Σάββατο, 26 Φεβρουαρίου 2011

« Ο Γιώργος Ιωάννου κομίζει ένα νέο «είδος» στην πεζογραφία μας"

Το έχουμε γράψει και σε παλιότερες αναρτήσεις:
Άποψή μας πως είναι εξαιρετικά χρήσιμο (εκτός από ευχάριστο..),
πριν διδαχθούν στην τάξη τα κείμενα του Γ. Ιωάννου
που ανήκουν στην εξεταστέα ύλη, να διαβαστούν άλλα δικά του.
Να αρχίσουν να γίνονται διακριτά τα χαρακτηριστικά της γραφής του,
του τρόπου του, της θεματολογίας του.
Χαρακτηριστικά που αναφέρονται στη σελίδα 245
του σχολικού βιβλίου αλλά και 376 (κυρίως) – 380)
Η ανάγνωσή θα διευκόλυνε και την κατανόηση σημείων
της εισαγωγής του βιβλίου αλλά και των συνοδευτικών κειμένων,
σημείων που σε διαφορετική περίπτωση θα μπορούσαν πιθανώς
να προκαλέσουν κάποιες απορίες ή να φανούν δυσνόητα
(τι είναι, π.χ, το «θρυμμάτισμα του αφηγηματικού χρόνου»
ή η «κυρίαρχη συνείδηση του αφηγητή»)
Τα ίδια αυτά χαρακτηριστικά περιγράφονται κι από τον
Κώστα Μπαλάσκα στο βιβλίο του
«Ξενάγηση στη νεοελληνική πεζογραφία»
των εκδόσεων Μεταίχμιο.
Ας τα διαβάσουμε:
« Ο Γιώργος Ιωάννου κομίζει ένα νέο «είδος» στην πεζογραφία μας
και έναν νέο ( δικό του) τρόπο ομιλίας. Το νέο είδος είναι
το μικρό αφήγημα, που σε μερικές περιπτώσεις γίνεται διήγημα
και σε κάποιες άλλες τείνει μάλλον προς το χρονογράφημα,
συνήθως «μεικτό» είδος αλλά πεζογραφικά νόμιμο,
χάρη στην τέχνη της ύφανσής του. Τόποι και τύποι ανθρώπινοι,
παλιότεροι και σύγχρονοι, γωνιές και μνήμες της Θεσσαλονίκης
και της Ανατολής, καημοί της προσφυγιάς, της Κατοχής
και του κυνηγημένου έρωτα, σκηνές ζωής και ιστορίας,
εμπειρίες και μαρτυρίες, περιγραφές, σκέψεις, σχόλια και «διδαχές»
διαποτίζουν τα κείμενά του. Ξεκινάει συνήθως από ένα απλό
περιστατικό που ανοίγει και απλώνεται, όπως ανοίγουν
το φύλλο οι νοικοκυρές. Η παρατήρηση ξυπνάει την ανάμνηση,
συναντά την ιστορία, διαπλέκεται με το στοχασμό,
προχωρεί συνειρμικά, συντίθεται σε γοητευτική αφήγηση,
περιγραφική, σχολιασμένη, συγκινημένη.
Αυτό είναι το μικρό αφήγημα, το είδος που καλλιέργησε ο Ιωάννου.
Η τεχνική δεν αλλάζει σε αφηγήματα μεγαλύτερης έκτασης.
Η ομιλία του είναι σε πρώτο πρόσωπο. Ο αφηγητής μιλάει μόνος του,
εις εαυτόν, σαν να μην ακούγεται. Παίρνει την αφόρμηση απέξω
και αμέσως στρέφεται προς τα μέσα, βυθίζεται και ξαναβγαίνει
στην επιφάνεια, παίρνει ανάσα και ξαναβουτάει μετατοπίζοντας
συνεχώς την εστία της ματιάς και του λόγου και αποτυπώνοντας
γεγονότα και καταστάσεις. Η εξωτερική απλότητα με το ρυθμό
και τη χάρη της προφορικότητας αποκαλύπτει τη συγκίνηση,
με τρόπο ελεγχόμενο και ποιητικά αφαιρετικό.
Στον εξομολογητικό τόνο της ομιλίας του το σοβαρό συχνά
συνδέεται με το αστείο, η αναφορά με τον υπαινιγμό
και το υποδόριο χιούμορ, ενώ η γλωσσική ευστοχία και ακρίβεια
ενισχύουν την αμεσότητα και την καθαρότητα της ομιλίας
σε μια γραφή μοντέρνα και παραδοσιακή μαζί.
(…) η αισθητηριακή εμπειρία κινητοποιεί τη συγκίνηση, τη μνήμη,
το στοχασμό και τον εσωτερικό μονόλογο του ομιλούντος υποκειμένου,
του αυτοδιηγητικού αφηγητή, ταυτισμένου με το συγγραφέα
και με τον «ήρωα» της αφηγηματικής πράξης».

Για να τα «δουλέψετε» λίγο τα χρακτηριστικά
αυτά που περιγράφονται, μπορείτε να τα παραλληλίσετε με αυτά που
αναφέρονται στο βιβλίο μας και στις σελίδες 245 και 376.
Υπάρχει κάτι εδώ που δεν αναφέρεται στο βιβλίο μας;
Έχοντας διαβάσει 2-3 κείμενα του Ιωάννου στην τάξη,
αναγνωρίζετε τα χαρακτηριστικά που περιγράφει ο Κώστας Μπαλάσκας;

Τετάρτη, 23 Φεβρουαρίου 2011

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης ταξιδεύει στο χώρο και στο χρόνο

Ο Κ. Καβάφης εικονογραφημένος από τον Αλέκο Παπαδάτο, στο books' journal
Βλέπαμε στην τάξη, λίγο βιαστικά είναι αλήθεια, πόσο πολύμορφη
είναι η πρόσληψη της καβαφικής ποίησης, αλλά και πόσο αστείρευτη,
σε παγκόσμιο επίπεδο. Τα ποιήματα του Καβάφη δεν έπαψαν
έναν αιώνα τώρα να ανοίγουν διάλογο με τους ανθρώπους
και τους καλλιτέχνες της κάθε εποχής, να αποτελούν
πεδία αναφοράς και έμπνευσης, να «συζητάνε» με την τέχνη
της φωτογραφίας, της ζωγραφικής, της video art, της μουσικής,
της ίδιας της ποίησης βέβαια.
Η καβαφική ποίηση φαίνεται πως έχει το σπάνιο χάρισμα
να διαβάζεται κάθε φορά σαν σύγχρονη ποίηση
κι η απήχησή της να μη γνωρίζει τοπικά ή ηλικιακά όρια.
Ενδεικτικά: Το Δεκέμβριο στην κεντρική σκηνή του Παλλάς παρουσιάστηκε η μελοποίηση 13 ποιημάτων του Κ.Π.Καβάφη, σε ηλεκτρονική φόρμα, της Λένας Πλάτωνος, σε σκηνοθεσία του Δ. Παπαϊωάνου.


-Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;
Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.
-Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μιά τέτοια απραξία;
Τι κάθοντ' οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;
-Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.
-Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;
-Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.
-Γιατί οι δυό μας ύπατοι κ' οι πραίτορες εβγήκαν
σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες·
γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
και δαχτυλίδια με λαμπρά γυαλιστερά σμαράγδια·
γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
μ' ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλισμένα;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
και τέτοια πράγματα θαμπόνουν τους βαρβάρους.
-Γιατί κ' οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
κι αυτοί βαριούντ' ευφράδειες και δημηγορίες.
-Γιατί ν' αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
κ' η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που έγιναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ' οι πλατέες,
κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;
Γιατί ενύχτωσε κ' οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
Και μερικοί έφθασαν απ' τα σύνορα,
και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.
Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μιά κάποια λύσις.


Θάθελα αυτήν την μνήμη να την πω...
Μα έτσι εσβύσθη πια... σαν τίποτε δεν απομένει
—γιατί μακρυά, στα πρώτα εφηβικά μου χρόνια κείται.
Δέρμα σαν καμωμένο από ιασεμί...
Εκείνη του Aυγούστου — Aύγουστος ήταν; — η βραδυά...
Μόλις θυμούμαι πια τα μάτια· ήσαν, θαρρώ, μαβιά...
A ναι, μαβιά· ένα σαπφείρινο μαβί.

Στα εγκαίνια της Στέγης Γραμμάτων και τεχνών του ιδρύματος

Ωνάση στήθηκε το οπτικοακουστικό θέαμα «Moνοτονία»
(σκην. Μάικλ Λάρσον και Κλεοπάτρα Κοραή),
με εφαλτήριο το ομώνυμο ποίημα του Κωνσταντίνου Καβάφη.
Ένα μήνα μετά ακολούθησε μια διάλεξη με τίτλο
"Η χρήση της Ιστορίας στην ποίηση του Κωνσταντίνου Καβάφη".

Δημιουργίες από διάφορους εικαστικούς ανά τον πλανήτη,

που εμπνεύστηκαν τη δική τους Ιθάκη από το ομότιτλο ποίημα
του Αλεξανδρινού ποιητή, συναντάει κανείς στο Ντελφτ
της Ολλανδίας, στη World Art Delft.
Βασικός στόχος της έκθεσης είναι, μέσα από μια μείξη των

εικαστικών τεχνών με την ποίηση, να μεταλαμπαδευτεί
η δύναμη των λέξεων- και δη ενός ποιήματος με τόσους
συμβολισμούς, όπως η «Ιθάκη»- στο θεατή και εν γένει στον άνθρωπο.
Τα έργα που εκτίθενται είναι πρωτότυπα και εμπνευσμένα
από την «Ιθάκη» που μας καλεί, με πάθος, να ανακαλύψουμε
τα σημαντικά πράγματα στη ζωή. Οι «τίτλοι τέλους»
στην έκθεση θα πέσουν στις 29 Απριλίου, μια ημερομηνία
που έχει συνδεθεί τόσο με την αρχή (γέννηση: 29 Απριλίου 1863)
όσο και με το τέλος (θάνατος: 29 Απριλίου 1933) του.
Στην έκθεση λαμβάνουν μέρος με έργα τους καλλιτέχνες
απ’ όλο τον κόσμο, μεταξύ των οποίων οι έλληνες
Σαράντης Γκάγκας, Γεωργία Γρηγοριάδου και Βασίλης Καρκατσέλης.

Η διεθνής εκδοτική δραστηριότητα είναι έντονη και τις
περισσότερες
φορές ιδιαίτερα ποιοτική. Στις περισσότερες των περιπτώσεων
ο Καβάφης με τον οποίο συνομιλούν οι καλλιτέχνες
είναι ένας Καβάφης έξω από το σχολικό του ντύμα.
Μια σύγχρονη, πολυπρισματική φωνή που ο καθένας
την ανακαλύπτει και την οικειοποιείται με τη δική του «ανάγνωση».
Ευχή, να έχετε τη χαρά να την ανακαλύψετε.

ΥΓ. Στο περιοδικό «the books’ journal», τεύχος 4, συναντήσαμε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον άρθρο τού Δημήτρη Παπαϊωάννου με θέμα την πρόσληψη του ποιητή στον 21ο αιώνα. Σε κάποια από τις επόμενες αναρτήσεις θα αναφερθούμε σ’ αυτό.

Δευτέρα, 21 Φεβρουαρίου 2011

Γ. Παυλόπουλος, Τα αντικλείδια. Έλεγχος ερμηνευτικής επεξεργασίας

η σημερινή ανάρτηση αφιερώνεται στον Κώστα
που βρίσκει τις τελευταίες λίγο βαρετές.. :-)
Οι μικρές ερωτήσεις του τεστ που δε γράψαμε.
Ερωτήσεις για τον έλεγχο της ερμηνευτικής
και γραμματολογικής επεξεργασίας του ποιήματος.
Για λίγα αλλά βασικά στοιχεία του ποιήματος,
τα οποία θα σας χρειαστούν για όποια ανάλυση επιχειρήσετε.

1. Πώς φαίνεται στο ποίημα να είναι η πόρτα της ποίησης; Δώστε δύο χαρακτηρισμούς.
2. Ποια είναι τα αντικλείδια;
3. Ποια λέξη του ποιήματος μας δίνει καλύτερα να καταλάβουμε πώς αισθάνονται αυτοί που "κάτι βλέπουν", όταν κοιτάζουν την πόρτα της ποίησης;
4. Ποιος είναι ο χώρος του ποιήματος;
5. Ποιος είναι ο χρόνος του ποιήματος;
6. Ποια η πρώτη ενότητα (στίχοι) και ποιο το θέμα της;
7. Ποια η δεύτερη ενότητα και ποιο το θέμα της;
8. Ο αφηγητής είναι παντογνώστης;
9. Ποια λέξη μας δίνει να καταλάβουμε πως και ο αφηγητής είναι ποιητής;
10. Δώστε δύο χαρακτηρισμούς για τη γλώσσα του ποιήματος.
11. Σημειώστε δύο αντιθέσεις στα νοήματα του ποιήματος.
12. Σημειώστε δύο μεταφορές.
13. Τι είναι, σύμφωνα με το σχολικό εγχειρίδιο, το ποίημα και τι αφηγείται;
14. Τι σημαίνει, σύμφωνα με το σχολικό εγχειρίδιο, το γεγονός ότι το ποίημα τελειώνει όπως άρχισε;
15. Ποιο το σχήμα λόγου που δεσπόζει στο ποίημα και είναι χαρακτηριστικό της δομής του;
16. Πώς ορίζονται τα ποιήματα/αντικλείδια, σύμφωνα με τη διατύπωση του Δ. Μαρωνίτη; ( βιβλ. σελ. 304 και φωτ. σημειώσεις)
17. Τι αφήγηση έχουμε σε όλο το ποίημα εκτός από το στίχο 17, σε σχέση με το πρόσωπο που αφηγείται;
18. Ποιοι είναι οι "μερικοί" του στίχου 3;
19. Σημειώστε δύο λέξεις από το ποίημα που μας κάνουν να εννοήσουμε το τελεσίδικο της αποτυχίας των ποιητών να ανοίξουν την πόρτα της Ποίησης.
20. Τι προσδίδουν στο ποίημα ο μικροπερίοδος λόγος και οι κοφτές φράσεις στους στίχους 6-13;
Και να συμπληρώσουμε με τις ερωτήσεις του ΚΕΕ,
να τα έχετε μαζεμένα.
Α. Στοιχεία που αφορούν στο συγγραφέα, λογοτεχνικό περιβάλλον
και λοιπά γραμματολογικά στοιχεία:
1. Ποιες αντιλήψεις του ποιητή για την Ποίηση εκφράζονται στο ποίημα;
2. Ποια γνωρίσματα της ποιητικής γραφής του Γιώργη Παυλόπουλου προκύπτουν από το συγκεκριμένο ποίημα;

Β. Δομή του κειμένου, επαλήθευση ή διάψευσης μιας κρίσης
με βάση το κείμενο, εκφραστικά μέσα και τρόποι του κειμένου
(υφολογική διερεύνηση, αφηγηματικές λειτουργίες,
επιλογές του δημιουργού σε διάφορα επίπεδα γλωσσικής ανάλυσης):
1. Ποια στοιχεία της αφήγησης διακρίνετε στο ποίημα και ποιο είναι το πρόσωπο που «αφηγείται»;
2. Στο ποίημα αυτό κυριαρχούν οι κύριες προτάσεις. Ποια είναι η αισθητική τους λειτουργία;
3. Το ποίημα χαρακτηρίζεται από γλωσσική απλότητα και σαφήνεια, παρά το «φευγαλέο» νόημά του. Ποιοι εκφραστικοί τρόποι δημιουργούν αυτή την εντύπωση;
4. Στο ποίημα χρησιμοποιείται το σχήμα του κύκλου: ο πρώτος στίχος κλείνει και το ποίημα. Πώς συμβάλλει το σχήμα αυτό στη μετάδοση της βασικής ιδέας του ποιήματος;
5. Η ποιητική δημιουργία παρουσιάζεται στο συγκεκριμένο ποίημα ως μια ατέρμονη προσπάθεια να συλλάβει κανείς την «αλήθεια» της Ποίησης. Πώς αισθητοποιείται στο ποίημα αυτή η διαδικασία;

Γ. Σχολιασμός ή σύντομη ανάπτυξη χωρίων του κειμένου:
1. Ποιοι είναι, κατά την άποψή σας, οι πολλοί που προσπερνούνε και ποιοι οι μερικοί που το μάτι τους κάτι αρπάζει (στ.2-3);
2. Πότε η προσπάθεια του ανθρώπου να ανοίξει την πόρτα της Ποίησης αποκτά δραματική διάσταση;
3. «Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ / για όσους μπόρεσαν να ιδούν στο βάθος»: Πώς ερμηνεύετε την «αντίφαση» που φαίνεται να υπάρχει στους στίχους αυτούς;
4. Μπορεί τελικά να βρεθεί, σύμφωνα με το ποίημα, το κλειδί για την πόρτα της Ποίησης; Αν όχι, τότε τι εκπροσωπούν τα αντικλείδια;
5. Αν «τα ποιήματα που γράφτηκαν / από τότε που υπάρχει ο κόσμος» είναι «μια αρμαθιά αντικλείδια / για ν’ ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης» τι είναι τότε η Ποίηση, κατά τη γνώμη σας;
Για να μην καληνυχτιστούμε έτσι ξερά,
ένα ποίημα ποιητικής, της Μαργαρίτας Δαλμάτη:
Ποίηση
Ρωτάνε τι είναι ποίηση.
Ποίηση είναι το άλλο όνομα της ζωής·
το πιο αληθινό της· αυτό που μένει.
Δεν είναι πάντα τραγούδι· συχνά
είναι μαρτυρία· κάτι άλλο·
ακόμα και μια είδηση σαν και τούτη
δημοσιευμένη σε μια παλιά εφημερίδα
στις 17 Αυγούστου του 1940:
«Το πολεμικόν εβυθίσθη φέρον
τον μέγαν σημαιοστολισμόν
λόγω της εορτής της Μεγαλόχαρης».

Τετάρτη, 16 Φεβρουαρίου 2011

όσο μπορώ κι όσο κρατήσω


Σ’ ένα ποίημά του, του 1963,
ο ποιητής Τίτος Πατρίκιος
θαρρείς και συνομιλεί με τα δυο ποιήματα,
του Εγγονόπουλου και του Αναγνωστάκη,
που έχουμε στην ύλη μας, ενώ, σε κάποιους στίχους του
θα μας θυμίσει πιθανώς και τα αντικλείδια του Γ.Παυλόπουλου
Ελέγξτε, αν θέλετε, αυτή τη συνομιλία των τριών ποιητών
για το ρόλο της ποίησης σε δύσκολες εποχές. Ενδιαφέρον θα είχε
αν εκφράζαμε και το στίγμα της δικής μας άποψης
αλλά και ευαισθησίας: σε τίνος ποιητή ταιριάζει περισσότερο;
Να τα και τα τρία κοντά κοντά:

Ν. Εγγονόπουλου, Ποίηση 1948
τούτη η εποχή
του εμφυλίου σπαραγμού
δεν είναι εποχή
για ποίηση
κι άλλα παρόμοια:
σαν πάει κάτι
να
γραφεί
είναι
ως αν
να γράφονταν
από την άλλη μεριά
αγγελτηρίων
θανάτου
γι αυτό και
τα ποιήματά μου
είν' τόσο πικραμένα
(και πότε - άλλωστε - δεν ήσαν;)
κι είναι
- προ πάντων -
και
τόσο
λίγα
Μ. Αναγνωστάκη, ΣΤΟΝ ΝΙΚΟ Ε…1949
Φίλοι
Που φεύγουν
Που χάνονται μια μέρα
Φωνές
Τη νύχτα
Μακρινές φωνές
Μάνας τρελής στους έρημους δρόμους
Κλάμα παιδιού χωρίς απάντηση
Ερείπια
Σαν τρυπημένες σάπιες σημαίες
Εφιάλτες,
Στα σιδερένια κρεβάτια
Όταν το φως λιγοστεύει
Τα ξημερώματα।

(Μα ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά;)
Tίτος Πατρίκιος Στίχοι, 2
Στίχοι που κραυγάζουν
στίχοι πού ορθώνονται τάχα σαν ξιφολόγχες
στίχοι που απειλούν την καθεστηκυία τάξη
και μέσα στους λίγους πόδες τους
κάνουν ή ανατρέπουν την επανάσταση,
άχρηστοι, ψεύτικοι, κομπαστικοί,
γιατί κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα
κανένας στίχος δεν κινητοποιεί τις μάζες.
(Ποιες μάζες; Μεταξύ μας τώρα –
ποιοι σκέφτονταί τις μάζες;
Το πολύ μια λύτρωση ατομική, αν όχι ανάδειξη.)
Γι’ αυτό κι εγώ δε γράφω πια για να προσφέρω χάρτινα ντουφέκια
όπλα από λόγια φλύαρα και κούφια.
Μόνο μιαν άκρη της αλήθειας να σηκώσω
να ρίξω λίγο φως στην πλαστογραφημένη μας ζωή.
Όσο μπορώ, κι όσο κρατήσω

Παρατηρείτε πόσο κοντά είναι κι οι τρεις
στο εππιπεδο της έκφρασης, της γλώσσας, του ύφους;
Ελέγξτε και το περιεχόμενο…

Τρίτη, 8 Φεβρουαρίου 2011

Φωνές στη σιωπή

1971-2005. 35 χρόνια ποιητικής σιωπής. Μόνη παρένθεση η έκδοση του ΥΓ., το 1983,
ενός βιβλίου με πυρήνες ποιημάτων, ποιητικές φράσεις, σπαράγματα,
ολιγόλεξες συνθέσεις που ο ίδιος ο Αναγνωστάκης δε θεωρεί ποιήματα:
«(…) ουσιαστικά δεν είναι ποιήματα, είναι ποιητικά αποσπάσματα, δεν είναι τωρινά πράγματα αυτά, υπήρχαν από χρόνια…έτσι, όλο το απόσταγμα της ποιητικής μου εμπειρίας. Δεν είναι ποιήματα.», λέει σε συνέντευξή του στο Μισέλ Φάις, το 1992.

Εδώ, στο ΥΓ., η σιωπή που περιβάλλει το κάθε ποιητικό απόσπασμα
γίνεται μεστός,ρέων λόγος. Οι με λιτότητα
και μέσα σε μιαν ατμόσφαιρα εξομολόγησης διατυπωμένες φράσεις
προσφέρουν λαβές στους συνειρμούς μας,
τροφοδοτούν καίρια την ευαισθησία και τη λογική,
αναζητούν τις δικές μας προεκτάσεις,
υποβάλλουν την αναμόχλευση των συναισθημάτων μας.
«Ζω μισά». Δυο λέξεις για μια ζωή λειψή, για την απώλεια,
γι’ αυτά, γι’ αυτούς που χάθηκαν, τους έρωτες, τους συντρόφους,
τα οράματα, τα ίδια τα κομμάτια της ζωής που πήγαν χαμένα.

Μια αίσθηση ματαίωσης, απώλειας, πόνου κι απογοήτευσης
περιβάλλει τα σπαράγματα του ΥΓ. «Όλα προς τι;»,
«Τη ζωή που στερήθηκαν», «Όλοι κάποτε νέοι»,
« Δεν περίμενες πια κανένα γράμμα». Φράσεις, ποιήματα πικραμένα –
που και πότε άλλωστε δεν ήσαν, για τον Αναγνωστάκη.
Πικραμένα και τόσο λίγα. Ακόμα και όταν «μιλούσε»,
όταν έγραφε, δηλαδή, ποιήματα, η παραγωγή του ίσα ίσα φτάνει
για να γεμίσει τις σελίδες ενός μικρού βιβλίου.
«Τα ποιήματα, 1941-1971», σελ. 176.
Απλά, ζεστά, χαμηλόφωνα, με τεράστια συμπύκνωση.

Πιστεύω πως ο Αναγνωστάκης ισορροπούσε
ανάμεσα στην κραυγή και στη σιωπή.
Ανάμεσα σ’ αυτό που όριζε η κοινωνικά ευαισθητοποιημένη συνείδησή του
απ’ τη μια και από την άλλη τα βαθιά τραύματα
που του προκαλούσε η ιστορική συγκυρία που ζούσε.
Τα βάζει με ένα ανθρωποφάγο σύστημα που το ζει
σε μια από τις σκληρότερές του στιγμές,
την ίδια ώρα που βιώνει τη διάψευση των ελπίδων,
την προδοσία των αγώνων, την απώλεια των συναγωνιστών του,
υλική είτε ηθική. Καταγγέλλει έναν κόσμο που συνθλίβει τον άνθρωπο
την ίδια ώρα που κι ο ίδιος νιώθει να συνθλίβεται.

Η πίκρα κι η απογοήτευση διατρέχουν την ποίησή του σε όλο της το μήκος.
«Σήμερα βρέχει απ’ το πρωί» ( Χειμώνας 1942),
« τη χαμένη μας άγνοια, τα χαμένα φτερά» ( 13.12.43),
«Εσύ που ξέρεις τουλάχιστον πως γυρεύω ένα τίποτα
για να πιστέψω πολύ και να πεθάνω» ( Αναζήτηση),
«Κι εγώ που αγάπησα τόσο τη θάλασσα/κι εγώ π’ αγκάλιασα
το κάθε τι που πέρασε μπροστά μου/αυτήν που ζητούσα
δεν τη συνάντησα ούτε στα πιο μεθυσμένα μου όνειρα» ( Εποχές2, VIII),
«Τίποτα τίποτα πια» ( Το έγκλημα έγινε). Διαβάστε την «Αφιέρωση»
«για όλα όσα τελείωσαν χωρίς ελπίδα πια».
Το « Σε τι βοηθά λοιπόν…» η ποίηση. Το «Κάθε πρωί» και τόσα άλλα.

Κι όμως: Όρθια η Πράξη σαν αλεξικέραυνο ( Όταν αποχαιρέτησα).
Κι η πράξη για το Μανόλη Αναγνωστάκη είναι αρχικά ο λόγος,
ο λόγος ο καίριος και καταγγελτικός, που αποζητά να γκρεμίσει
τις στέρεες παρατάξεις σαν τον τρελό στο σκάκι ( Το σκάκι).
Και μιλά ( Μιλώ, Τώρα μιλώ πάλι…).
Κι οι λέξεις του ανάβουν μικρές πυρκαγιές
- «σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις,
να μην τις παίρνει ο άνεμος» ( Ποιητική)
Το ηθικό ανθρώπινο χρέος πανταχού παρόν, ξαγρυπνά τη συνείδηση,
την κρατά σε εγρήγορση και ετοιμότητα. «Έστω. Ανάπηρος,
δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κριθείς»,
γράφει στον ακροτελεύτιο στίχο της τελευταίας του συλλογής ( Επίλογος) ή
«Σαν τους γύφτους σφυροκοπάμε αδιάκοπα στο ίδιο αμόνι» ( Κριτική).
Ένας λόγος που σε φέρνει προ των ευθυνών σου κι ας είσαι γεμάτος πληγές –
« Σκεφτείτε το καλά. Θα περιμένω» ( Η απόφαση) -,
λόγος κάλεσμα να μείνουμε όρθιοι μέσα στη φοβερήν ερημία του πλήθους
( Μιλώ), γιατί «εμείς, αν θέλετε, είμαστε έτοιμοι ακόμα» ( Επίγνωση)

Μπορεί, λοιπόν, τα ποιήματά του να είναι γεννήματα πίκρας, ήττας, απώλειας,
όμως η αίσθηση του χρέους, η αναγκαιότητα της αντίστασης στη φθορά
και στην κοινωνική σήψη αρθρώνει τη δική της αδύναμη, όμως κι επίμονη, φωνή,
τη φωνή που μιλάει με πόνο για όλα αυτά, τη φωνή
που με την πεισματική ζεστασιά της μάς κρατάει καρφώνοντας τις λέξεις
στις συνειδήσεις και στις καρδιές μας για να μην τις παίρνει ο άνεμος.

Θεωρώ αντιπροσωπευτικό δείγμα αυτής της
προσήλωσης
του Αναγνωστάκη στο ηθικό χρέος,
που σαν ατίθασο αγριολούλουδο φυτρώνει μόνο του μέσα στα χαλάσματα,
το ποίημά του
«Κι ήθελε ακόμη»

Κι ἤθελε ἀκόμη πολὺ φῶς νὰ ξημερώσει. Ὅμως
ἐγὼ
Δὲν παραδέχτηκα τὴν ἧττα. Ἔβλεπα τώρα
Πόσα κρυμμένα τιμαλφῆ ἔπρεπε νὰ σώσω
Πόσες φωλιὲς νεροῦ νὰ συντηρήσω μέσα στὶς φλόγες.
Μιλᾶτε, δείχνετε πληγὲς ἀλλόφρονες στοὺς δρόμους
Τὸν πανικὸ ποὺ στραγγαλίζει τὴν καρδιά σας σὰ σημαία
Καρφώσατε σ᾿ ἐξῶστες, μὲ σπουδὴ φορτώσατε τὸ ἐμπόρευμα
Ἡ πρόγνωσίς σας ἀσφαλής: Θὰ πέσει ἡ πόλις.
Ἐκεῖ, προσεχτικά, σὲ μιὰ γωνιά, μαζεύω μὲ τάξη,
Φράζω μὲ σύνεση τὸ τελευταῖο μου φυλάκιο
Κρεμῶ κομμένα χέρια στοὺς τοίχους, στολίζω
Μὲ τὰ κομμένα κρανία τὰ παράθυρα, πλέκω
Μὲ κομμένα μαλλιὰ τὸ δίχτυ μου καὶ περιμένω.
Ὄρθιος καὶ μόνος σὰν καὶ πρῶτα περιμένω.

Ο ίδιος ο Αναγνωστάκης για τη «σιωπή» και την «ήττα» δηλώνει:

«Το ’71 ουσιαστικά σταματάει η ποιητική μου παραγωγή. Δεν γράφω καθόλου ποιήματα. Δεν αισθάνομαι την ανάγκη να γράψω ποιήματα, καθόλου. Συνεχίζω όμως εντατικά την πνευματική μου προσφορά με δοκίμια, με άρθρα, με ορισμένες μελέτες, με πολιτική δράση· αυτό που εγώ θεωρώ δημόσια παρέμβαση. (…) Γι’ αυτό αρνούμαι όλα αυτά περί «ποίηση της ήττας» και τα σχετικά. Δεν είναι ποίηση της ήττας. Είναι μια αγωνία για την εποχή, ένα άγχος για την εποχή. Όταν τελείωσε η εποχή τελειώνει κι η ποίηση. Δεν μπορείς να γράφεις συνεχώς ποίηση. Δεν είμαι επαγγελματίας ποιητής. Αισθάνομαι την ποίηση σαν τρόπο έκφρασης επειδή δεν μπορούσα να εκφραστώ διαφορετικά. Δηλαδή, ήταν η εποχή τόσο πιεσμένη, τόσο δύσκολη, που μόνο κανείς εκφράζοντας τον πόνο του μπορούσε ν’ αντέξει»

Φαίνεται, λοιπόν, πως η ήττα και η σιωπή υπάρχουν
στο έργο του Αναγνωστάκη μόνο ως στοιχεία απαραίτητα για να χαλυβδώνουν τη συνείδηση, να προσδιορίζουν το στόχο, να δικαιολογούν την παρεμβατική κοινωνική παρουσία, να θρέφουν και να συντηρούν το αγωνιστικό κοινωνικό πρόσωπο.

Πώς σας φαίνεται;

Πέμπτη, 3 Φεβρουαρίου 2011

( Μα ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά;)

η ανάρτηση αφιερώνεται στη Μ.Ι,
μια και αδημόνως την περίμενε!
:-)

Ένα μικρό βιβλίο είναι όλα τα ποιήματα του Μανόλη Αναγνωστάκη.
Σε ένα μικρό βιβλίο χώρεσαν οι συλλογές
( Εποχές, Παρενθέσεις, Η Συνέχεια , Ο Στόχος)
που ξεκίνησε να εκδίδει από τα 20 του χρόνια, το 1945, μέχρι το 1971,
όταν εκδίδεται Ο Στόχος.
Και μετά ακολουθεί η ποιητική σιωπή του,
για την οποία πολλά έχουν γραφτεί.

Στον εμφύλιο και στα μετεμφυλιακά χρόνια, στους καιρούς αυτούς του σπαραγμού,
των προσδοκιών και του τέλους τους, των συμβιβασμών,
της κόπωσης, της απογοήτευσης, του πόνου,
ο Αναγνωστάκης θα καταφύγει στην ποίηση και θα μιλήσει μέσα απ’ αυτή.

« Έγραφα από πολύ μικρός και πρέπει να ομολογήσω ότι για ένα διάστημα πίστευα πολύ στις δυνατότητες της ποίησης σα μέσου που μπορεί να εκφράσει τα πάντα με πληρότητα και να γίνει έρωτας και περιεχόμενο ζωής(…)»[1].

Πιστεύει σ’ αυτή και στις δυνατότητές της.
« Η ποίηση είναι η μόνη δυνατή να αποκαλύψει τις αληθινές διαστάσεις του οποιουδήποτε θέματος»[2]

Και μάλιστα επισημαίνει την αξία της για τη δύσκολη εποχή του Εμφυλίου:
«Πιστεύω, πάλι θα πω, πως η ποίηση της περιόδου εκείνης, ή για την περίοδο εκίνη, είναι, σα ντοκουμέντο μια από τις συγκλονιστικότερες μαρτυρίες – να τολμήσω να το πω; - σε παγκόσμιο επίπεδο. Γιατί σαφώς προηγείται από ό,τι μας ήρθε απ’ έξω σαν ποίηση κοινωνικής αμφισβήτησης, προβληματισμένης διαμαρτυρίας κλπ, μάλιστα κάποτε πολύ κραυγαλέα και εντυπωσιακά.»[3]

Αλλά και ο ίδιος, μέσα από την ποίησή του μιλάει.
«Στον Αναγνωστάκη, ειδικά στον Αναγνωστάκη, η μεταφορά του μιλάω αντί του γράφω είναι καθοριστική, θεμελιώδης, είναι μέρος της ουσίας. (…) Το «μιλώ» κάνει ένα ακόμα θαρραλέο βήμα έξω από το ποίημα, αλληλέγγυο με τις σκέψεις, τους φόβους και τις προσδοκίες του αναγνώστη, δραστικό όσο και ρητορικά ανοχύρωτο, σαν να το έχει ξεβράσει εκεί η παλίρροια του χρόνου: τώρα μιλώ πάλι σαν ένας άνθρωπος που γλίτωσε απ’ το λοιμό, λέει στο εναρκτήριο ποίημα της συλλογής Η Συνέχεια 3»[4]

Άλλωστε, λίγα χρόνια μετά την εναγώνια παρένθεση του ποίηματος
«Στον Ν.Ε…1949» ( Μα ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά;)
είναι ο ίδιος που αποφασιστικά δημοσιεύει το «Μιλώ»:

Μιλῶ γιὰ τὰ τελευταῖα σαλπίσματα τῶν νικημένων στρατιωτῶν
Γιὰ τὰ κουρέλια ἀπὸ τὰ γιορτινά μας φορέματα
Γιὰ τὰ παιδιά μας ποὺ πουλᾶν τσιγάρα στοὺς διαβάτες
Μιλῶ γιὰ τὰ λουλούδια ποὺ μαραθήκανε στοὺς τάφους καὶ τὰ σαπίζει ἡ βροχὴ
Γιὰ τὰ σπίτια ποὺ χάσκουνε δίχως παράθυρα σὰν κρανία ξεδοντιασμένα
Γιὰ τὰ κορίτσια ποὺ ζητιανεύουν δείχνοντας στὰ στήθια τὶς πληγές τους
Μιλῶ γιὰ τὶς ξυπόλυτες μάνες ποὺ σέρνονται στὰ χαλάσματα
Γιὰ τὶς φλεγόμενες πόλεις τὰ σωριασμένα κουφάρια σοὺς δρόμους
Τοὺς μαστρωποὺς ποιητὲς ποὺ τρέμουνε τὶς νύχτες στὰ κατώφλια
Μιλῶ γιὰ τὶς ἀτέλειωτες νύχτες ὅταν τὸ φῶς λιγοστεύει τὰ ξημερώματα
Γιὰ τὰ φορτωμένα καμιόνια καὶ τοὺς βηματισμοὺς στὶς ὑγρὲς πλάκες
Γιὰ τὰ προαύλια τῶν φυλακῶν καὶ γιὰ τὸ δάκρυ τῶν μελλοθανάτων.
Μὰ πιὸ πολὺ μιλῶ γιὰ τοὺς ψαράδες
Π᾿ ἀφήσανε τὰ δίχτυά τους καὶ πήρανε τὰ βήματά Του
Κι ὅταν Αὐτὸς κουράστηκε αὐτοὶ δὲν ξαποστάσαν
Κι ὅταν Αὐτὸς τοὺς πρόδωσε αὐτοὶ δὲν ἀρνηθῆκαν
Κι ὅταν Αὐτὸς δοξάστηκε αὐτοὶ στρέψαν τὰ μάτια
Κι οἱ σύντροφοί τους φτύνανε καὶ τοὺς σταυρῶναν
Κι αὐτοί, γαλήνιοι, τὸ δρόμο παίρνουνε π᾿ ἄκρη δὲν ἔχει
Χωρὶς τὸ βλέμμα τους νὰ σκοτεινιάσει ἢ νὰ λυγίσει

Ὄρθιοι καὶ μόνοι μὲς στὴ φοβερὴ ἐρημία τοῦ πλήθους.


Κι αφήνει στον τελευταίο στίχο του τους ψαράδες, όρθιους και μόνους μες στη φοβερή ερημία του πλήθους, να πορεύονται χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάζει ή να λυγίζει. Ίσως για να μπορέσουν να μιλήσουν οι ίδιοι, όταν, όταν αυτός θα κουραστεί.


Μπορεί να φοβάται τις ηττημένες συνειδήσεις ο Αναγνωστάκης, να θλίβεται και να οργίζεται, όταν βλέπει τους παλιούς αγωνιστές να συμβιβάζονται και να υποχωρούν από τα ιδανικά τους, να εξοντώνονται ηθικά αλλά και αθρώπινα, αλλά, όσο γράφει, δεν παύει να «μιλάει» και να δρα: «δυο κατηγορίες πάντα· οι δρώντες και οι θεατές.» Και να χρησιμοποιεί την ποίηση για να αγωνίζεται και να κρατά την ανθρώπινη αξιοπρέπεια στο ύψος που της αρμόζει. Ακόμα κι αν δεν έχει αυταπάτες ( «Κι όχι αυταπάτες προπαντός.»)[5] Ακόμα και αν συμφωνώντας με το φίλο του ποιητή Τίτο Πατρίκιο πως «κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες/κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα.», ακόμα κι έτσι επιμένει: «Έστω./Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κριθείς»[6] και «σφυροκοπάτε αδιάκοπα στο ίδιο αμόνι»[7]


Μιλάει, λοιπόν, με όση πίκρα κι αν του προσφέρει η Ιστορία στα πέτρινα χρόνια που ζει, μιλάει, και μιλάει την αλήθεια που πρέπει να ακουστεί.
«(…) Μα στο παιδί δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθιαΤώρα, τα βράδια, κάθομαι και του μιλώΛέω το σκύλο σκύλο, το λύκο λύκο, το σκοτάδι σκοτάδι,Του δείχνω με το χέρι τους κακούς, του μαθαίνωΟνόματα σαν προσευχές, του τραγουδώ τους νεκρούς μας.Α, φτάνει πια! Πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδιά.»[8]


Κι αν τον κατηγορήσουν για «κηρύγματα και ρητορείς»,
« Ε ναι λοιπόν! Κηρύγματα και ρητορείες.
Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις
Να μην τις παίρνει ο άνεμος.»
[9]


Κι ίσως και μετά το 1971, όταν σταμάτησε η ποιητική του παραγωγή και πέρασαν 34 χρόνια στη ζωή του χωρίς να δώσει άλλα ποιήματα[10], ίσως τότε να μας πρόσφερε την πιο ηχηρή, την πιο ηχηρά ομιλούσα σιωπή.

Αλλά για τη σιωπή αυτή θα τα πούμε σε επόμενη ανάρτηση.




[1] Από συνομιλία του με τον Αντ. Φωστιέρη και Θαν. Νιάρχο, περ. Λέξη, τ.186, σελ. 502
[2] Μ. Αναγνωστάκη, Υπέρ και Κατά, Θεσ/κη, 1965
[3] Από συνομιλία του με τον Αντ. Φωστιέρη και Θαν. Νιάρχο, περ. Λέξη, τ.186, σελ. 504
[4] Διον. Καψάλης, περ. Εντευκτήριο, τ. 71, σελ. 154
[5] Επίλογος, απ’ τη συλλογή Ο Στόχος
[6] Επίλογος, απ’ τη συλλογή Ο Στόχος
[7] Κριτική, απ’ τη συλλογή Ο Στόχος
[8] Στο παιδί μου, απ\ τη συλλογή Ο Στόχος
[9] Ποιητική, απ’ τη συλλογή Ο Στόχος
[10] Για τη συλλογή ΥΓ. που εκδόθηκε το 1983 ο ίδιος έχει πει « (…) είναι ποιητικά αποσπάσματα, δεν είναι τωρινά πράγματα αυτά, υπήρχαν από χρόνια(…) Δεν είναι ποιήματα(…) συνέντευξη στο Μισέλ Φάις, 11. 1992 ( «Πρόσωπο με πρόσωπο», εκδ. Πατάκη, 2006)