Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2011

Φωτογραφίζοντας τα τοπία του Γιώργου Ιωάννου



Κάτι παιδιά της θεωρητικής που ταξιδεύουν αύριο για την «πρωτεύουσα των προσφύγων», όπως ήθελε τη Θεσσαλονίκη ο Γιώργος Ιωάννου, θα έχουν την ευκαιρία να βρουν, να διαπιστώσουν τις αλλαγές, να φωτογραφίσουν τα σημεία της πόλης που αναφέρονται στα αποσπάσματα που ακολουθούν και που είναι γραμμένα από το θεσσαλονικιό συγγραφέα στις αρχές της δεκαετίας του 1980.

Πάρτε μια γεύση, λοιπόν, της Θεσσαλονίκης του Γιώργου Ιωάννου και, όταν επιστρέψετε, φέρτε μας να αναρτήσουμε τις φωτογραφίες σας από τα σημεία αυτά ( που τα υπογραμμίζουμε με έντονα γράμματα) αλλά κι από άλλα, από την πόλη της Θεσσαλονίκης όπως εσείς την είδατε.


«Για να εισχωρήσεις στην πόλη της Θεσσαλονίκης ερχόμενος από το Σταθμό, ανάγκη, σχεδόν απόλυτη, να περάσεις από την ερωτική πλατεία Βαρδαρίου, κάτι ανάλογο μα πολύ ευπρεπέστερο από την Ομόνοια, την οποία, άλλωστε, δεν είναι καθόλου απαραίτητο να διασχίσεις μπαίνοντας στην Αθήνα. Φτάνοντας με το τραίνο ή τη φαντασία μου στη Σαλονίκη τραβάω, μέσα από την Εγνατία, φυσικά, πάντοτε για το ψηλό σπίτι, όπου έζησα είκοσι πέντε χρόνια, το καλύτερο ψαχνό της ζωής μου, εκεί παραδίπλα στην πλατεία Χαλκέων και ας μην καθόμαστε πια σ’ αυτό, ας μην έχω κλειδί για ν’ ανοίξω την πόρτα, πίσω απ’ την οποία άλλοι τώρα αναπνέουν (…) »
«Το Βαρδάρι είναι χώρος ερωτικός, όλες τις ώρες της ημέρας, μα πιο πολύ το απόβραδο। Τη νύχτα ερημώνει σχεδόν ή μάλλον τα πεζοδρόμιά του γίνονται απλά περάσματα»


«Είμαι θρήσκος και θέλω αυτό να το ομολογήσω στο πρώτο πρόσωπο. Φίλοι με θρησκευτική βαθύτητα με βρίσκουν ελαφρό στα θρησκευτικά μου. Αλλά ελαφρός ξελαφρός, είμαι πολύ σταθερός σ΄ αυτά μου τα ρηχά ίσως αισθήματα. Πάντα, όταν φέρνω στο νου μου αυτή την προστατευτική ομπρέλα των δέντρων, με το φίνο άρωμα, προχωρώ και πηγαίνω σε μια εκκλησία. Φυσικά μόνον σε εκκλησία βυζαντινή. Προτιμώ την Αχειροποίητο, αλλά μου αρέσει και η Αγία Σοφία. Οι μικρές, όπως η Παναγία Χαλκέων, οι Άγιοι Απόστολοι, με καταπιέζουν, δεν μπορώ. Βυθίζομαι μες στην εκκλησία και προσπαθώ να συλλάβω το θεό. Το θεό και την πατρίδα σκέφτομαι. Αν ξαναγυρίσω σ’ αυτή την πόλη, θα ξαναγυρίσω για τις βυζαντινές εκκλησίες της – καταδυτικές συσκευές πρώτης τάξεως.»

«Όλοι θυμόμαστε ή γνωρίζουμε την παλιά μορφή της Θεσσαλονίκης, που είχε διατηρηθεί στην Πάνω Πόλη, αλλά και στις συνοικίες τις επάνω από την Αχειροποίητο, τον Άγιο Θανάση και την Καμάρα, σχεδόν αναλλοίωτη μέχρι τη δεκαετία του ’50. Και σήμερα ακόμα υπάρχουν τμήματα, που μας δίνουν σαφή εικόνα εκείνης της εποχής. Η παλιά αρχιτεκτονική και ρυμοτομική μορφή της Θερσσαλονίκης ήταν ιδιαίτερα γραφική (…)»

«Τα παλιά σπίτια, τα καμωμένα κατά τη βυζαντινή παράδοση, μερικά μάλιστα γνησίως βυζαντινά, υποκαταστάθηκαν από απρόσωπες πολυκατοικίες, άσχημες και όμοιες σχεδόν η μία με την άλλη, χωρίς ίχνος ελεύθερου χώρου, χωρίς ίχνος σχέσης, εξωτερικής μορφικής σχέσης, με ό,τι υποκατέστησαν ή με τον τόπο στον οποίο ανηγέρθησαν. Εκτός από τα σπίτια της οδού Αριστοτέλους.»

« Εγώ, τελευταία, έρχομαι από την Αθήνα σπάνια και πού και μάλιστα για πολύ λίγο. Ξαφνιάζομαι, λοιπόν, ευχάριστα ή δυσάρεστα με διάφορα πράγματα, που έχουν στο μεταξύ γίνει ή αλλάξει. Ένα που με ξαφνιάζει πάντοτε ευχάριστα, είναι τα δέντρα της Θεσσαλονίκης. Δεν είναι μονάχα πολύ περισσότερα από εκείνα της πρωτεύουσας, αλλά είναι και ιδιαίτερα θαλερά. Αυτό σου δημιουργεί αμέσως μια ευχάριστη, μια αισιόδοξη εντύπωση για την πόλη και τους κατοίκους της. Παλαιότερα όμως δε συνέβαινε αυτό με τις δεντροστοιχίες της Θεσσαλονίκης. Δεν έδιναν αυτή την εντύπωση. Και ο λόγος ήταν ότι συνήθιζαν να κλαδεύουν αγρίως τα δέντρα. Τέτοια ήταν η μόδα…Τώρα που τα άφησαν ήσυχα, έχουν δημιουργηθεί δρόμοι και γωνιές μοναδικοί στην Ελλάδα. Δεν ξέρω πόσοι το έχουν προσέξει, αλλά εκείνο το μικρό πάρκο, το πάρκο του Αγίου Νέστορος θα έλεγα, γιατί εκεί περίπου πρέπει να βρισκόταν το αφιερωμένο σ’ αυτόν χτίσμα-εκείνο, λοιπόν, το πάρκο, που απλώνεται μπροστά από τον Άγιο Δημήτριο, είναι εξαίρετο και διαθέτει δέντρα και σκιές, που ούτε και στα πιο χλοερά χωριά δεν τα βρίσκεις. Η θαλερότητα των δέντρων του κάθε φορά με εκπλήττει.
Ο Δήμος Θεσσαλονίκης διακρινόταν πάντοτε για τα εξαίρετα δέντρα που φύτευε στους δρόμους. Πολλές μιμόζες, πάρα πολλές ακακίες Κωνσταντινουπόλεως, με κείνα τα ροζέ ωσάν πινέλα άνθη τους, πολλά δέντρα του Ιούδα, αλλά εκείνα τα άλλα με τα πλατιά μωβ λουλούδια, που από την πρώτη στιγμή τους μοιάζουν σαν αποξηραμένα. Απ’ό,τι θυμάμαι πάντοτε είχαμε μιμόζες και ακακίες Κωνσταντινουπόλεως. Όσο για τις κοινές ακακίες, αυτές πάντοτε έπνιγαν την πόλη στο λουλούδι και στο άρωμα. Ιβίσκους όμως που να φυτρώνουν σαν δέντρα στους δρόμους δεν έχουμε. Ούτε νερατζιές. Δεν τα σηκώνει το κλίμα. Τα δέντρα αυτά τώρα μας κάνουν μεγάλη εντύπωση, γιατί πρώτα τα κουρεύανε και δε φαντάζαν. Με τα δέντρα συμβαίνει εντελώς το αντίθετο απ’ ό,τι με τους ανθρώπους·ακούρευτα γίνονται ωραιότερα.
Η Αθήνα σήμερα δεν έχει δρόμο σαν την Τσιμισκή της Θεσσαλονίκης, που όταν το 1971 έφυγα ήταν ένας τυπικός, νοικοκυρεμένος και κομψός δρόμος μαγαζιών και γραφείων. Σήμερα τη βλέπεις και δεν την αναγνωρίζεις, ακριβώς από τα δέντρα αυτά που απλώθηκαν από πάνω της.
Αναπόσταστα μέλη του σώματος της Θεσσαλονίκης είναι οι βυζαντινοί ναοί της και τα άλλα βυζαντινά κτίσματα. Για τα διεσπαρμένα αυτά ανά την πόλη κτίσματα, που όμως τη συνέχουν, δεν είναι ανάγκη να πούμε τίποτε άλλο, γιατί έχουν λεχθεί πολλά και ίσως σοφά».

«Στη Θεσσαλονίκη, ως γνωστόν, ο ήλιος ανατέλλει από τη μεριά που ορίζεται από τον Χορτιάτη και δύει πάνω από τις εκβολές των ποταμών, πίσω περίπου από τον Κίσσαβο. Αυτά, βέβαια, μέσα σ’ ένα τόξο ανάλογα με τις εποχές. Τα χρώματα και το φως της ανατολής είναι χρώματα ορεινά ή μάλον ημιορεινά, καθώς τα όρη είναι πολύ μέτρια. Χρώματα απαλά, θέλω να πω, να δίνουν μια μάλλον δροσερή όψι προς τη μεριά της ανατολής. Η Θεσσαλονίκη δεν έχει βαριά χρωματισμένη ανατολή. Αντίθετα, έχει εξαιρετικά θεαματική δύση. Τα βουνά, πίσω από τα οποία δύει ο ήλιος, βρίσκονται πολύ μακριά, και εκτός αυτού έχουν μπροστά τους εκτάσεις μεγάλες με νερά, νερά της θάλασσας και νερά των ποταμών, που εκεί μεριά εκβάλλουν. Οι υδρατμοί τους, ακόμα και τις μέρες που δεν έχει συννεφιά, χρωματίζουν κατά τρόπο συναρπαστικό τον ορίζοντα. Αλλά το σπουδαιότερο μάλλον και το οποίο δίνει μια μυθική έννοια στην εικόνα της Θεσσαλονίκης είναι η αχλύς, η ελαφριά καταχνιά που πλανιέται।»

Καλό σας ταξίδι, λοιπόν, και με το καλό να γυρίσετε να δούμε τις εικόνες και τις ιστορίες τους που θα μας φέρετε

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2011

Γλωσσικός άνεμος ελευθερίας




Έχουμε συνηθίσει να λέμε ότι ο Παπαδιαμάντης χρησιμοποιεί την καθαρεύουσα στις περιγραφές και τη λαϊκή ντοπιολαλιά στους διαλόγους. Αυτό το στερεότυπο ελέγχει ο Μ.Γ. Μερακλής σε ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο του στο περιοδικό "Το δέντρο", (τ.181-182, σελ. 72-74).

Ας δούμε τα βασικά του σημεία:


« Λένε, συνήθως, ότι ως ηθογράφος έγραφε στην καθαρεύουσα τα περιγραφικά, ενώ στο ντόπιο ιδίωμα τα διαλογικά μέρη των διηγημάτων του. Εντούτοις και με λίγη προσοχή διαπιστώνει κανείς ότι κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Η καθαρεύουσά του διασαλεύεται και στα περιγραφικά μέρη, με επεμβάσεις που θα μπορούσαν να κωδικοποιηθούν ( αν και ο κατεξοχήν κανόνας που εφαρμόζει είναι η μη αυστηρή τήρηση κανόνων):
προσθέτει τελικά ‘ν’ σε λαϊκές λέξεις ( την «πίτταν»),
καθώς και συλλαβική αύξηση σε λαϊκά ρήματα («εξενοδούλευε»),
μετατρέπει τα ψιλά, όπως λέγονται, σύμφωνα των φθόγγων μπ, ντ (b, d) στα αντίστοιχα δασέα για να εκλογιοτατίσει λαϊκές λέξεις («εμβαρκάρισε» αντί μπαρκάρισε).
Ελεύθερα κινείται και στους τονισμούς (π.χ τη μετοχή τού λαϊκού αυτιάζομαι, αδόκιμη και αυτή, τονίζει με τους κανόνες της καθαρεύουσας, «αυτιαζομένη»).

Ένας άνεμος ελευθερίας έπνεε στα κείμενά του, μέσα σ’ ένα κλίμα τρομοκρατίας που υπήρχε στο γλωσσικό ζήτημα. (…) Πρόσφερε κατάμουτρα στους τυφλώττοντες μονομανείς τη μεικτή γλώσσα του (όλος ο πολιτισμός μας υπήρξε αποτέλεσμα σύγκρασης λαϊκότητας και λογιοσύνης). Συντρόφευε ο Παπαδιαμάντης στοιχεία από εποχές και περιοχές της ευρύτατης ελληνικής γλωσσικής επικράτειας.

Και βέβαια δεν πρόκειται για λίθους και πλίνθους ατάκτως ερριμμένους. Όπως εύστοχα παρατήρησε ο Κωστής Παπαγιώργης, η καθαρεύουσά του,
«παρουσιάζει αναβαθμούς». Κι όταν περιγράφει τη Φύση, «όπου έχουμε την εντύπωση ότι ο συγγραφέας επιδίδεται στην απόδοση κάποιας μυστικής γωνιάς του Παραδείσου» η γλώσσα του αίρεται και καθαίρεται σαν ένας τελετουργικός ύμνος στο δημιουργό της.
Τα λαϊκά στοιχεία αρχίζουν να εμφανίζονται, όταν ο άνθρωπος επίσης εμφανίζεται επί σκηνής. Η αμιγής καθαρεύουσα ανυψώνει, η ανάμειξή της με λαϊκά στοιχεία προσγειώνει. Έγραφα κι εγώ σχετικά με το θέμα τούτο:
«Αυτή η διαλεκτική, της ανύψωσης και της καθόδου, εκφραζόμενη με τη συμβολή των γλωσσικών συμβόλων, είναι η σύνθεση της πεζογραφίας του Παπαδιαμάντη. Από δω και πέρα η προσθήκη ενός μη αναμενόμενου ν,
η αφαίρεση, μη αναμενόμενη, μιας αύξησης,

η εναρμόνιση, τελικά, των καταρχήν αλληλοσυγκρουόμενων γλωσσικών στοιχείων,

είναι το έργο της ανεπανάληπτης ποιητικής και μουσικής ευαισθησίας του Παπαδιαμάντη».


Μπορείτε να αναζητήσετε για όλα αυτά κάποια παραδείγματα από το κείμενό μας; Ή να προσθέσετε κάποιες άλλες παρατηρήσεις από τον τρόπο που χειρίζεται τη δημοτική και την καθαρεύουσα ο συγγραφέας;

Αλλά, ξέχασα: μην κουράζεστε. Προέχουν οι βαλίτσες για την εκδρομή!

Λοιπόν, ετοιμάστε τις εσείς κι εγώ σας υπόσχομαι

την επόμενη ανάρτηση να την κάνουμε

για τη Θεσσαλονίκη:-)

Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2011

Altera pars

Η ανάρτηση αφιερώνεται στη Σοφία ( μας ακούει ο Βόλος;), που με την αγάπη της για το σκιαθίτη συγγραφέα μάς μαθαίνει τόσα.


Στο αφιέρωμα του περιοδικού «Το δέντρο» για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη (τ. 181-2, 6/ 2011) υπάρχει ένα άρθρο του Χ.Ε. Μαραβέλια αντιπολιτευτικής, θα λέγαμε, διάθεσης. Στο άρθρο αυτό κρίνεται η θρησκευτικότητα του σκιαθίτη συγγραφέα αλλά και η πρόσληψη του έργου του μέσα από αυτή. Ο Χ.Ε.Μαραβέλιας σκιαγραφεί την αρνητική πλευρά της θρησκευτικότητας και τοποθετεί την αξία του έργου τού Α. Παπαδιαμάντη στη γλώσσα του και την περιγραφική του δεξιότητα.



Οι « άλλες φωνές», όσο αιρετικές κι αν φαίνονται- ή μάλλον ακριβώς γι’ αυτό- όταν είναι τεκμηριωμένες, καλό είναι να ακούγονται. Εμπλουτίζουν τη σκέψη μας φωτίζοντας από διαφορετικές οπτικές γωνίες, ανοίγουν το οπτικό μας πεδίο, ενεργοποιούν το λόγο και τον αντίλογο. Έτσι, ας δούμε τους κεντρικούς άξονες του άρθρου του Χ. Ε. Μαραβέλια, με την ελπίδα πως μπορούν να προκαλέσουν μια γόνιμη συζήτηση.



Ο Χ. Ε. Μαραβέλιας, λοιπόν, θεωρεί πως ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης «υπήρξε ένας αγέλαστος άνθρωπος, ένας χωρίς επαρκή εξωτερικό λόγο αυτοβασανιζόμενος. Η μελαγχολία του πρέπει να ήταν θρησκειογενής», μια και «ο ‘καλός’ χριστιανός (οφείλει να) είναι ένα πένθιμο ον». Επικαλείται τις απόψεις των Κ.Θ Δημαρά και Δ. Μπαλάνου, για να προσδώσει στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη «χαριτωμένα απλοϊκή προσήλωση στο εκκλησιαστικό τυπικό και την πιο στενή αντίληψη της παράδοσης», "αφελή θρησκευτικότητα» και καθαρή τυπολατρία. Βλέπει τον Αλέξανδρο. Παπαδιαμάντη να κλείνει, λόγω θρησκοληψίας, τ’ αυτιά του τόσο στην εποχή του και στις αλλαγές που αυτή κυοφορεί («Ζώντας σε μια εποχή όπου συντελούνται και προμηνύονται πλείστες όσες αλλαγές στον πανευρωπαϊκά σπουδαίο 19ο αιώνα, ο κυρ-Αλέξαντρος παραμένει φοβικά δεξιός ψάλτης μιας παράδοσης που σε μεγάλο βαθμό είναι υπεύθυνη για τη στατικότητα και οπισθοδρομικότητα, για το α-πρόοδον της ελληνικής κοινωνίας») όσο και στις νέες ιδέες με τις οποίες ερχόταν σε επαφή λόγω γλωσσομάθειας αλλά και της δουλειάς του («Από τη δουλειά του σε εφημερίδες είχε την ευκαιρία να δέχεται ικανές ποσότητες νέων ιδεών, ευρωπαϊκών κυρίως, από τις οποίες θα αντλούνταν οι δημοσιεύσιμες στην καθ’ ημάς Ανατολή. Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης έκλεισε τα μάτια σ’ όλες αυτές τις ‘φράγκικες’ ιδέες και ενέμενε σ’ ένα παρόν που ήδη είχε αρχίσει να γίνεται παρελθόν. Την εποχή που ο Λασκαράτος και ο Ροΐδης χλεύαζαν με τρόπο μοναδικό τις θρησκευτικές προλήψεις και δεισιδαιμονίες, τη χριστιανική ειδωλολατρία της εποχής τους, ο Αλέξανδρος. Παπαδιαμάντης μέθαγε με τα νεκρόφιλα θυμιάματα της βυζαντινής θεοκρατίας και με θεία κοινωνία»).



Την ιδιότητα του θρησκευόμενου ατόμου την τοποθετεί περισσότερο στην επιφάνεια του τυπολατρικού και ενός ανθρώπου που δεν εμβαθύνει στα μεγαθέματα της χριστιανικής θεολογίας: «Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης είναι όχι θρησκευτικός αλλά λατρευτικός συγγραφέας. Ο ίδιος, μας λένε οι εντός και εκτός εκκλησίας ιεροκήρυκες, ήταν βαθιά θρησκευόμενο άτομο. Τούτο συνήθως σημαίνει άτομο απροβλημάτιστο για τις ρίζες, τη φιλοσοφία της θρησκείας ή ακόμη για τα μεγαθέματα της χριστιανικής θεολογίας. Η θεολογία του σταματούσε στη Λειτουργική (…) Η λατρευτικότητά του σταματάει σε λατρευτικές εκδηλώσεις και πρακτικές, σε ‘ιερά’ λατρευτικά κείμενα και αντικείμενα˙ πρωτίστως δε σε ναΐσκους και εικονίσματα». Η θρησκοληψία αυτή, κατά το Χ. Μαραβέλια, φαίνεται να υπέσκαψε αρετές του χαρακτήρα του, όπως η ευφυία ή το χιούμορ, αλλά και να του στέρησε χαρές ζωής, όπως ο έρωτας.



Ακόμα και το βασικό προσόν που του αναγνωρίζει ο Μαραβέλιας, τη γλώσσα, τη βλέπει σα μια «γλώσσα αμυντική, μια γλώσσα στη φάση του απέρχεσθαι», που ταίριαζε απόλυτα στη συντηρητική φύση και ιδεολογία του συγγραφέα.
Η κατακλείδα του άρθρου, που κι αυτή είναι συζητήσιμη από πολλές πλευρές, είναι πως «Η λογοτεχνία επινοήθηκε για να μπορούν να εκφραστούν κάποιες ιδέες που μας προχωράνε ένα βήμα μπροστά. Ο ‘άγιος των γραμμάτων μας’ και στις ιδέες και στη γλώσσα κοίταζε προς τα πίσω»

[1. Καλά θα ήταν να μπορούσε να παρατεθεί όλο το άρθρο, ώστε να φανεί πλήρως η συλλογιστική του συγγραφέα του.
2. Πέρα από τις όποιες διαφωνίες ή ενστάσεις που θα μπορούσε να εγείρει κανείς επί των απόψεων που εκφράζονται, δεν μπορεί να μην παρατηρήσει κανείς τη δηκτικότητα του ύφους, που, ούτως ή άλλως, τις υποσκάπτει.


Ελπίζοντας σε μία γόνιμη συζήτηση.

Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2011

"Διείσδυση στα μύχια της ανθρώπινης ψυχής" Στοιχεία για τις απαντήσεις μας




Στις εξετάσεις θα κληθείτε να υποστηρίξετε, με παραδείγματα από το κείμενο, χαρακτηριστικά του κειμένου ή της γραφής του συγγραφέα.
Μια τέτοια άσκηση είδαμε στην τάξη πρόσφατα, όταν ζητήθηκε να επαληθεύσετε, επιλέγοντας αποσπάσματα από το βιβλίο και αιτιολογώντας, το χαρακτηριστικό της διηγηματογραφίας του Βιζυηνού (που αναφέρεται στη σελίδα 123) «διείσδυση στα μύχια της ψυχής».

Στην επιλογή των αποσπασμάτων δε θα αναφερθούμε. Εννοείται πως πρέπει να είναι προσεγμένη, ώστε να στηρίζει το δυνατόν καλύτερα το σχολιασμό που θα επιχειρήσουμε.

Σε ποιον άξονα, όμως, πρέπει να κινείται ο σχολιασμός/υποστήριξη της επαλήθευσης που μας ζητείται; Πολλά παιδιά τείνουν να περιγράφουν το περιεχόμενο του αποσπάματος που έχουν επιλέξει. Δίνω ένα παράδειγμα: Σχολιάζοντας ένα απόσπασμα από τη σελίδα 139 («Εν τούτοις αυτό … ανεξάρτητον βίον»), ένα παιδί γράφει πως «η μητέρα παρουσιάζεται ως δυναμική, εργατική, υπεύθυνη, επίμονη, διακρινόμενη από αυταπάρνηση και πνεύμα αυτοθυσίας» κλπ. Και συνεχίζει: «Στη συνέχεια παρουσιάζεται ως άδικη, μεροληπτική ως προς την αγάπη της και τη στοργή της προς τα παιδιά της, εφόσον δείχνει αδυναμία και προσήλωση στα θετά κορίτσια εις βάρος των αγοριών» Και λοιπά. Και απλώνεται η περιγραφή της μητέρας σε 2-3 παραγράφους.

Εκεί που θα έπρεπε να είχε σταθεί ο μαθητής δεν είναι η περιγραφή του περιεχομένου του χωρίου τόσο, όσο η περιγραφή του τρόπου με τον οποίο αυτό δίνεται. Και στην περίπτωσή μας ο τρόπος είναι η διείσδυση, από το συγγραφέα, στα «μύχια της ανθρώπινης ψυχής». Χρειάζεται, λοιπόν, να μπορούμε να το περιγράψουμε αυτό το στοιχείο και να υποδείξουμε πώς χαρακτηρίζει και το απόσπασμα που έχουμε επιλέξει.
Άρα, καλό θα είναι να έχουμε δουλέψει τα χαρακτηριστικά αυτά, να τα έχουμε «απλώσει» στο μυαλό μας και να μπορούμε να τα περιγράψουμε κάπως πιο αναλυτικά.

Για το συγκεκριμένο στοιχείο, δανειζόμαστε χαρακτηρισμούς που δίνει ο Απ. Σαχίνης στο βιβλίο του «Παλαιότεροι πεζογράφοι/Α.Ρ. Ραγκαβής, Δ.Βικέλας, Γ.Βιζυηνός, Κ. Παλαμάς, Γ. Βλαχογιάννης» ( β΄εκδ. Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», 1982, σελ. 156-7):
«Ό,τι κινεί αμέσως την προσοχή και το ενδιαφέρον του αναγνώστη στα διηγήματα του Βιζυηνού είναι το ψυχικό πρόβλημα, η δοκιμασία της συνείδησης, η αγωνία της ψυχής. Τα κύρια πρόσωπά του έχουν πλούσια εσωτερική ζωή· όχι όμως στατική, αλλά κυμαινόμενη, μεταβαλλόμενη, ουσιαστική, με δραματικές συνέπειες στην εξωτερική συμπεριφορά τους και στη στάση τους αντίκρυ στην εξωτερική πραγματικότητα.(…) Είναι η πρώτη φορά που για τη νεοελληνική αφηγηματική πεζογραφία ανοίγει ο δρόμος της ψυχής. Ένας νέος κόσμος αποκαλύπτεται εδώ: ο κόσμος της συνείδησης, ο κόσμος του εσωτερικού προβληματισμού.»

Ο ψυχογράφος Βιζυηνός, δηλαδή, περιγράφει, φωτίζει, εστιάζει, επιμένει, εμβαθύνει, διεισδύει στην ανθρώπινη ψυχή και την αναλύει.
Αποδίδει τον εσωτερικό κόσμο των ηρώων, ερευνά τις ψυχικές διεργασίες, αποκαλύπτει τον κόσμο της συνείδησης, εστιάζει στην εσωτερική τους ζωή και στις συνέπειες που αυτή μπορεί να έχει στην εξωτερική τους συμπεριφορά
κλπ.

Αναλύετε, λοιπόν, της έννοια «διείσδυση στα μύχια της ανθρώπινης ψυχής», παρουσιάζοντάς την όσο πιο καθαρά γίνεται, κάτι που το απόσπασμα που θα έχετε επιλέξει εύκολα θα επαληθεύει.
Τελικά: Περιγραφή του τρόπου του συγγραφέα περισσότερο ( με αναφορές στο απόσπασμα που έχετε επιλέξει) και λιγότερο περιγραφή του περιεχομένου του αποσπάσματος.

Αυτά για σήμερα. Και αύριο έτοιμοι για το τεστάκι μας, ε;!

Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2011

όπου ο συγγραφέας φωτογραφίζει φαντάσματα ( σημειώσεις για την Αμαλία)



Στην προηγούμενη ανάρτηση μιλούσαμε για κάποιες λεπτές παρατηρήσεις τής αφήγησης, κάποιες επισημάνσεις του αφηγητή που μέσα τους αναγνωρίζουμε κάτι δικό μας, κάτι πολλές φορές ασχημάτιστο και που το συναντάμε τώρα εκφρασμένο με συγκεκριμένη μορφή. Το «αναγνωρίζουμε», λοιπόν, κι αυτή η συνάντησή μας με το στοιχείο αυτό μπορεί να συμβάλλει στην τέρψη τής ανάγνωσης.


Συζητώντας γι’αυτό το θέμα, λίγα χρόνια πριν, η Αμαλία μού είχε ζητήσει μερικά παραδείγματα. Της είχα στείλει, λοιπόν, τις παρακάτω σημειώσεις:


"
Όπου ο συγγραφέας
φωτογραφίζει φαντάσματα.


Στη σελίδα 5 της Βραδύτητας του Μίλαν Κούντερα βλέπουμε την Ιμμακουλάτα να πηδάει στο νερό: « Όταν ρίχνονται στο νερό άνθρωποι με μαγιό, αυτό που φαίνεται σ’ αυτή τη χειρονομία είναι η χαρά.» Η εικόνα αυτή – άνθρωποι να βουτάνε στο νερό – μπορεί να ανακαλέσει από μέσα μας μιαν εντύπωση που είχαμε καταγράψει, συνειδητά ή ασυνείδητα, και που ποτέ δεν την είχαμε κάνει αποκρυσταλλωμένη σκέψη, δεν την είχαμε με καθαρότητα εκφράσει. Μιαν εντύπωση που υπήρχε κατά κάποιο τρόπο ασχημάτιστη, απροσδιόριστη μέσα μας – κάπως σα φάντασμα – και που τώρα ο συγγραφέας μας την προσφέρει ολοζώντανη και ξεκάθαρη, όπως τη συνέλαβε ο δικός του φακός.
Ας πούμε: Έχεις περάσει ποτέ νυχοπερπατώντας δίπλα από κάποιον δικό σου άνθρωπο που κοιμάται και που δε θέλεις να σ’ ακούσει να μπαίνεις στο χώρο που κοιμάται; Πρόσεξε: Δεν έχει κάτι περίεργο, κάτι μαγικά περίεργο εκείνη η στιγμή; Ταυτόχρονα συμβαίνουν δυο αντιφατικά πράγματα: 1) Είσαι ‘μακριά’ του, προσπαθείς να είσαι μακριά του, να μην υπάρχεις γι’ αυτόν – αφού δε θέλεις να σ’αντιληφθεί. 2) ‘Έρχεσαι’ πολύ κοντά του – ίσως από το φόβο και την προσοχή σου που είναι στραμμένη πάνω του, μήπως και ξυπνήσει, ίσως κι απ’ την αδιόρατη μαγεία – πώς αλλιώς να στο πω; - που εκπέμπει πάνω μας ένας άνθρωπος που κοιμάται.


Αυτή την αδιόρατη μαγεία, τη δημιουργό κάποιας επίσης αδιόρατης, διάχυτης, ασαφούς αίσθησης βλέπουμε να δηλώνει μ’ ένα τρόπο κάπως συγκεκριμένο αλλά και κάπως υπερβατικό η Αλιέντε, όταν
« Για πρώτη φορά τόλμησα ν’ ανοίξω την κλειστή πόρτα της κρεβατοκάμαρας του παππού. Το φως του δρόμου γλιστρούσε μέσα από τις χαραμάδες των παντζουριών και τα μάτια μου είχαν πια συνηθίσει στο σκοτάδι· είδα την ακίνητη σιλουέτα του και την αυστηρή κατατομή του, είχε γυρισμένη την πλάτη του μέσα στα σεντόνια, άκαμπτος κι ακίνητος σαν πτώμα μέσα σ’ εκείνο το δωμάτιο με τα πένθιμα έπιπλα, όπου το ψηλό ρολόι έδειχνε τρεις το πρωί. Ακριβώς έτσι τον είδα τριάντα χρόνια αργότερα, όταν εμφανίστηκε σ’ ένα όνειρο για να μου αποκαλύψει το τέλος του πρώτου μου μυθιστορήματος. Διέσχισα σιωπηλά το δωμάτιο μέχρι το γραφείο του, περνώντας τόσο κοντά από το κρεβάτι του ώστε μπόρεσα να νιώσω τη μοναξιά της χηρείας του κι άνοιξα ένα από τα συρτάρια, τρομαγμένη μήπως ξυπνήσει και με πιάσει να κλέβω».
(Ιζαμπέλ Αλλιέντε, «Πάουλα», σελ. 84 – 85, εκδ. Ωκεανίδα 1995 )


Ένιωσε τη μοναξιά της χηρείας του παππού! Ποια έκτη αίσθηση μπορεί να μας κάνει να νιώσουμε κάτι τέτοιο; Και πες μου: Όσο κι αν σου φαίνεται υπερβατικά, παράλογα ίσως, διατυπωμένο, δεν μπόρεσε άραγε να σε κάνει να ανακαλέσεις αυτή την αίσθηση που σου έχει δημιουργηθεί όταν περπατώντας στα δάχτυλα περνάς δίπλα από κάποιον δικό σου άνθρωπο που κοιμάται;
Ας κρατήσουμε λίγο ακόμα τη νύχτα και την προσοχή μας να μην ξυπνήσουμε τους αρρώστους στο θάλαμο του τρίτου ορόφου του νοσοκομείου όπου αργά και νυχοπατώντας μπαίνει ο ήρωας του
Ν. Χουλιαρά:
« Μετά από μια ώρα μ’ ανέβασαν στον τρίτο όροφο, σε θάλαμο κανονικό με δυο κρεβάτια, γιατί, όπως είπε ο γιατρός, αυτή η υπερκοιλιακή μαρμαρυγή που με ταλαιπωρούσε τόσες ώρες, δεν έλεγε ακόμη να αναταχθεί.
Ο θάλαμος εκείνος φωτιζόταν ελάχιστα κι απέπνεε ένα κλίμα αποξένωσης, θερμότητας και σιωπής: εκείνης της απόλυτης σιωπής που διαστέλλει απίστευτα το χρόνο των αρρώστων».
( «Στο σπίτι του εχθρού μου», σελ. 130 )
Διάβασε προσεκτικά την τελευταία σειρά του αποσπάσματος. Αν ποτέ έχεις καθήσει νύχτα σε θάλαμο νοσοκομείου, αυτή την εντύπωση, αυτή την αίσθηση της σιωπής ‘που διαστέλλει απίστευτα το χρόνο των αρρώστων’ την έχεις αισθανθεί. Αναγνωρίζεις τότε πολύ καλά αυτό που γράφει ο συγγραφέας· είναι μια αίσθηση που υπήρχε διάχυτη και ανεπαίσθητη μέσα σου. Κι είναι αυτή η αναγνώριση που σε τέρπει, η αναγνώριση του οικείου, όπως τότε που ήσουν μωρό, που έσκαγες ένα χαμόγελο διάπλατο τη στιγμή που αναγνώριζες το πρόσωπο του μπαμπά ή της μαμάς, όταν, ανάμεσα σε άλλους, αυτοί σε πλησίαζαν.


Αλλά κι αν ακόμα δεν έτυχε να βρεθείς σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον, νύχτα σε θάλαμο νοσοκομείου, πάντως σίγουρα έχεις αγναντέψει τη θάλασσα ή έχεις καθήσει μπροστά σε αναμμένη φωτιά, όπως ο Σαντιάγο του Αλχημιστή:
« Ο Σαντιάγο μάντευε τι ήθελε να πει ο καμηλιέρης, παρ’ όλο που ο ίδιος δεν είχε ξαναπατήσει το πόδι του στην έρημο. Όμως σ’ όλη του τη ζωή, όποτε αντίκρυζε τη θάλασσα ή κοίταζε μια φωτιά, έμενε σιωπηλός, εντυπωσιασμένος από τη στοιχειακή τους δύναμη».
( Πάολο Κοέλο, Ο Αλχημιστής, σελ. 83 – 84, εκδ. Γνώση, 1995 )

Κι αν δεν αναρωτήθηκες ποτέ γιατί κάθεσαι μαγεμένος και χαζεύεις τη θάλασσα ή τη φωτιά, τουλάχιστον θα έχεις παρατηρήσει τον εαυτό σου να κάθεται στιγμές ή και ώρες σιωπηλός μπροστά τους. Κι έτσι, καθώς διαβάζεις το απόσπασμα, σου έρχεται αυθόρμητα να συμφωνήσεις – «κι εγώ κι εγώ!» – με τον Σαντιάγο, ο οποίος μάλιστα μπορεί και να σε συμπληρώνει δίνοντας μιαν αιτιολογία γι’ αυτή τη στάση, δηλώνοντας πως είναι η στοιχειακή δύναμη του νερού και της φωτιάς που μας εντυπωσιάζει και ενεργούμε έτσι.


Πράγματα δηλαδή, γεγονότα ή εικόνες της ζωής, αντιδράσεις ή συμπεριφορές ή στάσεις των ανθρώπων, στιγμές που έχουν περάσει κάπως στο υποσυνείδητο, που έχουν μείνει στο περιθώριο της αντίληψής μας, που δεν τα έχουμε ‘συλλάβει’ ούτε και επεξεργαστεί ορθολογικά, πολλές φορές ο συγγραφέας τα συλλαμβάνει, διώχνει από πάνω τους τη σκόνη της ασάφειας και μας τα παρουσιάζει διαυγέστατα. Λέγοντάς το με υπερβολή, είναι σαν κάποιος να μπορεί να φωτογραφίζει λόγια, σκέψεις, συναισθήματα, που κι εμείς είπαμε κι ακούσαμε, κάναμε και νιώσαμε κάποτε. Και καθώς τα βλέπουμε, τα ανακαλούμε στη μνήμη μας και τα χαιρόμαστε, όπως χαιρόμαστε τις φωτογραφίες από την εκδρομή του καλοκαιριού που έχουν αιχμαλωτίσει συγκεκριμένα στιγμιότυπα και που, αν δεν το είχαν κάνει, πιθανώς να τα είχαμε ξεχάσει.




Θυμάσαι τη Σιέρβα Μαρία του «Περί έρωτος και άλλων δαιμονίων», πιστεύω. Το μοναστήρι, λοιπόν, όπου είναι κλεισμένη έχει επισκεφτεί από τη σελίδα 132 ο Δελάουρα, απεσταλμένος του επισκόπου, και εδώ και 2-3 σελίδες τσακώνεται με την ηγουμένη. Κι όταν η ηγουμένη θα του πετάξει πικρόχολα το καρφί της, αυτός θα την αντιμετωπίσει με ψυχραιμία, γνώση και κατανόηση:

« ‘Δε χρειάζεται να μου το θυμίζετε’, είπε η ηγουμένη λίγο σαρκαστικά. ‘Ξέρουμε πια πως εσείς είστε οι ιδιοκτήτες του Θεού’.
Ο Δελάουρα της χάρισε την ευχαρίστηση της τελευταίας λέξης».
(Γκ. Γκαρσία Μάρκες, Περί έρωτος και άλλων δαιμονίων»σελ. 137 )

Της χάρισε την ευχαρίστηση της τελευταίας λέξης! Μα ναι! Πόσες φορές τσακωθήκαμε κι όταν ξεστομίσαμε το μεγάλο λόγο κλείσαμε χτυπώντας την πόρτα! Πόσες φορές θελήσαμε να είμαστε εμείς αυτοί που θα είχαμε τον τελευταίο λόγο! Αλλά και πόσες φορές το έχουμε δει αυτό σε καβγάδες άλλων! Ναι, λοιπόν, αυτό είναι: Υπάρχει η ευχαρίστηση, η ανάγκη να ‘μιλήσουμε τελευταίοι’. Δεν το είχες, ίσως, ποτέ σκεφτεί, το είχες όμως αντιληφθεί πολλές φορές. Και να που ο αφηγητής του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες το συλλαμβάνει και στο δίνει.
Όπως συλλαμβάνει, λίγες σελίδες πιο μπροστά, ολόκληρη την κατάσταση στην οποία βρισκόταν το μοναστήρι κάποια νύχτα που κάτω από την επιφανειακή ησυχία υπάρχει μια συγκρατημένη αναστάτωση:
« Η απαγόρευση της κυκλοφορίας για τις καλόγριες ίσχυε από την ώρα που έψελναν τον εσπερινό στις εφτά το βράδυ μέχρι την πρώτη ώρα στη λειτουργία στις έξι το πρωί. Τα φώτα έσβηναν και απέμεναν μόνο αυτά στα λίγα εξουσιοδοτημένα κελιά. Ωστόσο, ποτέ δεν ήταν τόσο αναστατωμένη κι ελεύθερη η ζωή στο μοναστήρι, όπως τότε. Υπήρχε μία διαρκής μετακίνηση σκιών στους διαδρόμους, μισοκομμένα μουρμουρητά και απότομα σταματημένες τρεχάλες».
( σελ. 118 )
Είδες; Μέσα σε 1-2 σειρές το κλίμα αναπαρασταίνεται εξαιρετικά, έτσι όπως το ‘ξέρεις’ από ταινίες, ίσως, ή και απ’ τα παιχνίδια της φαντασίας σου ακόμα. Δεν είναι σύλληψη της εικόνας, της στιγμής αυτό; Ή μήπως δεν είναι σύλληψη του στιγμιαίου –αλλά χαρακτηριστικού και εν πολλοίς γνώριμου σε μας- η με το κεφάλι κίνηση αγανάκτησης που μας περιγράφει ο αφηγητής του Ν. Χουλιαρά;

« Παρ’ όλ’ αυτά η πελατεία δεν του λείπει. Είναι εκεί πολλά παιδιά, μα και μεγάλοι, που δοκιμάζουνε την τύχη τους εδώ και ώρα. Τaïζουν το μηχάνημα, συνέχεια, με πενηντάρικα χωρίς να τους προκύπτει το επιθυμητό κουκλάκι, γι’ αυτό κι εκφράζουνε συχνά, την ατυχία τους με κείνη τη γνωστή κίνηση της αγανάκτησης που απευθύνεται, συνήθως, με υψωμένο το κεφάλι, προς τον ουρανό.
( « Στο σπίτι του εχθρού μου», σελ. 217 – 218 )


Υποθέτω πως διαβάζοντας τις δύο τελευταίες σειρές του αποσπάσματος μπήκες στην εξής διαδικασία: 1) Αναπαράστησες την κίνηση, 2) την αναγνώρισες και 3) χαμογέλασες. Έτσι έγινε; »

Ας μη συνεχίσουμε την παράθεση των παραδειγμάτων από τις παλιές σημειώσεις. Έτσι μόνο, για να κρατιόμαστε σε φόρμα, ας πάμε στο Βιζυηνό μας ( το χαβά μας οι υποψήφιοι,ε;..) και ας προχωρήσουμε στο σημερινό μας κουίζ: Πού συναντήσαμε, ας πούμε στη σελίδα 134 του βιβλίου μας, μία τέτοια «οικεία» στιγμή, στο διήγημα του Γ. Βιζυηνού; ( Εύκολο, εύκολο, το είπαμε και στην παράδοση!)