Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2011

κλειστά ρολά με χάρη



Πολλές φορές, στη ροή της αφήγησης ενός έργου, υπάρχουν κάποιες λεπτές, μικρές παρατηρήσεις που μπορεί να μην επηρεάζουν καθόλου την εξέλιξή του, εμπλουτίζουν όμως το ίδιο το κείμενο, καθώς η άποψη του συγγραφέα, διεισδυτική και αναλυτική, φωτίζει συμπεριφορές, θέτει σε συζήτηση αντιλήψεις, προτείνει γωνία θέασης, ερμηνεύει περιγράφοντας.

Στα σημεία εκείνα μπορεί ο αναγνώστης να αναγνωρίζει και τον εαυτό του ακόμα, να διαβάζει σκέψεις που αναγνωρίζει πως υπάρχαν μέσα του. Ιδέες, εντυπώσεις και παρατηρήσεις που μπορεί να υπάρχουν ασχημάτιστες μέσα του, με την εκφρασμένη αναφορά του αφηγητή παίρνουν σχήμα, διατυπώνονται καθαρά, έτσι που ο αναγνώστης είναι δυνατό να αναγνωρίζει κάτι δικό του στην περιγραφή αυτή˙ μια δική του σκέψη ή συμπεριφορά.

Μια και λέγαμε για την «Πείνα» του Κνουτ Χάμσουν, κοιτάξτε μια τέτοια «στιγμή» από εκεί ( σελ. 26): «Δεν τολμούσα να κοιτάξω πίσω μου, και δεν ήξερα αν είχε ξαναγυρίσει στο παράθυρο˙ καθώς εμβάθυνα σ’ αυτό το ερώτημα, γινόμουν όλο και πιο νευρικός και ανήσυχος. Πιθανόν να ήταν εκεί αυτή τη στιγμή, παρακολουθώντας προσεκτικά τις κινήσεις μου, και μου ήταν εντελώς ανυπόφορο να νοιώθω να με κατασκοπεύουν έτσι από πίσω. Ίσιωσα όσο περισσότερο μπορούσα το σώμα μου, και συνέχισα το δρόμο μου. Άρχισα να νιώθω τραντάγματα στις γάμπες και το βάδισμά μου έγινε αβέβαιο, εξ αιτίας της θέλησής μου να το κάνω κομψό. Για να δείχνω ήρεμος κι αδιάφορος, κουνούσα το χέρι με έναν παράξενο τρόπο, έφτυνα χάμω και σήκωνα τη μύτη μου ψηλά στον αέρα˙».

« (…) και το βάδισμά μου έγινε αβέβαιο, εξ αιτίας της θέλησής μου να το κάνω κομψό». Σας έχει συμβεί ποτέ εσάς, ξέροντας πως σας παρατηρούν, να προσπαθείτε να ρυθμίσετε την κίνησή σας για να δίνετε την εντύπωση που θα θέλατε; Κι αν η σκέψη αυτή του αφηγητή, διατυπωμένη μ’ αυτό τον τρόπο, θέτει το θέμα της φυσικότητας και της προσποίησης, εσείς τι λέτε γι’ αυτό; Ποιοι οι λόγοι που πολλές φορές χάνουμε τη φυσικότητά μας; Τι θα μας βοηθούσε να μην τη χάναμε; Ποια είναι, συνήθως, τα αποτελέσματα της προσποίησης; Και λοιπά.
Ένα έργο πιστεύω ότι μπορεί να παίρνει αξία κι από τις διάσπαρτες μικρές, ‘περαστικές’, αλλά λεπτές και καίριες παρατηρήσεις που μπορεί να κρύβει στις γραμμές του. Η ευθύνη - κι η χαρά – του αναγνώστη είναι να τις ανιχνεύσει, να τις φωτίσει, να τις επεξεργαστεί.
( Αν συναντήσετε κάποια τέτοια στιγμή στις αναγνώσεις σας, ευπρόσδεκτη και καλοδεχούμενη η κατάθεσή της:-) )

Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2011

Περί δοκιμασίας και άλλων δαιμονίων

Στο τελευταίο, προ απεργίας, μάθημα κάναμε κουβέντα στην τάξη για τη δοκιμασία του Κρητικού και τη σημασία της. Μ' αυτή την αφορμή, ας φλυαρήσουμε λίγο, ξεφεύγοντας από το άγχος της εξεταστέας ύλης:
Στο ντοστογιεφσκικής, θα λέγαμε, γραφής έργο του νορβηγού

Κνουτ Χάμσουν «Η πείνα» (1890),


παρακολουθούμε έναν ήρωα μονήρη, που, παρά τις αντιξοότητες που του παρουσιάζονται, επιμένει να προσπαθεί να ικανοποιεί τις βασικές βιοτικές του ανάγκες με ό,τι κερδίζει από το γράψιμο.
Πλην, ματαίως. Η πείνα γίνεται για μέρες, βδομάδες, μήνες μόνιμη σύντροφός του και μαζί μ’ αυτή η έλλειψη στέγης, η μοναξιά, η περιθωριοποίηση, η εξαθλίωση.
Μπορεί το κέντρο του έργου να είναι ακριβώς αυτό, όπως αναφέρεται στην εισαγωγή της έκδοσης ( Ζήτρος, 1997): « [« Η πείνα»] είναι άλλη μια περιγραφή της μοναξιάς και της εξαθλίωσης του ανθρώπου που κάνει το «λάθος» να επιδίδεται σε πνευματικές και δημιουργικές δραστηριότητες, σε ένα σιβαριτικό κόσμο αναζήτησης υλικών απολαύσεων». Δεν ξέρω. Ωστόσο, ενδιαφέρων άξονας του έργου είναι η συντελούμενη αλληλεξάρτηση του σωματικού/ υλικού παράγοντα και του ηθικού: καθώς προχωράνε οι δυσκολίες του ήρωα, δοκιμάζονται ολοένα και περισσότερο οι αρχές με τις οποίες πορεύεται στη ζωή. Οι αρχικά άκαμπτες αξίες του φαίνεται να μην αντέχουν. Κι ο αγώνας που κάνει για να τις κρατήσει και να κρατηθεί απ’ αυτές όσο πάει και φλερτάρει με την ήττα.


Δείτε στο έργο 2-3 σκαλοπάτια τα οποία ο ήρωας καταδικάζεται να κατεβεί εξαιτίας της σωματικής του εξαθλίωσης και ανάγκης:
1) Ενώ μέχρι τη σελίδα 133 ο ήρωας έχει καταφέρει κατά κάποιον τρόπο να διατηρήσει την εσωτερική του αξιοπρέπεια παρά τα διογκούμενα προβλήματά του, τώρα τον βλέπουμε για πρώτη φορά να χλευάζει την τιμιότητά του και να θεωρεί πως πια « είναι έτοιμος για όλα». Θεωρητικά τουλάχιστον: « Δεν ήταν πάλι αιτία ο διάβολος, ο φλογισμένος, ζωντανός και αιώνιος διάβολος, που οι ταλαιπωρίες μου δεν έπαιρναν τέλος; Με μεγάλα θυμωμένα βήματα, με τον γιακά του σακακιού μου σηκωμένο, με τα χέρια σφιγμένα σε γροθιές μέσα στις τσέπες του παντελονιού μου, προχωρούσα, βρίζοντας την κακή μου τύχη, σε ολόκληρη τη διαδρομή. Ούτε μια ώρα δίχως πρόβλημα, εδώ και επτά-οκτώ μήνες, ούτε η απαραίτητη τροφή για μια εβδομάδα, πριν η μιζέρια με γονατίσει ξανά. Κι επιπλέον, παρ’ όλη αυτή την εξαθλίωσή μου, είχα παραμείνει τίμιος, απόλυτα τίμιος. Ο Θεός να με συγχωρεί, όμως τι ηλίθιος που ήμουν! Κι άρχισα να σκέφτομαι τις τύψεις που είχα παλιά, όταν πήγα στο ενεχυροδανειστήριο την κουβέρτα του Χανς Πάουλι. Γέλασα σαρκαστικά, για εκείνη την ευαίσθητη τιμιότητά μου, έφτυσα καταγής περιφρονητικά, και δεν έβρισκα λόγια για να κοροϊδέψω τη βλακεία μου. Α, αν αυτό γινόταν τώρα! Αν αυτήν εδώ τη στιγμή βρω στον δρόμο μου τον κουμπαρά ενός μαθητή, το μοναδικό όρε μιας φτωχής χήρας, θα τα μαζέψω και θα τα χώσω στην τσέπη μου αδίστακτα, και θα κοιμηθώ πάνω τους ξένοιαστος, όλη τη νύχτα. Δεν είχα περάσει αλώβητος από τόσες απίστευτες δυσκολίες, η υπομονή μου είχε εξαντληθεί, ήμουν έτοιμος για όλα».

2) Στη σελίδα 142 η θεωρία γίνεται πράξη και η αξιοπρέπεια παρελθόν:
« Εκείνη μαζεύει τα ψώνια της, πληρώνει, δίνοντας ένα χαρτονόμισμα των πέντε κορώνων, παίρνει τα ρέστα και φεύγει.
Τώρα είμαστε μόνοι, ο βοηθός κι εγώ.
Μου λέει:
- Α, ναι, λοιπόν, ένα κερί. Σκίζει το περιτύλιγμα ενός πακέτου με κεριά, και μου δίνει ένα.
Με κοιτάζει, τον κοιτάζω, η φράση είναι στα χείλη μου, αλλά δεν καταφέρνω να του την πω.
- Μα βέβαια, λέει ξαφνικά, έχετε πληρώσει.
Λέει απλά ότι έχω πληρώσει˙ άκουσα κάθε λέξη. Κι αρχίζει να βγάζει απ’ το ταμείο ασημένια νομίσματα και να τα μετράει, κορώνα-κορώνα, νομίσματα αστραφτερά, χοντρά…μου δίνει τα ρέστα από πέντε κορώνες, από πέντε κορώνες, από τις πέντε κορώνες της γυναίκας.
- Παρακαλώ! Λέει.
Μένω για λίγο κοιτάζοντας εκείνα τα χρήματα: έχω την εντύπωση ότι κάτι δεν πάει καλά, δεν σκέφτομαι τίποτα, δεν συλλογίζομαι καθόλου, απλά πέφτω σε κατάσταση έκστασης, μπροστά σ’ εκείνο το θησαυρό που λάμπει πάνω στον πάγκο. Μαζεύω μηχανικά τα κέρματα.
Μένω για λίγο έτσι, αποβλακωμένος από την έκπληξη, ενοχλημένος, εκμηδενισμένος˙».

3) Και στη σελίδα 144, την ίδια ώρα που απολαμβάνει τα ‘κλοπιμαία’, αυτή η απώλεια της αξιοπρέπειας θα αρχίσει να καλύπτεται από ένα μανδύα θεωριών και ωραιοποιήσεων, τέτοιου που όλες οι ατιμίες έχουν ανάγκη, για να « δικαιολογούνται» και να συνεχίζουν να υπάρχουν: « Η πρώτη γνήσια ατιμία μου είχε διαπραχτεί, η πρώτη μου κλοπή, ύστερα από την οποία όλα τα προηγούμενα παραπτώματά μου δεν μετρούσαν πια˙ η πρώτη μου μικρή…μεγάλη πτώση…Αρκετά! Δεν έπρεπε να ξαναρχίσω τα ίδια. Εξ άλλου είχα τη δυνατότητα με τον βοηθό του παντοπώλη αργότερα,όταν θα εύρισκα την κατάλληλη ευκαιρία.Δεν ήμουν υποχρεωμένος να συνεχίσω με αυτόν τον τρόπο˙ έτσι κι αλλιώς, δεν ήμουν αρκετά δυνατός για να ζήσω πιο τίμια από τους άλλους ανθρώπους, δεν υπήρχε τρόπος…»

Να είναι, άραγε, κανόνας αυτή η συμπόρευση της εξαθλίωσης και της ηθικής εξαχρείωσης;
Τι λέτε;

Και τώρα το κουίζ για τους υποψηφίους (!): Σε ποιο κείμενο του βιβλίου της λογοτεχνίας κατεύθυνσης μπορεί κανείς να παρακολουθήσει το ίδιο θέμα;

[βοήθεια: το κείμενο δεν περιλαμβάνεται στην ύλη μας φέτος]

Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2011

Από τον Ελύτη στο Σολωμό


Το Σάββατο που μας πέρασε, στην έκθεση για τον Ελύτη, βλέποντας έργα του και διαβάζοντας κάποια κείμενά του, επιβεβαιώναμε τους κοινούς του τόπους με το Σολωμό, την ομόκεντρη, θα έλεγε κανείς, διαμόρφωση της ποιητικής τους συνείδησης.
Ας διαβάσουμε πρώτα λίγο τον Οδυσσέα Ελύτη από τα «Ανοιχτά χαρτιά», σελ. 326-7 (Ίκαρος, έκδοση ε΄, 2000):
« Μιλάμε για Φύση, ναι. Η ευρωπαϊκή ευαισθησία, τοήξερα, το έβλεπα στους ποιητές της, από καιρό είχε παραμερίσει, την είχε αποθηκεύσει σε ορόφους κατώτερους, ωσάν μάζα ύλης που δε βρίσκει αντίλαλο στην ψυχή. Και σ’ εμάς, οι πιο αφελείς από τους πιο προχωρημένους, την αποκαλούσαν «τοπίο», «ηθογραφία», «εμπρεσιονιστική ζωγραφική». Σπολλάτη τους! Και ο ήλιος, γι’ άλλους είναι μεταφυσική, γι’ άλλους περίπατος στο Ζάππειο. Όμως εδώ, με τον τρόπο που έβλεπα τη Φύση, το θέμα καταντούσε να μην είναι πια η Φύση. Από το όραμα έβγαινε μια αίσθηση και η αίσθηση αυτή οδηγούσε πάλι σ’ένα όραμα. Είχε σημασία η κίνηση. Θέλω να πω, η παράλληλη κίνηση της ψυχής·ή, αλλιώς, η αεικινησία μέσα στο Ασάλευτο και το Αιώνιο.

Αυτή η αδιάκοπη διείσδυση της θάλασσας μέσα στα βουνά, που ήταν και το προχώρημα των βουνών μέσα στη θάλασσα· η διαύγεια των νερών όπου ο βυθός ήταν και οροφή ενός κόσμου πάνω από το κεφάλι μας· η μυρωδιά της λυγαριάς, που σα να καθάριζε τον ουρανό και μαζί να ξέγραφε μέσα μας όλα τα λάθη· και η πέτρινη βρύση πάνω στη δημοσιά, ένας μικρός καθημερινός Παρθενώνας…Η αναγωγή στις έσχατες γραμμές, που έχουν συρθεί με τέτοιο τρόπο που να ‘ναι ανεξάλειπτες· μια τάξη τέλος πάντων όπου ο αριθμός ήταν τόσο αληθινός, συνάμα και άπιαστος, όσο το νερό που αναπηδούσε και φώναζε, όμοια βρέφος· η Σελήνη, η συνωμότισσα του φλοίσβου· κι η αγκάλη όπου δε στάθηκε πάρεξ ο όρκος ενός ερωτευμένου· αυτές οι φούχτες τα βρεμμένα βότσαλα που μύριζα κι ήταν σα να’ πλενε τα μάτια μου η πιο αμόλυντη έννοια…Αυτά όλα, ρωτάω και ρωτιέμαι ο ίδιος, ήταν τοπίο; Ήταν μονάχα φύση; Ή μήπως όχι; Ή μήπως ήταν η αρχή και το τέλος του κόσμου, το άλφα και το ωμέγα του ανθρώπου, ο ίδιος ο Θεός – κι ότι που ετοιμαζόμουν να πω: ο Θεός να με συγχωρέσει!»


Και τώρα δείτε: Βλέπετε ομοιότητες; Τι απ’ αυτά που διαβάσατε το συναντάτε ως ιδέα στους στίχους του Κρητικού, ή και στα συνοδευτικά κείμενα του βιβλίου μας για το Σολωμό, ή ακόμα και σ’ όλα όσα έχουμε πει για τον κόσμο των ιδεών του; Για πείτε!

Για την ώρα που θα χάσουμε αύριο λόγω της απεργίας θα κάνουμε, μέχρι το σαββατοκύριακο, την επόμενη αναπλήρωση. Οπότε, για σήμερα, απομένει ένα τραγουδάκι, κάπως σχετικό με τη σημερινή ανάρτηση: Ο αλησμόνητος κι αγαπημένος Δημήτρης Λάγιος, μελοποιώντας τόσο το Σολωμό όσο και τον Ελύτη, απλώνει μια γέφυρα ανάμεσά τους. Τον βρήκαμε στο youtube να τραγουδάει το «Όμορφη και παράξενη πατρίδα» και υποκύψαμε στον πειρασμό να τον ακούσουμε παρέα:

video


Στίχοι: Οδυσσέας Ελύτης , Μουσική: Δημήτρης Λάγιος
Ερμηνεύει ο Δημήτρης Λάγιος

Όμορφη και παράξενη πατρίδα
ωσάν αυτή που μου 'λαχε δεν είδα


Ρίχνει να πιάσει ψάρια πιάνει φτερωτά
στήνει στη γη καράβι κήπο στα νερά
κλαίει φιλεί το χώμα ξενιτεύεται
μένει στους πέντε δρόμους αντρειεύεται

Όμορφη και παράξενη πατρίδα
ωσάν αυτή που μου 'λαχε δεν είδα

Κάνει να πάρει πέτρα την επαρατά
κάνει να τη σκαλίσει βγάνει θάματα
μπαίνει σ' ένα βαρκάκι πιάνει ωκεανούς
ξεσηκωμούς γυρεύει θέλει τύραννους

Όμορφη και παράξενη πατρίδα
ωσάν αυτή που μου 'λαχε δεν είδα


Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2011

η αλήθεια μόνον έναντι θανάτου δίδεται

Τελειώνουμε τον Κρητικό στην τάξη. «Την απιθώνω με χαρά, κι ήτανε πεθαμένη». Γιατί «με χαρά»; - συζητάμε. Έχει φέρει σε πέρας την αποστολή του, λέει η Ν. Γιατί στο βάθος ξέρει, αισθάνεται ότι έχει ανυψωθεί ηθικά και έχει κερδίσει και τον αιώνιο έρωτα, λέει η Α. Και το «ήτανε πεθαμένη»; Γιατί θα πρέπει να ήταν έτσι, ρωτάει η Ι.
Κάτι απάντησα, μια πιο άμεση απάντηση θα ήταν, πάντως, ο γνωστός στίχος του Ελύτη από τα Ελεγεία της Οξώπετρας: «Αλλ’/Η αλήθεια μόνον έναντι θανάτου δίδεται».
Σκεφτόμουν πόσο κοντά βρίσκονται οι δυο αυτοί ποιητές, ο Ελύτης με το Σολωμό. Από πόσο κοινά μονοπάτια περπάτησαν στα ποιητικά τοπία.
Η θέση της ποίησης και του ποιητή, του φωτός, του θείου, του έρωτα, του υπερβατικού, του θανάτου, η σύλληψη της ποιητικής λειτουργίας, γενικότερα.
Διάσπαρτες καταθέσεις του Ελύτη σε πολλά κείμενά του επιβεβαιώνουν τη συγγένεια αυτή. Είναι τεράστιο θέμα για να εξαντληθεί από μια πρόχειρη ανάρτηση σε ένα ιστολόγιο. Αξίζει, όμως, νομίζω, κάποια στιγμή να μελετηθεί και να συζητηθεί περισσότερο. Ενδεικτικά:
« Αν κάποιος από τους νεοέλληνες εστάθηκε δάσκαλός μου, αυτός βέβαια ήτανε ο Σολωμός· το λέω με δέος γιατί κάθε γειτνίαση μαζί του σε συντρίβει. Ο Σολωμός ήταν πολύ μεγάλος ποιητής, και πιστεύω ότι εάν οι ξένοι μπορούσαν να διαβάσουν ελληνικά, θα τον είχαν κατατάξει μέσα στους πέντε δέκα κορυφαίους του κόσμου, όλων των αιώνων», γράφει ο Ελύτης στην «Αυτοπροσωπογραφία σε λόγο προφορικό» ( εκδ. ύψιλον, 2000, σελ. 29). Στο βιβλίο του που μόλις εκδόθηκε από τις εκδόσεις ύψιλον (« Συν τοις άλλοις»), όπου περιέχονται 37 του συνεντεύξεις από το 1942 μέχρι το1992, σημειώνω πρόχειρα με ένα νυσταγμένο μολύβι κάπου 30 άμεσες αναφορές στο Σολωμό, όπου ξεκάθαρα τονίζεται η ιδιαίτερη εκτίμηση που τρέφει στην ποιητική του μεγαλοφυία. Παραδείγματα:
« Το μεγαλείο του Σολωμού ολοένα μου αποκαλύπτεται και δεν εξαντλείται. Κι άλλα εκατό χρόνια να ζήσω, πιστεύω, κάτι θα διδάσκομαι, κάτι θα αντλώ από τη μεγαλοφυία του» (σελ. 232) Ή «Σκέπτομαι τη μεγάλη ποίηση του Σολωμού, το γεγονός ότι είχε πετύχει αυτή τη μαγεία του λόγου που θεωρήθηκε αισθητική επινόηση του Μαλλαρμέ. Αλλά κάθε στίχος από τους Ελεύθερους Πολιορκημένους έχει άπειρα μεγαλύτερη πνευματικότητα από τον στίχο του Μαλλαρμέ». (σε. 196) Ή «Ευτυχήσαμε να έχουμε το Σολωμό. Όσο περνούν τα χρόνια, τόσο περισσότερο ανακαλύπτω το μεγαλείο του. Νομίζω ότι είναι ένας από τους δέκα μεγαλύτερους ποιητές όλων των καιρών» σελ. 84). Και πάει λέγοντας. Αλλά το εξαιρετικά ενδιαφέρον είναι να συναντάει κανείς μέσα στο ίδιο το έργο, ποιητικό ή πεζό, του Οδυσσέα Ελύτη ιδέες που μοιράζεται με τον εθνικό ποιητή. Πάλι ενδεικτικά παραδείγματα: « Αχ, δεν υποψιαστήκαμε ποτέ πόσο υπονομευμένη από θεότητα είναι η γη», γράφει ο Ελύτης στα Ελεγεία της Οξώπετρας, που λέγαμε. «Η φύση είναι ο χώρος του μυστηρίου και του θαύματος. Ορίζεται από την κατηγορία της θειότητας, της ιερότητας. Άνθρωπος, φύση, θείο, εμφανίζονται ομοειδή. Έτσι, αυτός ο κόσμος είναι ο φυσιολογικός χώρος της θεότητας. Και η "θεοφάνεια", η εμφάνιση, δηλαδή του θεού, αποτελεί μια οικεία και καθημερινή εμπειρία μέσα στην ελληνική φύση. Φυσικές, ηθικές, πνευματικές αξίες εξισώνονται, κάτι που μας φέρνει κοντά στην ιδέα της ενότητας του Σύμπαντος.», γράφει ο Καψωμένος, αναφερόμενος στο ποιητικό σύμπαν του Σολωμού.
«Έπλασα έναν μύθο με άξονα το φως και τον έρωτα έως θανάτου», λέει ο Ελύτης σε μια συνέντευξή του. Τη σύζευξη του Έρωτα και του θανάτου βλέπαμε μόλις σήμερα στην τάξη, με αφορμή το «Μόλις είν έτσι δυνατός ο Έρωτας κι ο Χάρος», του Σολωμού.
Σε άλλα σημεία… «Ε λοιπόν ναι, δεν υπάρχει αμφιβολία. Η έμφυτη ροπή μου να εξαγιάζω την αίσθηση εκβάλλει κατευθείαν στο όραμα του Παραδείσου. Και είναι η νόηση του αφηρημένου μεσ’ απ’ την αίσθηση του συγκεκριμένου που με κάνει αμετανόητα να ξαναγυρίζω, θύμα κι εγώ του αιώνιου, στο απόλυτο αστραποβόλημα μιας θάλασσας μέσα στον ήλιο: Elle est retrouvèe! Quoi? l´èternitè. C´est la mer melèe au soleil.» Δε μιλάει ο Σολωμός· ο Ελύτης τα αναφέρει στα «Ανοιχτά Χαρτιά» ( εκδ. Ίκαρος, 2000, σελ. 31). Και λίγο παρακάτω (σελ. 42) « η ατελεύτητη φορά προς το φως το Φυσικό, που είναι ο Λόγος, και το φως το Άκτιστον, που είναι ο Θεός. Γι’ αυτό γράφω». Κι ακόμα (σελ. 42-43) « η Ποίηση μάς ξεμαθαίνει από τον κόσμο, τέτοιον που τον βρήκαμε: τον κόσμο της φθοράς, που έρχεται κάποια στιγμή να δούμε ότι είναι η μόνη οδός για να υπερβούμε τη φθορά, με την έννοια που ο Θάνατος είναι η μόνη οδός για την Ανάσταση.»
Δυο ποιητικοί κόσμοι σε διάλογο, δυο καθαρές, τολμηρές ποιητικές ματιές γοητευμένες από το θαύμα της ύπαρξης. Η ευτυχέστερη δική μας ευκαιρία να αντλήσουμε κι από τις δύο, από τα βαθύτερα κοιτάσματά τους.

Και μια και ξεκινήσαμε από τη σύζευξη του Έρωτα και του Θανάτου, ας κλείσουμε, με τον Ελύτη, κάπως έτσι. «
Θέλουμε δε θέλουμε, είμαστε όλοι μας δέσμιοι μιας ευτυχίας, που από δικό μας λάθος αποστερούμαστε. Να από πού ξεπηδά η προαιώνια λύπη της αγάπης» ( Ανοιχτά χαρτιά, σελ. 43)

( ευκαιρία, η ανάρτηση αυτή, να θυμηθούμε το σαββατιάτικο ραντεβού μας στο ίδρυμα Θεοχαράκη για την έκθεση «Ο εικαστικός και ποιητικός κόσμος του Οδυσσέα Ελύτη» )

Τετάρτη, 5 Οκτωβρίου 2011

Αναπλήρωση 1 (2011-12) Κρητικός, απόσπασμα 4, στ. 9-38 και απ.5, στ. 1-4




Ας επιχειρήσουμε να αναπληρώσουμε μέσα από το blog την πρώτη μας ώρα που χάσαμε για φέτος . Ας το δοκιμάσουμε και στην τάξη συζητάμε 1) πόσο αποτελεσματικό μπορεί να είναι αυτό, 2) όποια απορία/παρατήρηση/ κρίση έχει αφήσει πίσω της αυτή η ιδιότυπη « παράδοση»
Λοιπόν,
*Έχετε δίπλα στο κείμενο το τεύχος φωτοτυπιών που δώσαμε με τίτλο «Μελετώντας τον Κρητικό»
*Κάνετε πρώτα προσεκτική ανάγνωση του αποσπάσματος.
*Αρχίστε να διαβάζετε την «παράδοση» του μαθήματος. Μην προχωράτε, όμως, αν δεν έχετε απαντήσει αυτά που βάζουμε σε αγκύλες. Και για να τα απαντήσετε: 1) εξετάζετε πολύ προσεκτικά το κείμενο, 2) παίρνετε βοήθεια από τις υποσημειώσεις του βιβλίου και 3) από τη φωτοτυπία που έχετε δίπλα σας ανοιγμένη στη σελ. 8).

Στο προηγούμενο μάθημα είχαμε δει τη φεγγαροντυμένη να εμφανίζεται και να κυριαρχεί, να επιβάλλεται στη φύση ( θυμηθείτε το μοτίβο της σιγής (απ.3, στ.1-8), τον τρόπο που περιγράφεται η θεϊκή της ύπαρξη (απ.3, στ. 10-14), αλλά και την ανιούσα κλιμάκωση της φωτοχυσίας (απ.4, στ. 1-8) )
Σήμερα θα σταθούμε στη συνάντησή της με τον Κρητικό και σε ό,τι αυτή η συνάντηση συνεπάγεται.
Ας το δούμε κομμάτι κομμάτι:
α) στ. 9-20,
β) στ. 21-29,
γ) στ. 30-36,
δ) στ. 37-38
ε) στ. 1-4 (απ.5)
[ΕΡ. 1 Δικαιολογήστε αυτό το «τεμάχισμα». Πώς δικαιολογείται; Ποιο θεματικό κέντρο υπάρχει σε κάθε ενότητα; Δώστε ένα τίτλο στην καθεμιά.]

α) στ. 9-20. Η λέξη «τέλος» δίνει κι ένα τέλος στην περιγραφή της επιρροής της φεγγαροντυμένης στη φύση· επικεντρωνόμαστε πια στη συνάντησή της με τον Κρητικό. Κυρίαρχο στοιχείο η δυνατή έλξη που ασκείται ανάμεσα στους δύο [ΕΡ.2 Επιβεβαιώστε το με τουλάχιστον τρία στοιχεία από το κείμενο]
Προσέξτε τη διατύπωση «βαριόμοιρος»: Διαισθάνεται, άραγε, ο Κρητικός τη σπουδαιότητα της υπερβατικής αυτής παρουσίας, καθοριστικής για τη μοίρα του;
Η εντύπωση που προκαλεί στον Κρητικό η παρουσία της δίνεται με μια απροσδιοριστία η οποία όμως υποβάλλει κάποια χαρακτηριστικά( στ. 14-16). Τι μνήμες του ανακαλεί η φεγγαροντυμένη; Ανεβείτε την κλίμακα των στίχων 14-16: μνήμη (σαν κάποια αγιογραφία), φαντασία ( ερωτική φαντασίωση) ή όνειρο συνυφασμένο με την αρχέγονη μνήμη, στα όρια της συνειδητής ύπαρξης; Διαβάστε και την υποσημείωση 33 και τις σημειώσεις της φωτοτυπίας.
Ό,τι κι αν είναι, πάντως, το αποτέλεσμα συνταράζει τον Κρητικό [ ΕΡ.3 σε ποιους στίχους φαίνεται αυτό; ]
Παρατηρήστε πόσο αριστοτεχνικά τοποθετημένη είναι η παρομοίωση των στίχων 19-20, έτσι που μπορεί να αναφέρεται τόσο στο στίχο 18, στη δύναμη με την οποία αναβλύζει η « παλιά κι αστοχισμένη» μνήμη [ ΕΡ. 4 ποιο γνωστό σολωμικό μοτίβο υπάρχει εδώ;], αλλά και ( να αναφέρεται) στο στίχο 21, στα δάκρυα που ξεπήδησαν και θόλωσαν τη ματιά του ναυαγού.


β) στ.21-29 Το πέρασμα έτσι, μέσα από το « βρύση έγινε το μάτι μου κι ομπρός του δεν εθώρα» στην ενδοσκόπηση, στα σωθικά, την ψυχή του Κρητικού, γίνεται φυσικά και αποτελεσματικότερα.
Παρατηρήστε κυρίως σ’ αυτούς τους στίχους την πανταχού παρούσα θεϊκή παρουσία της φεγγαροντυμένης. Αφού κατάκλυσε τη φύση [ ΕΡ. 5 Γυρίστε πίσω, στην προηγούμενη παράδοση και θυμηθείτε τους στίχους], κατακλύζει τώρα και το εσωτερικό , τα σωθικά του Κρητικού. [ ΕΡ 6. Σε ποιους στίχους του αποσπάσματος φαίνεται καθαρά αυτό; ]

γ) στ. 30-36 Η θεϊκή παρουσία εισχωρεί στα μύχια του Κρητικού και διαβάζει το νου και την καρδιά του. Με τον τρόπο αυτό μπορούμε κι εμείς, αλλάζοντας χρονικό επίπεδο, μέσα από την αναδρομή, να γνωρίσουμε το παρελθόν του ήρωα και ποιοτικά στοιχεία του χαρακτήρα του: Συμφορές, ξεκλήρισμα της οικογένειάς του και απώλεια της αγαπημένης πατρίδας.
[ ΕΡ.7 Στην αφήγηση του παρελθόντος του παρατηρούμε τόσο μία κλιμάκωση όσο και έντονη δραματικότητα. Ποια είναι η κλιμάκωση; (στ. 31-34) και από ποια χρήση της γλώσσας εξυπηρετείται η δραματικότητα;]


δ) στ. 37-38 Με την εξιστόρηση των συμφορών και μέσα στην τωρινή του συμφορά, το ναυάγιο, η ικεσία έρχεται εναγώνια και οριακή. (Παρατηρήστε τις εμφάσεις με την προστακτική, την κλητική προσφώνηση, τις μεταφορές, την αντίθεση, το « μονάχο» που κλείνει τη δίστιχη ικεσία)

ε) απ. 5, στ. 1-4: Ανταποκρίθηκε η φεγγαροντυμένη στην ικεσία του ναυαγού; Υπάρχουν κάποιες αντιθέσεις σ’ αυτούς τους στίχους που μπορεί να μας βοηθήσουν να καταλάβουμε καλύτερα τη στάση που αυτή κρατάει;
Παρατηρείτε ότι από τον επόμενο στίχο, που αλλάζουμε χρονικό επίπεδο και μεταφερόμαστε στο παρόν της αφήγησης, έχει επέλθει στον Κρητικό μία ριζική ψυχική μεταβολή; Κι αν ναι, μήπως ο τρόπος που ολοκληρώθηκε η συνάντηση της φεγγαροντυμένης με τον Κρητικό έχει κάποια σχέση μ’ αυτή τη μεταβολή; Μ΄αυτά τα ερωτήματα θα προσπαθήσουμε να ξεκινήσουμε την επόμενή μας παράδοση, που ελπίζω αυτή τη φορά να είναι στην τάξη :-)

Απορίες;;; (Θα ήταν χρήσιμο, μια και δεν το συζητήσαμε στην τάξη, να εκφράσετε την όποια απορία ή παρατήρησή σας στα σχόλια, ώστε μέσα απ’ τη συζήτηση να φανούν και στοιχεία που δεν αναφέρθηκαν ή δεν αναπτύχθηκαν)


Άσκηση επεξεργασίας: ( απ. 4, στ.9 – απ. 5, 4): Ποια φαίνεται να είναι η επίδραση της φεγγαροντυμένης στον Κρητικό;
Απαντήστε την ερώτηση είτε στα σχόλια, είτε με e-mail είτε σε χαρτί που θα μου δώσετε στην τάξη.
Άντε, κουδούνι!!!

Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2011

Φτάσε όπου δεν μπορείς! ( εκτός ύλης)

ανάρτηση αφιερωμένη στην Κ. - με τη βεβαιότητα ότι θα καταφέρει πολλά.


«Δεν μπορώ, κύριε!’, κατάφερε να ψελλίσει η Κ. και βουρκώνοντας συμπλήρωσε: «δε θα τα καταφέρω και στενοχωριέμαι γιατί θα στενοχωρήσω τους δικούς μου»
Μου ήρθε στο νου το απόσπασμα από την Αναφορά στον Γκρέκο, του Νίκου Καζαντζάκη, που πολλοί από σας μπορεί να το θυμόσαστε.


Αρπάχτηκα με λαχτάρα από το χέρι σου· πασαλειμμένο ήταν με πολύχρωμες μπογιές, θαρρείς ζωγράφιζε ακόμα. Έκαιγε. Άγγιξα το χέρι σου, πήρα φόρα και δύναμη, μπόρεσα να μιλήσω:
— Παππού αγαπημένε, είπα, δώσ' μου μια προσταγή.
Χαμογέλασε, απίθωσε το χέρι απάνω στο κεφάλι μου· δεν ήταν χέρι, ήταν πολόχρωμη φωτιά. Ως τις ρίζες του μυαλού μου περεχύθηκε η φλόγα.
— Φτάσε όπου μπορείς, παιδί μου...
Η φωνή του βαθιά, σκοτεινή, σαν να 'βγαινε από το βαθύ λαρύγγι της γης. Έφτασε ως τις ρίζες του μυαλού μου η φωνή του, μα η καρδιά μου δεν τινάχτηκε.
— Παππού, φώναξα τώρα πια δυνατά, δώσ' μου μια πιο δύσκολη, πιο κρητικιά προσταγή.
Κι ολομεμιάς, ως να το πω, μια φλόγα σούριξε ξεσκίζοντας τον αέρα, αφανίστηκε από τα μάτια μου ο αδάμαστος πρόγονος με τις περιπλεμένες θυμαρόριζες στα μαλλιά του κι απόμεινε στην κορφή του Σινά μια φωνή όρθια, γεμάτη προσταγή, κι ο αέρας έτρεμε:
— Φτάσε όπου δεν μπορείς!
Πετάχτηκα τρομαγμένος από τον ύπνο· είχε πια ξημερώσει. Σηκώθηκα, ζύγωσα στο παράθυρο, βγήκα στο μπαλκόνι με την καρπισμένη κληματαριά. Η βροχή είχε τώρα κοπάσει, έλαμπαν οι πέτρες, γελούσαν. Τα φύλλα των δέντρων ήταν φορτισμένα δάκρυα.
— Φτάσε όπου δεν μπορείς!

Τι λέτε; Να τον ακούσουμε τον παππού;