιθάκη από το ομότιτλο ποίημα
του Αλεξανδρινού ποιητή, συναντάει κανείς στο Ντελφτ
της Ολλανδίας, στη World Art Delft.
Βασικός στόχος της έκθεσης είναι, μέσα από μια μείξη των

εικαστικών τεχνών με την ποίηση, να μεταλαμπαδευτεί
η δύναμη των λέξεων- και δη ενός ποιήματος με τόσους
συμβολισμούς, όπως η «Ιθάκη»- στο θεατή και εν γένει στον άνθρωπο.
Τα έργα που εκτίθενται είναι πρωτότυπα και εμπνευσμένα
από την «Ιθάκη» που μας καλεί, με πάθος, να ανακαλύψουμε
τα σημαντικά πράγματα στη ζωή. Οι «τίτλοι τέλους»
στην έκθεση θα πέσουν στις 29 Απριλίου, μια ημερομηνία
που έχει συνδεθεί τόσο με την αρχή (γέννηση: 29 Απριλίου 1863)
όσο και με το τέλος (θάνατος: 29 Απριλίου 1933) του.
Στην έκθεση λαμβάνουν μέρος με έργα τους καλλιτέχνες
απ’ όλο τον κόσμο, μεταξύ των οποίων οι έλληνες
Σαράντης Γκάγκας, Γεωργία Γρηγοριάδου και Βασίλης Καρκατσέλης.

Η διεθνής εκδοτική δραστηριότητα είναι έντονη και τις
περισσότερες
φορές ιδιαίτερα ποιοτική. Στις περισσότερες των περιπτώσεων
ο Καβάφης με τον οποίο συνομιλούν οι καλλιτέχνες
είναι ένας Καβάφης έξω από το σχολικό του ντύμα.
Μια σύγχρονη, πολυπρισματική φωνή που ο καθένας
την ανακαλύπτει και την οικειοποιείται με τη δική του «ανάγνωση».
Ευχή, να έχετε τη χαρά να την ανακαλύψετε.

ΥΓ. Στο περιοδικό «the books’ journal», τεύχος 4, συναντήσαμε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον άρθρο τού Δημήτρη Παπαϊωάννου με θέμα την πρόσληψη του ποιητή στον 21ο αιώνα. Σε κάποια από τις επόμενες αναρτήσεις θα αναφερθούμε σ’ αυτό.

Δευτέρα 21 Φεβρουαρίου 2011

Γ. Παυλόπουλος, Τα αντικλείδια. Έλεγχος ερμηνευτικής επεξεργασίας

η σημερινή ανάρτηση αφιερώνεται στον Κώστα
που βρίσκει τις τελευταίες λίγο βαρετές.. :-)
Οι μικρές ερωτήσεις του τεστ που δε γράψαμε.
Ερωτήσεις για τον έλεγχο της ερμηνευτικής
και γραμματολογικής επεξεργασίας του ποιήματος.
Για λίγα αλλά βασικά στοιχεία του ποιήματος,
τα οποία θα σας χρειαστούν για όποια ανάλυση επιχειρήσετε.

1. Πώς φαίνεται στο ποίημα να είναι η πόρτα της ποίησης; Δώστε δύο χαρακτηρισμούς.
2. Ποια είναι τα αντικλείδια;
3. Ποια λέξη του ποιήματος μας δίνει καλύτερα να καταλάβουμε πώς αισθάνονται αυτοί που "κάτι βλέπουν", όταν κοιτάζουν την πόρτα της ποίησης;
4. Ποιος είναι ο χώρος του ποιήματος;
5. Ποιος είναι ο χρόνος του ποιήματος;
6. Ποια η πρώτη ενότητα (στίχοι) και ποιο το θέμα της;
7. Ποια η δεύτερη ενότητα και ποιο το θέμα της;
8. Ο αφηγητής είναι παντογνώστης;
9. Ποια λέξη μας δίνει να καταλάβουμε πως και ο αφηγητής είναι ποιητής;
10. Δώστε δύο χαρακτηρισμούς για τη γλώσσα του ποιήματος.
11. Σημειώστε δύο αντιθέσεις στα νοήματα του ποιήματος.
12. Σημειώστε δύο μεταφορές.
13. Τι είναι, σύμφωνα με το σχολικό εγχειρίδιο, το ποίημα και τι αφηγείται;
14. Τι σημαίνει, σύμφωνα με το σχολικό εγχειρίδιο, το γεγονός ότι το ποίημα τελειώνει όπως άρχισε;
15. Ποιο το σχήμα λόγου που δεσπόζει στο ποίημα και είναι χαρακτηριστικό της δομής του;
16. Πώς ορίζονται τα ποιήματα/αντικλείδια, σύμφωνα με τη διατύπωση του Δ. Μαρωνίτη; ( βιβλ. σελ. 304 και φωτ. σημειώσεις)
17. Τι αφήγηση έχουμε σε όλο το ποίημα εκτός από το στίχο 17, σε σχέση με το πρόσωπο που αφηγείται;
18. Ποιοι είναι οι "μερικοί" του στίχου 3;
19. Σημειώστε δύο λέξεις από το ποίημα που μας κάνουν να εννοήσουμε το τελεσίδικο της αποτυχίας των ποιητών να ανοίξουν την πόρτα της Ποίησης.
20. Τι προσδίδουν στο ποίημα ο μικροπερίοδος λόγος και οι κοφτές φράσεις στους στίχους 6-13;
Και να συμπληρώσουμε με τις ερωτήσεις του ΚΕΕ,
να τα έχετε μαζεμένα.
Α. Στοιχεία που αφορούν στο συγγραφέα, λογοτεχνικό περιβάλλον
και λοιπά γραμματολογικά στοιχεία:
1. Ποιες αντιλήψεις του ποιητή για την Ποίηση εκφράζονται στο ποίημα;
2. Ποια γνωρίσματα της ποιητικής γραφής του Γιώργη Παυλόπουλου προκύπτουν από το συγκεκριμένο ποίημα;

Β. Δομή του κειμένου, επαλήθευση ή διάψευσης μιας κρίσης
με βάση το κείμενο, εκφραστικά μέσα και τρόποι του κειμένου
(υφολογική διερεύνηση, αφηγηματικές λειτουργίες,
επιλογές του δημιουργού σε διάφορα επίπεδα γλωσσικής ανάλυσης):
1. Ποια στοιχεία της αφήγησης διακρίνετε στο ποίημα και ποιο είναι το πρόσωπο που «αφηγείται»;
2. Στο ποίημα αυτό κυριαρχούν οι κύριες προτάσεις. Ποια είναι η αισθητική τους λειτουργία;
3. Το ποίημα χαρακτηρίζεται από γλωσσική απλότητα και σαφήνεια, παρά το «φευγαλέο» νόημά του. Ποιοι εκφραστικοί τρόποι δημιουργούν αυτή την εντύπωση;
4. Στο ποίημα χρησιμοποιείται το σχήμα του κύκλου: ο πρώτος στίχος κλείνει και το ποίημα. Πώς συμβάλλει το σχήμα αυτό στη μετάδοση της βασικής ιδέας του ποιήματος;
5. Η ποιητική δημιουργία παρουσιάζεται στο συγκεκριμένο ποίημα ως μια ατέρμονη προσπάθεια να συλλάβει κανείς την «αλήθεια» της Ποίησης. Πώς αισθητοποιείται στο ποίημα αυτή η διαδικασία;

Γ. Σχολιασμός ή σύντομη ανάπτυξη χωρίων του κειμένου:
1. Ποιοι είναι, κατά την άποψή σας, οι πολλοί που προσπερνούνε και ποιοι οι μερικοί που το μάτι τους κάτι αρπάζει (στ.2-3);
2. Πότε η προσπάθεια του ανθρώπου να ανοίξει την πόρτα της Ποίησης αποκτά δραματική διάσταση;
3. «Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ / για όσους μπόρεσαν να ιδούν στο βάθος»: Πώς ερμηνεύετε την «αντίφαση» που φαίνεται να υπάρχει στους στίχους αυτούς;
4. Μπορεί τελικά να βρεθεί, σύμφωνα με το ποίημα, το κλειδί για την πόρτα της Ποίησης; Αν όχι, τότε τι εκπροσωπούν τα αντικλείδια;
5. Αν «τα ποιήματα που γράφτηκαν / από τότε που υπάρχει ο κόσμος» είναι «μια αρμαθιά αντικλείδια / για ν’ ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης» τι είναι τότε η Ποίηση, κατά τη γνώμη σας;
Για να μην καληνυχτιστούμε έτσι ξερά,
ένα ποίημα ποιητικής, της Μαργαρίτας Δαλμάτη:
Ποίηση
Ρωτάνε τι είναι ποίηση.
Ποίηση είναι το άλλο όνομα της ζωής·
το πιο αληθινό της· αυτό που μένει.
Δεν είναι πάντα τραγούδι· συχνά
είναι μαρτυρία· κάτι άλλο·
ακόμα και μια είδηση σαν και τούτη
δημοσιευμένη σε μια παλιά εφημερίδα
στις 17 Αυγούστου του 1940:
«Το πολεμικόν εβυθίσθη φέρον
τον μέγαν σημαιοστολισμόν
λόγω της εορτής της Μεγαλόχαρης».

Τετάρτη 16 Φεβρουαρίου 2011

όσο μπορώ κι όσο κρατήσω


Σ’ ένα ποίημά του, του 1963,
ο ποιητής Τίτος Πατρίκιος
θαρρείς και συνομιλεί με τα δυο ποιήματα,
του Εγγονόπουλου και του Αναγνωστάκη,
που έχουμε στην ύλη μας, ενώ, σε κάποιους στίχους του
θα μας θυμίσει πιθανώς και τα αντικλείδια του Γ.Παυλόπουλου
Ελέγξτε, αν θέλετε, αυτή τη συνομιλία των τριών ποιητών
για το ρόλο της ποίησης σε δύσκολες εποχές. Ενδιαφέρον θα είχε
αν εκφράζαμε και το στίγμα της δικής μας άποψης
αλλά και ευαισθησίας: σε τίνος ποιητή ταιριάζει περισσότερο;
Να τα και τα τρία κοντά κοντά:

Ν. Εγγονόπουλου, Ποίηση 1948
τούτη η εποχή
του εμφυλίου σπαραγμού
δεν είναι εποχή
για ποίηση
κι άλλα παρόμοια:
σαν πάει κάτι
να
γραφεί
είναι
ως αν
να γράφονταν
από την άλλη μεριά
αγγελτηρίων
θανάτου
γι αυτό και
τα ποιήματά μου
είν' τόσο πικραμένα
(και πότε - άλλωστε - δεν ήσαν;)
κι είναι
- προ πάντων -
και
τόσο
λίγα
Μ. Αναγνωστάκη, ΣΤΟΝ ΝΙΚΟ Ε…1949
Φίλοι
Που φεύγουν
Που χάνονται μια μέρα
Φωνές
Τη νύχτα
Μακρινές φωνές
Μάνας τρελής στους έρημους δρόμους
Κλάμα παιδιού χωρίς απάντηση
Ερείπια
Σαν τρυπημένες σάπιες σημαίες
Εφιάλτες,
Στα σιδερένια κρεβάτια
Όταν το φως λιγοστεύει
Τα ξημερώματα।

(Μα ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά;)
Tίτος Πατρίκιος Στίχοι, 2
Στίχοι που κραυγάζουν
στίχοι πού ορθώνονται τάχα σαν ξιφολόγχες
στίχοι που απειλούν την καθεστηκυία τάξη
και μέσα στους λίγους πόδες τους
κάνουν ή ανατρέπουν την επανάσταση,
άχρηστοι, ψεύτικοι, κομπαστικοί,
γιατί κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα
κανένας στίχος δεν κινητοποιεί τις μάζες.
(Ποιες μάζες; Μεταξύ μας τώρα –
ποιοι σκέφτονταί τις μάζες;
Το πολύ μια λύτρωση ατομική, αν όχι ανάδειξη.)
Γι’ αυτό κι εγώ δε γράφω πια για να προσφέρω χάρτινα ντουφέκια
όπλα από λόγια φλύαρα και κούφια.
Μόνο μιαν άκρη της αλήθειας να σηκώσω
να ρίξω λίγο φως στην πλαστογραφημένη μας ζωή.
Όσο μπορώ, κι όσο κρατήσω

Παρατηρείτε πόσο κοντά είναι κι οι τρεις
στο εππιπεδο της έκφρασης, της γλώσσας, του ύφους;
Ελέγξτε και το περιεχόμενο…

Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 2011

Φωνές στη σιωπή

1971-2005. 35 χρόνια ποιητικής σιωπής. Μόνη παρένθεση η έκδοση του ΥΓ., το 1983,
ενός βιβλίου με πυρήνες ποιημάτων, ποιητικές φράσεις, σπαράγματα,
ολιγόλεξες συνθέσεις που ο ίδιος ο Αναγνωστάκης δε θεωρεί ποιήματα:
«(…) ουσιαστικά δεν είναι ποιήματα, είναι ποιητικά αποσπάσματα, δεν είναι τωρινά πράγματα αυτά, υπήρχαν από χρόνια…έτσι, όλο το απόσταγμα της ποιητικής μου εμπειρίας. Δεν είναι ποιήματα.», λέει σε συνέντευξή του στο Μισέλ Φάις, το 1992.

Εδώ, στο ΥΓ., η σιωπή που περιβάλλει το κάθε ποιητικό απόσπασμα
γίνεται μεστός,ρέων λόγος. Οι με λιτότητα
και μέσα σε μιαν ατμόσφαιρα εξομολόγησης διατυπωμένες φράσεις
προσφέρουν λαβές στους συνειρμούς μας,
τροφοδοτούν καίρια την ευαισθησία και τη λογική,
αναζητούν τις δικές μας προεκτάσεις,
υποβάλλουν την αναμόχλευση των συναισθημάτων μας.
«Ζω μισά». Δυο λέξεις για μια ζωή λειψή, για την απώλεια,
γι’ αυτά, γι’ αυτούς που χάθηκαν, τους έρωτες, τους συντρόφους,
τα οράματα, τα ίδια τα κομμάτια της ζωής που πήγαν χαμένα.

Μια αίσθηση ματαίωσης, απώλειας, πόνου κι απογοήτευσης
περιβάλλει τα σπαράγματα του ΥΓ. «Όλα προς τι;»,
«Τη ζωή που στερήθηκαν», «Όλοι κάποτε νέοι»,
« Δεν περίμενες πια κανένα γράμμα». Φράσεις, ποιήματα πικραμένα –
που και πότε άλλωστε δεν ήσαν, για τον Αναγνωστάκη.
Πικραμένα και τόσο λίγα. Ακόμα και όταν «μιλούσε»,
όταν έγραφε, δηλαδή, ποιήματα, η παραγωγή του ίσα ίσα φτάνει
για να γεμίσει τις σελίδες ενός μικρού βιβλίου.
«Τα ποιήματα, 1941-1971», σελ. 176.
Απλά, ζεστά, χαμηλόφωνα, με τεράστια συμπύκνωση.

Πιστεύω πως ο Αναγνωστάκης ισορροπούσε
ανάμεσα στην κραυγή και στη σιωπή.
Ανάμεσα σ’ αυτό που όριζε η κοινωνικά ευαισθητοποιημένη συνείδησή του
απ’ τη μια και από την άλλη τα βαθιά τραύματα
που του προκαλούσε η ιστορική συγκυρία που ζούσε.
Τα βάζει με ένα ανθρωποφάγο σύστημα που το ζει
σε μια από τις σκληρότερές του στιγμές,
την ίδια ώρα που βιώνει τη διάψευση των ελπίδων,
την προδοσία των αγώνων, την απώλεια των συναγωνιστών του,
υλική είτε ηθική. Καταγγέλλει έναν κόσμο που συνθλίβει τον άνθρωπο
την ίδια ώρα που κι ο ίδιος νιώθει να συνθλίβεται.

Η πίκρα κι η απογοήτευση διατρέχουν την ποίησή του σε όλο της το μήκος.
«Σήμερα βρέχει απ’ το πρωί» ( Χειμώνας 1942),
« τη χαμένη μας άγνοια, τα χαμένα φτερά» ( 13.12.43),
«Εσύ που ξέρεις τουλάχιστον πως γυρεύω ένα τίποτα
για να πιστέψω πολύ και να πεθάνω» ( Αναζήτηση),
«Κι εγώ που αγάπησα τόσο τη θάλασσα/κι εγώ π’ αγκάλιασα
το κάθε τι που πέρασε μπροστά μου/αυτήν που ζητούσα
δεν τη συνάντησα ούτε στα πιο μεθυσμένα μου όνειρα» ( Εποχές2, VIII),
«Τίποτα τίποτα πια» ( Το έγκλημα έγινε). Διαβάστε την «Αφιέρωση»
«για όλα όσα τελείωσαν χωρίς ελπίδα πια».
Το « Σε τι βοηθά λοιπόν…» η ποίηση. Το «Κάθε πρωί» και τόσα άλλα.

Κι όμως: Όρθια η Πράξη σαν αλεξικέραυνο ( Όταν αποχαιρέτησα).
Κι η πράξη για το Μανόλη Αναγνωστάκη είναι αρχικά ο λόγος,
ο λόγος ο καίριος και καταγγελτικός, που αποζητά να γκρεμίσει
τις στέρεες παρατάξεις σαν τον τρελό στο σκάκι ( Το σκάκι).
Και μιλά ( Μιλώ, Τώρα μιλώ πάλι…).
Κι οι λέξεις του ανάβουν μικρές πυρκαγιές
- «σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις,
να μην τις παίρνει ο άνεμος» ( Ποιητική)
Το ηθικό ανθρώπινο χρέος πανταχού παρόν, ξαγρυπνά τη συνείδηση,
την κρατά σε εγρήγορση και ετοιμότητα. «Έστω. Ανάπηρος,
δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κριθείς»,
γράφει στον ακροτελεύτιο στίχο της τελευταίας του συλλογής ( Επίλογος) ή
«Σαν τους γύφτους σφυροκοπάμε αδιάκοπα στο ίδιο αμόνι» ( Κριτική).
Ένας λόγος που σε φέρνει προ των ευθυνών σου κι ας είσαι γεμάτος πληγές –
« Σκεφτείτε το καλά. Θα περιμένω» ( Η απόφαση) -,
λόγος κάλεσμα να μείνουμε όρθιοι μέσα στη φοβερήν ερημία του πλήθους
( Μιλώ), γιατί «εμείς, αν θέλετε, είμαστε έτοιμοι ακόμα» ( Επίγνωση)

Μπορεί, λοιπόν, τα ποιήματά του να είναι γεννήματα πίκρας, ήττας, απώλειας,
όμως η αίσθηση του χρέους, η αναγκαιότητα της αντίστασης στη φθορά
και στην κοινωνική σήψη αρθρώνει τη δική της αδύναμη, όμως κι επίμονη, φωνή,
τη φωνή που μιλάει με πόνο για όλα αυτά, τη φωνή
που με την πεισματική ζεστασιά της μάς κρατάει καρφώνοντας τις λέξεις
στις συνειδήσεις και στις καρδιές μας για να μην τις παίρνει ο άνεμος.

Θεωρώ αντιπροσωπευτικό δείγμα αυτής της
προσήλωσης
του Αναγνωστάκη στο ηθικό χρέος,
που σαν ατίθασο αγριολούλουδο φυτρώνει μόνο του μέσα στα χαλάσματα,
το ποίημά του
«Κι ήθελε ακόμη»

Κι ἤθελε ἀκόμη πολὺ φῶς νὰ ξημερώσει. Ὅμως
ἐγὼ
Δὲν παραδέχτηκα τὴν ἧττα. Ἔβλεπα τώρα
Πόσα κρυμμένα τιμαλφῆ ἔπρεπε νὰ σώσω
Πόσες φωλιὲς νεροῦ νὰ συντηρήσω μέσα στὶς φλόγες.
Μιλᾶτε, δείχνετε πληγὲς ἀλλόφρονες στοὺς δρόμους
Τὸν πανικὸ ποὺ στραγγαλίζει τὴν καρδιά σας σὰ σημαία
Καρφώσατε σ᾿ ἐξῶστες, μὲ σπουδὴ φορτώσατε τὸ ἐμπόρευμα
Ἡ πρόγνωσίς σας ἀσφαλής: Θὰ πέσει ἡ πόλις.
Ἐκεῖ, προσεχτικά, σὲ μιὰ γωνιά, μαζεύω μὲ τάξη,
Φράζω μὲ σύνεση τὸ τελευταῖο μου φυλάκιο
Κρεμῶ κομμένα χέρια στοὺς τοίχους, στολίζω
Μὲ τὰ κομμένα κρανία τὰ παράθυρα, πλέκω
Μὲ κομμένα μαλλιὰ τὸ δίχτυ μου καὶ περιμένω.
Ὄρθιος καὶ μόνος σὰν καὶ πρῶτα περιμένω.

Ο ίδιος ο Αναγνωστάκης για τη «σιωπή» και την «ήττα» δηλώνει:

«Το ’71 ουσιαστικά σταματάει η ποιητική μου παραγωγή. Δεν γράφω καθόλου ποιήματα. Δεν αισθάνομαι την ανάγκη να γράψω ποιήματα, καθόλου. Συνεχίζω όμως εντατικά την πνευματική μου προσφορά με δοκίμια, με άρθρα, με ορισμένες μελέτες, με πολιτική δράση· αυτό που εγώ θεωρώ δημόσια παρέμβαση. (…) Γι’ αυτό αρνούμαι όλα αυτά περί «ποίηση της ήττας» και τα σχετικά. Δεν είναι ποίηση της ήττας. Είναι μια αγωνία για την εποχή, ένα άγχος για την εποχή. Όταν τελείωσε η εποχή τελειώνει κι η ποίηση. Δεν μπορείς να γράφεις συνεχώς ποίηση. Δεν είμαι επαγγελματίας ποιητής. Αισθάνομαι την ποίηση σαν τρόπο έκφρασης επειδή δεν μπορούσα να εκφραστώ διαφορετικά. Δηλαδή, ήταν η εποχή τόσο πιεσμένη, τόσο δύσκολη, που μόνο κανείς εκφράζοντας τον πόνο του μπορούσε ν’ αντέξει»

Φαίνεται, λοιπόν, πως η ήττα και η σιωπή υπάρχουν
στο έργο του Αναγνωστάκη μόνο ως στοιχεία απαραίτητα για να χαλυβδώνουν τη συνείδηση, να προσδιορίζουν το στόχο, να δικαιολογούν την παρεμβατική κοινωνική παρουσία, να θρέφουν και να συντηρούν το αγωνιστικό κοινωνικό πρόσωπο.

Πώς σας φαίνεται;

Πέμπτη 3 Φεβρουαρίου 2011

( Μα ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά;)

η ανάρτηση αφιερώνεται στη Μ.Ι,
μια και αδημόνως την περίμενε!
:-)

Ένα μικρό βιβλίο είναι όλα τα ποιήματα του Μανόλη Αναγνωστάκη.
Σε ένα μικρό βιβλίο χώρεσαν οι συλλογές
( Εποχές, Παρενθέσεις, Η Συνέχεια , Ο Στόχος)
που ξεκίνησε να εκδίδει από τα 20 του χρόνια, το 1945, μέχρι το 1971,
όταν εκδίδεται Ο Στόχος.
Και μετά ακολουθεί η ποιητική σιωπή του,
για την οποία πολλά έχουν γραφτεί.

Στον εμφύλιο και στα μετεμφυλιακά χρόνια, στους καιρούς αυτούς του σπαραγμού,
των προσδοκιών και του τέλους τους, των συμβιβασμών,
της κόπωσης, της απογοήτευσης, του πόνου,
ο Αναγνωστάκης θα καταφύγει στην ποίηση και θα μιλήσει μέσα απ’ αυτή.

« Έγραφα από πολύ μικρός και πρέπει να ομολογήσω ότι για ένα διάστημα πίστευα πολύ στις δυνατότητες της ποίησης σα μέσου που μπορεί να εκφράσει τα πάντα με πληρότητα και να γίνει έρωτας και περιεχόμενο ζωής(…)»[1].

Πιστεύει σ’ αυτή και στις δυνατότητές της.
« Η ποίηση είναι η μόνη δυνατή να αποκαλύψει τις αληθινές διαστάσεις του οποιουδήποτε θέματος»[2]

Και μάλιστα επισημαίνει την αξία της για τη δύσκολη εποχή του Εμφυλίου:
«Πιστεύω, πάλι θα πω, πως η ποίηση της περιόδου εκείνης, ή για την περίοδο εκίνη, είναι, σα ντοκουμέντο μια από τις συγκλονιστικότερες μαρτυρίες – να τολμήσω να το πω; - σε παγκόσμιο επίπεδο. Γιατί σαφώς προηγείται από ό,τι μας ήρθε απ’ έξω σαν ποίηση κοινωνικής αμφισβήτησης, προβληματισμένης διαμαρτυρίας κλπ, μάλιστα κάποτε πολύ κραυγαλέα και εντυπωσιακά.»[3]

Αλλά και ο ίδιος, μέσα από την ποίησή του μιλάει.
«Στον Αναγνωστάκη, ειδικά στον Αναγνωστάκη, η μεταφορά του μιλάω αντί του γράφω είναι καθοριστική, θεμελιώδης, είναι μέρος της ουσίας. (…) Το «μιλώ» κάνει ένα ακόμα θαρραλέο βήμα έξω από το ποίημα, αλληλέγγυο με τις σκέψεις, τους φόβους και τις προσδοκίες του αναγνώστη, δραστικό όσο και ρητορικά ανοχύρωτο, σαν να το έχει ξεβράσει εκεί η παλίρροια του χρόνου: τώρα μιλώ πάλι σαν ένας άνθρωπος που γλίτωσε απ’ το λοιμό, λέει στο εναρκτήριο ποίημα της συλλογής Η Συνέχεια 3»[4]

Άλλωστε, λίγα χρόνια μετά την εναγώνια παρένθεση του ποίηματος
«Στον Ν.Ε…1949» ( Μα ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά;)
είναι ο ίδιος που αποφασιστικά δημοσιεύει το «Μιλώ»:

Μιλῶ γιὰ τὰ τελευταῖα σαλπίσματα τῶν νικημένων στρατιωτῶν
Γιὰ τὰ κουρέλια ἀπὸ τὰ γιορτινά μας φορέματα
Γιὰ τὰ παιδιά μας ποὺ πουλᾶν τσιγάρα στοὺς διαβάτες
Μιλῶ γιὰ τὰ λουλούδια ποὺ μαραθήκανε στοὺς τάφους καὶ τὰ σαπίζει ἡ βροχὴ
Γιὰ τὰ σπίτια ποὺ χάσκουνε δίχως παράθυρα σὰν κρανία ξεδοντιασμένα
Γιὰ τὰ κορίτσια ποὺ ζητιανεύουν δείχνοντας στὰ στήθια τὶς πληγές τους
Μιλῶ γιὰ τὶς ξυπόλυτες μάνες ποὺ σέρνονται στὰ χαλάσματα
Γιὰ τὶς φλεγόμενες πόλεις τὰ σωριασμένα κουφάρια σοὺς δρόμους
Τοὺς μαστρωποὺς ποιητὲς ποὺ τρέμουνε τὶς νύχτες στὰ κατώφλια
Μιλῶ γιὰ τὶς ἀτέλειωτες νύχτες ὅταν τὸ φῶς λιγοστεύει τὰ ξημερώματα
Γιὰ τὰ φορτωμένα καμιόνια καὶ τοὺς βηματισμοὺς στὶς ὑγρὲς πλάκες
Γιὰ τὰ προαύλια τῶν φυλακῶν καὶ γιὰ τὸ δάκρυ τῶν μελλοθανάτων.
Μὰ πιὸ πολὺ μιλῶ γιὰ τοὺς ψαράδες
Π᾿ ἀφήσανε τὰ δίχτυά τους καὶ πήρανε τὰ βήματά Του
Κι ὅταν Αὐτὸς κουράστηκε αὐτοὶ δὲν ξαποστάσαν
Κι ὅταν Αὐτὸς τοὺς πρόδωσε αὐτοὶ δὲν ἀρνηθῆκαν
Κι ὅταν Αὐτὸς δοξάστηκε αὐτοὶ στρέψαν τὰ μάτια
Κι οἱ σύντροφοί τους φτύνανε καὶ τοὺς σταυρῶναν
Κι αὐτοί, γαλήνιοι, τὸ δρόμο παίρνουνε π᾿ ἄκρη δὲν ἔχει
Χωρὶς τὸ βλέμμα τους νὰ σκοτεινιάσει ἢ νὰ λυγίσει

Ὄρθιοι καὶ μόνοι μὲς στὴ φοβερὴ ἐρημία τοῦ πλήθους.


Κι αφήνει στον τελευταίο στίχο του τους ψαράδες, όρθιους και μόνους μες στη φοβερή ερημία του πλήθους, να πορεύονται χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάζει ή να λυγίζει. Ίσως για να μπορέσουν να μιλήσουν οι ίδιοι, όταν, όταν αυτός θα κουραστεί.


Μπορεί να φοβάται τις ηττημένες συνειδήσεις ο Αναγνωστάκης, να θλίβεται και να οργίζεται, όταν βλέπει τους παλιούς αγωνιστές να συμβιβάζονται και να υποχωρούν από τα ιδανικά τους, να εξοντώνονται ηθικά αλλά και αθρώπινα, αλλά, όσο γράφει, δεν παύει να «μιλάει» και να δρα: «δυο κατηγορίες πάντα· οι δρώντες και οι θεατές.» Και να χρησιμοποιεί την ποίηση για να αγωνίζεται και να κρατά την ανθρώπινη αξιοπρέπεια στο ύψος που της αρμόζει. Ακόμα κι αν δεν έχει αυταπάτες ( «Κι όχι αυταπάτες προπαντός.»)[5] Ακόμα και αν συμφωνώντας με το φίλο του ποιητή Τίτο Πατρίκιο πως «κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες/κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα.», ακόμα κι έτσι επιμένει: «Έστω./Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κριθείς»[6] και «σφυροκοπάτε αδιάκοπα στο ίδιο αμόνι»[7]


Μιλάει, λοιπόν, με όση πίκρα κι αν του προσφέρει η Ιστορία στα πέτρινα χρόνια που ζει, μιλάει, και μιλάει την αλήθεια που πρέπει να ακουστεί.
«(…) Μα στο παιδί δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθιαΤώρα, τα βράδια, κάθομαι και του μιλώΛέω το σκύλο σκύλο, το λύκο λύκο, το σκοτάδι σκοτάδι,Του δείχνω με το χέρι τους κακούς, του μαθαίνωΟνόματα σαν προσευχές, του τραγουδώ τους νεκρούς μας.Α, φτάνει πια! Πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδιά.»[8]


Κι αν τον κατηγορήσουν για «κηρύγματα και ρητορείς»,
« Ε ναι λοιπόν! Κηρύγματα και ρητορείες.
Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις
Να μην τις παίρνει ο άνεμος.»
[9]


Κι ίσως και μετά το 1971, όταν σταμάτησε η ποιητική του παραγωγή και πέρασαν 34 χρόνια στη ζωή του χωρίς να δώσει άλλα ποιήματα[10], ίσως τότε να μας πρόσφερε την πιο ηχηρή, την πιο ηχηρά ομιλούσα σιωπή.

Αλλά για τη σιωπή αυτή θα τα πούμε σε επόμενη ανάρτηση.




[1] Από συνομιλία του με τον Αντ. Φωστιέρη και Θαν. Νιάρχο, περ. Λέξη, τ.186, σελ. 502
[2] Μ. Αναγνωστάκη, Υπέρ και Κατά, Θεσ/κη, 1965
[3] Από συνομιλία του με τον Αντ. Φωστιέρη και Θαν. Νιάρχο, περ. Λέξη, τ.186, σελ. 504
[4] Διον. Καψάλης, περ. Εντευκτήριο, τ. 71, σελ. 154
[5] Επίλογος, απ’ τη συλλογή Ο Στόχος
[6] Επίλογος, απ’ τη συλλογή Ο Στόχος
[7] Κριτική, απ’ τη συλλογή Ο Στόχος
[8] Στο παιδί μου, απ\ τη συλλογή Ο Στόχος
[9] Ποιητική, απ’ τη συλλογή Ο Στόχος
[10] Για τη συλλογή ΥΓ. που εκδόθηκε το 1983 ο ίδιος έχει πει « (…) είναι ποιητικά αποσπάσματα, δεν είναι τωρινά πράγματα αυτά, υπήρχαν από χρόνια(…) Δεν είναι ποιήματα(…) συνέντευξη στο Μισέλ Φάις, 11. 1992 ( «Πρόσωπο με πρόσωπο», εκδ. Πατάκη, 2006)