Τετάρτη, 26 Ιανουαρίου 2011

Σ’ αραχνιασμένο σπήλαιο θα πάω να κατοικήσω, ωσότου να 'λθει η στιγμή, μάνα, να ξεψυχήσω

Πριν η φυματίωση νικήσει οριστικά την Πολυδούρη, στα 28 της χρόνια, την οδηγεί στον «τόπο του θανάτου», όπως χαρακτήριζαν πολλοί το σανατόριο Σωτηρία στις αρχές του 20ου αιώνα. Ας δούμε λίγα στοιχεία για την αρρώστια την εποχή εκείνη, τους φυματικούς, αλλά και την ίδια την Πολυδούρη τον καιρό που νοσηλευόταν εκεί
Η φυματίωση είναι λοιμώδης νόσος, μεταδοτική και παρουσιάζει υψηλή θνητότητα. Η νόσος οφείλεται στο μικρόβιο της φυματίωσης ή του Κοχ. Η μετάδοσή της γίνεται με την αναπνοή των σταγονιδίων που αποβάλλει ο άρρωστος ο οποίος είναι πάντοτε ενήλικας, αφού τα παιδιά δεν μεταδίδουν την ασθένεια. Τα γενικά συμπτώματα περιλαμβάνουν έντονη αδυναμία, καταβολή, απώλεια βάρους , πυρετό ή δεκατική πυρετική κίνηση και νυκτερινούς ιδρώτες. Σε εντόπιση της νόσου στους πνεύμονες τα επιπλέον συμπτώματα είναι βήχας, πόνος στο θώρακα και αιμόπτυση.

Παλιότερα ο λαός ονόμαζε «χτικιό» την αρρώστια. Για την αντιμετώπισή της οι ασθενείς χρειάζονταν καθαρό αέρα, καλή διατροφή, ξεκούραση. Διαμονή, δηλαδή, σε σανατόριο. Λίγοι, όμως, ήταν οι τυχεροί που ξέφευγαν το θάνατο. Μια επίσημη στατιστική δείχνει ότι το 42% των αρρώστων πεθαίνουν σε 15 το πολύ μέρες, το 25% φτάνει τους δυο μήνες και μόλις το 3-4% περνούν το χρόνο. Απελπισμένοι όσοι τους τύχαινε να έχουν φυματικό στο σπίτι, αναζητούσαν μ' αγωνία κρεβάτι σε κάποιο σανατόριο.
Το πρώτο σανατόριο στη χώρα μας ήταν η «Σωτηρία». Ιδρύθηκε το 1902 και πρωτολειτούργησε τρία χρόνια μετά. Σε μια εποχή που η Αθήνα είχε τα όριά της στους Αμπελόκηπους, το σανατόριο «Σωτηρία» χτίζεται λίγο πιο βόρεια, μέσα στα δέντρα.
Στο βιβλίο του «Η Σωτηρία - τόπος μαρτυρίου των φθισικών», ο δημοσιογράφος Κώστας Στούρνας αποκάλυπτε την εφιαλτική κατάσταση που επικρατούσε στο πρώτο σανατόριο της χώρας, στο οποίο νοσηλεύονταν γύρω στις 5.000 άρρωστοι. «...Μια κατάρα βαραίνει από τον πόλεμο και δώθε προπαντός την Ελλάδα. Η φθίση. Νούμερα θανάτου που είναι τρομακτικά. Υγιεινολόγοι, γιατροί, εφημερίδες γράφουν για τον αφανισμό που συντελείται σε νέες ζωές. Σε 250.000 υπολογίζονται οι φυματικοί στην Ελλάδα. Σε 25.000 φτάνουν κάθε χρόνο αυτοί που πεθαίνουν από τη φοβερή αυτή αρρώστια».


Η φυματίωση, η φθίση, το χτικιό, υπήρξε μάστιγα για το πρώτο τουλάχιστον μισό του 20ού αιώνα, η δε «Σωτηρία» ως γκέτο, παραπάνω από μία δεκαετία, αρχής γενομένης από το 1922, ήταν ο τόπος των ζωντανών νεκρών. Σήμερα από εκείνη την εποχή έχουν απομείνει εκτός από τις φωτογραφίες, οι φιλολογικοί θρύλοι: η παρουσία στο θεραπευτήριο, επί τρία χρόνια, του Γιάννη Ρίτσου, η συνάντησή του με τη Μαρία Πολυδούρη και η τελευταία συνάντηση της ποιήτριας με τον Κώστα Καρυωτάκη, πριν αυτός αναχωρήσει για την Πρέβεζα.

Εχει μείνει ακόμα η «Σωτηρία» ως ο χώρος φυλάκισης των φυματικών πολιτικών κρατουμένων και για το ότι στην πίσω μάντρα της τουφεκίστηκαν πλήθος πατριωτών, μεταξύ των οποίων και ο Νίκος Μπελογιάννης, ακόμα και ως χώρος που το 1922, με τη μικρασιατική καταστροφή, 3.000 πρόσφυγες, φυματικοί ή όχι, κατέλυσαν εκεί δημιουργώντας ένα γκέτο.



Η περίοδος αυτή σημάδεψε με τα πιο μελανά χρώματα το νοσοκομείο, ιδιαίτερα τις συνθήκες διαβίωσης των ασθενών. Η «Σωτηρία» της εποχής εκείνης ήταν ένας περίεργος τόπος θανάτου όπου ο πόνος και η φρίκη βρίσκονταν κοντά με την αναρχία, την εγκληματικότητα και τη διαφθορά. Το 1927 όταν ο Ελληνορουμάνος λογοτέχνης Παναϊτ Ιστράτι, επισκέφθηκε το Νοσοκομείο, είπε ότι στην είσοδο του έπρεπε να αναρτηθεί η επιγραφή που υπήρχε στην πύλη της «Κόλασης» του Δάντη. «Εσείς, όσοι μπαίνετε, αφήστε κάθε ελπίδα»!
Εκεί, λοιπόν, θα νοσηλευτεί, μετά την επιστροφή της από το Παρίσι και η Μαρίκα Πολυδούρη. Και καταφέρνει να κάνει το δωματιάκι της τόπο συνάντησης διανοουμένων και καλλιτεχνών.

Γράφει χαρακτηριστικά η αδελφή της, Βιργινία Πολυδούρη, σε λίγες σελίδες πρόχειρου βιογραφικού της Μαρίας που άφησε:
« Την έβαλαν στην τρίτη θέση σ' ένα μικρό δωμάτιο που προοριζόταν για τους κατάκοιτους. [...] Το θλιβερό άγγελμα της αυτοκτονίας του Καρυωτάκη απ' την Πρέβεζα την έφερε στο χείλος του θανάτου, μαυροντύθηκε και χειροτέρεψε το υπόλοιπο της ζωής της [...].Το δωματιάκι αυτό το διακόσμησε με ποιητές όπως ο Μπάυρον, ο Μποντλέρ και άλλους. Τον Καρυωτάκη τον είχε στο κομοδίνο της. Το μικρό δωματιάκι μεταβλήθηκε σε σαλόνι ποιητών και λογίων.»
Εκεί την επισκέπτονταν διάφοροι άνθρωποι του πνευματικού και καλλιτεχνικού κόσμου της εποχής, όπως ο Φώτος Πολίτης, η Μαρίκα Κοτοπούλη, ο Άγγελος Σικελιανός, η Μυρτιώτισσα, ο Κώστας Ουράνης κα. Και εκεί θα συναντήσει τον Κώστα Καρυωτάκη, τον Τάκη της, τον Ιούνιο του 1928· μια συνάντηση που άφησε γλυκόπικρη γεύση στην ποιήτρια, η οποία στους τελευταίους μήνες της ζωής της θα κατεβεί πάλι στην Αθήνα προσπαθώντας να απολαύσει τη λιγοστή ζωή που της απομένει.
Η Μαρία Πολυδούρη δεν πέθανε στο «Σωτηρία». Μια «αυγούλα μελαγχολική του Απρίλη», όπως προφητικά είχε προβλέψει σε ένα στίχο της άφησε την τελευταία της πνοή στην κλινική Καραμάνου, στην Αθήνα, κοντά σε φίλους της. Ήταν 28 Απριλίου 1930 κι ήταν μόνο 28 χρονών.

Πηγές:
http://www2.rizospastis.gr/wwwengine/story.do?id=2799559&publDate=

Κυριακή, 23 Ιανουαρίου 2011

Βρέχει φως

η ανάρτηση αφιερώνεται στη Δήμητρα,
που ήδη έπεσε με τα μούτρα στην ανάγνωση του βιβλίου για την αγαπημένη της ποιήτρια
Αν ο έρωτας και το πάθος τής Μαρίας Πολυδούρη γίνονται ποίηση ,
στο « Βρέχει φως »,
του Κωστή Γκιμοσούλη, ( εκδ. Κέδρος, 2002)
η σύντομη και ταραγμένη ζωή της γίνονται αφήγηση.
Ο Γκιμοσούλης συνθέτει μια μυθιστορηματική βιογραφία της ποιήτριας,
έχοντας σκύψει με προσοχή και αντλώντας υλικό από πολλές πηγές,
που αναφέρονται στο τέλος του κειμένου του.

Ας παραθέσουμε, όμως, το σημείωμα από τις εκδόσεις Κέδρος για το βιβλίο:

Αφηγητής είναι ένας αιωνόβιος άντρας, κάποιος που αγάπησε με πάθος την ποιήτρια στα νιάτα του, που την ερωτεύτηκε με όλο του το είναι, χωρίς να μπορέσει ποτέ να την κατακτήσει.
Αυτό το γεροντάκι, λοιπόν, θυμάται τα νιάτα του, τη Μαρία και τον Άλλο (Κώστα Καρυωτάκη) και μας μεταφέρει στην Αθήνα της δεκαετίας του ΄20,
σε μια εποχή που χαρακτηρίστηκε “ηττημένη”.

Με πλήθος “δανείων” από τη Λιλή Ζωγράφου, το Γιάννη Χονδρογιάννη, το Γ.Π. Σαββίδη, τον Τάκη Μενδράκο και πολλούς άλλους, ο συγγραφέας καταφέρνει να δημιουργήσει ένα αρκετά πειστικό πορτρέτο της Πολυδούρη. Τη βλέπει σα γυναίκα-ποίηση και όχι σα γυναίκα-ποιήτρια. Μιλά για τα πάθη της, τα λάθη της, την αγάπη της για το θάνατο και τη δίψα της για ζωή. Και αντιμετωπίζει τον Καρυωτάκη σα μια μέγιστη φυσιογνωμία, κι ας ήταν υπόδουλος στα διάφορα “πρέπει” του, που τον έπνιγαν και τον ενέπνεαν.

“Η αληθινή ζωή είναι ανάγλυφη, κινείται με ρυθμούς που είναι έξω από στατιστικές και κατατάξεις. Η αληθινή ζωή, με τους χυμούς της και το αίμα της και τ’ άλεκτά της, δεν περιγράφεται…”, διαβάζουμε στη σελ.129. Αληθινή ζωή ήταν κι αυτή που έζησε η Πολυδούρη, κι ας φλέρταρε τόσο πολύ με την ιδέα του θανάτου. Κολυμπούσε στο σκοτάδι για να βρει το φως, χαμογελούσε στο σκοτάδι για να ζει τη στιγμή

Ο Γκιμοσούλης δεν προσπαθεί να αγιοποιήσει την Πολυδούρη. Αντίθετα, την παρουσιάζει πολύ ανθρώπινη, με πολλές αδυναμίες. Και επιπλέον τη βάζει να μιλά και να σκέφτεται για την αυταρέσκεια της, για τα λάθη της. “Η Μαρία-άνθρωπος έζησε και έσβησε μέσα σε μια ματαιότητα. Ανθισμένη ματαιότητα, όμως”, φαίνεται να είναι το επιμύθιο αυτού του βιβλίου.
Όσοι από εσάς γνωρίζετε τη Μαρία Πολυδούρη, θα βρείτε εδώ μερικά πράγματα, που θα σας γεννήσουν κάποιες σκέψεις σχετικά με τη ζωή και το έργο της. Οι υπόλοιποι θα έχετε μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να κάνετε τη γνωριμία με μια απ’ τις πιο παθιασμένες μορφές του ελληνικού 20ου αιώνα.
Ένα αξιόλογο βιβλίο για πιστούς, και όχι μόνο.

Στις σελίδες του βιβλίου του Γκιμοσούλη διαβάζει κανείς εκτεταμένα αποσπάσματα από το ημερολόγιο της Πολυδούρη· αποσπάματα που μας φέρνουν κοντά στους παλμούς της καρδιάς της, στη σκέψη της, στις αγωνίες της. Τις ημερολογιακές καταθέσεις της τις εκμεταλλεύεται δεξιοτεχνικά ο Γκιμοσούλης συνδέοντας τις με το σώμα του δικού του έργου.
Ένα απόσπασμα από το κεφάλαιο:
Τριάντα Κόκκους Κινίνο
" Γιατί ένα πλάσμα σαν και μένα να ελκύει την αγάπη αυτών που συναντάει μπρος του; Γιατί να μην υπάρχει μέσα μου καρδιά παρά εκεί που δεν πρέπει; Μπορεί ποτέ κανένας να φανταστεί ότι λυπάμαι βαθιά όταν καταλάβω ότι μ'αγαπούν; Κι όμως συμβαίνει γιατί έτσι καταλαβαίνω ότι μου δίνουν κάτι που δεν αξίζω πραγματικά κι αυτό με βασανίζει. Η ψυχή μου και η αγάπη γεννήθηκαν την ίδια μέρα. Δεν είναι αγάπη ό,τι έχω δοκιμάσει μέχρι τώρα... Ώστε είμαι έκφυλη; Θα περάσω όλη μου τη ζωή σπέρνοντας από δω κι από κει ένα ένα τα φύλλα της καρδιάς μου και δοκιμάζοντας πάντα την τρομερή αυτή πλήξη που μου αφαιρεί κάθε περιέργεια και ενδιαφέρον για τα γύρω μου; Ένα όνειρο ακαθόριστο κλείεται μέσα μου. Δεν ζητώ τίποτα πια. Ας φανερωθεί μπρος μου ο άνθρωπος που θα μπορέσω να τον αγαπήσω αληθινά με τρέλα, κι ας μη με αγαπήσει, δε με μέλλει. Θα ζω με την ευτυχία του να αγαπώ και θα πεθάνω έτσι. Δεν ανέχομαι πια την εκκρεμότητα αυτή του να κρέμεται σε μια κλωστή κάθε μου όνειρο. Γεννήθηκα για ν'αγαπώ είναι αλήθεια και δεν μου αρκεί να μ'αγαπούν. Όταν εγώ δεν αγαπώ είμαι δυστυχής κι ας με αγαπούν.

Αυτά που διαβάζεις είναι από το ημερολόγιό της. Η Μαρία πίστευε πως δεν ήταν ικανή ν'αγαπήσει. Ίσως και γι'αυτό να της φαινόταν απίθανο όταν της έλεγαν ότι την αγαπούσαν. Να στο κάνω πιο λιανά: ήταν μια ύπαρξη που μεθούσε από τον εαυτό της κι από ό,τι την περιέβαλλε. Τύπος από τη φύση της εκστατικός, άφηνε την πραγματικότητα να εισχωρεί και να μετασχηματίζεται μαγικά μέσα της. Τη ζούσε στη δική της διάσταση και, από τότε που κατάλαβε τον εαυτό της, ήταν ερωτευμένη διαρκώς με έμψυχα και άψυχα. Δεν μπορούσε να εστιάσει. Να δοθεί κατ'αποκλειστικότητα σε ένα. Ναι, ήταν εγωκεντρική, από μια άποψη· την πιο κοινή. Από την άλλη, όμως, είχε αυτή τη σπάνια ιδιότητα στο κύτταρο, να απλώνεται και να ταυτίζεται με τα πάντα. Στο κάτω κάτω δεν έβλαπτε κανέναν, εκτός από τον εαυτό της. Δεν είναι εύκολο να είσαι το φως μέσα στη νύχτα των άλλων. Άργησε, αλλά υποχρεώθηκε κάποτε να καταλάβει ότι οι άλλοι δεν ένιωθαν τον κόσμο όπως αυτή. Πολλές φορές τα είχε δώσει όλα σε καταστάσεις και είχε εισπράξει την καχυποψία τους και στο τέλος βγήκε και κατηγορούμενη. Η Μαρία ήταν η εξαίρεση και όλοι οι άλλοι ο κανόνας. Η μετριότητα πάντα,να το ξέρεις,είναι αμείλικτη με ό,τι προεξέχει. Η συνείδηση της διαφορετικότητάς της τής δημιούργησε ανασφάλεια. Θα πρέπει να σοκαρίστηκε πολύ κι ακόμα να φοβήθηκε μήπως εκείνη ήταν προβληματική ή, ακόμα σοβαρότερο, αμαρτωλή, επειδή δεν μπορούσε να περιορίσει τον έρωτά της μέσα σ'ένα σχήμα. Αυτή ήταν μία από τις ριζικές ενοχές της. Το ομολογεί και μόνη της."Τον αγαπώ...τον αγαπώ... Καμιά αμφιβολία πια! [...] Δεν μιλώ εν τούτοις. Υποφέρω και υποφέρει κι εκείνος. Αλλά έτσι πρέπει να γίνει. Πρέπει να υποφέρω[...] για να εξιλεωθώ."



Το βιβλίο κοσμούν έργα του Γιάννη Ψυχοπαίδη,
φωτογραφίες των οποίων συνοδεύουν τη σημερινή ανάρτηση

Πέμπτη, 20 Ιανουαρίου 2011

Άντε για service!


Έλεγχος
γραμματολογικής και ερμηνευτικής επεξεργασίας
του ποιήματος « Μελαγχολία Ιάσωνος (…)»

Ας είναι καλά το Γ2θεωρ, που με τις γαλιφιές του και τις συζητήσεις περί γηρατειών και νεότητας κατάφερε να αποτρέψει τη γραπτή άσκηση στην τάξη κι έτσι τώρα, σε αντικατάσταση, ας κάνουμε το δεκάλεπτο έλεγχο της γραμματολογικής και ερμηνευτικής επεξεργασίας του ποιήματος. Περιλαμβάνει στοιχεία γραμματολογικά και ερμηνευτικά απαραίτητα για την ανάλυσή του. Ας σιγουρευτούμε πως τα ξέρουμε, πριν αποχαιρετήσουμε προσωρινά το μελαγχολικό Ιάσονα Κλεάνδρου.


Ποίημα
Στ. 1 Το γήρασμα του σώματος και της μορφής μου
Στ.2 είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.
Στ.3 Δεν έχω εγκαρτέρησι καμιά.
Στ.4 Εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως,
Στ.5 που κάπως ξέρεις από φάρμακα∙
Στ.6 νάρκης του άλγους δοκιμές, εν Φαντασία και Λόγω.

Στ.7 Είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.-
Στ.8 Τα φάρμακά σου φέρε Τέχνη της Ποιήσεως,
Στ.9 που κάμνουνε – για λίγο – να μη νοιώθεται η πληγή.


Ερωτήσεις
(απαντήστε με τη μεγαλύτερη δυνατή συντομία)

1. Πότε πρωτογράφτηκε αυτό το ποίημα και με ποιο τίτλο;
2. Σε ποια ηλικία ήταν ο Καβάφης, όταν πρωτόγραψε το ποίημα αυτό;
3. Ο Ιάσων Κλεάνδρου είναι ιστορικό πρόσωπο;
4. Τι σύμβολο, πιθανώς, αποτελεί η Κομμαγηνή;
5. Κατά το σχολικό εγχειρίδιο, τι αποτελεί ο εκτενής τίτλος του ποιήματος;
6. Σημειώστε τρία πράγματα που πετυχαίνει ο Καβάφης επιλέγοντας το συγκεκριμένο τίτλο.
7.Τι είναι πιθανόν να εννοείται με τη λέξη «μορφή» (στ.1);
8. Τι εκφράζει ο τρίτος στίχος;
9. Σε ποιο στίχο παρατηρείται το σχήμα της υπαλλαγής; Πώς θα ήταν ο στίχος χωρίς υπαλλαγή;
10. Με τι παρομοιάζεται ο χρόνος στο ποίημα;
11. Με τι παρομοιάζονται τα ποιήματα στο ποίημα;
12. Σε ποιο στίχο υπάρχει ποιητική αποστροφή;
13. Αναφέρετε δύο προσωποποιήσεις που υπάρχουν στο ποίημα.
14. Αναφέρετε ένα σχήμα υπερβατό που υπάρχει στο ποίημα.
15. Αναφέρετε τρία στοιχεία καθαρεύουσας που υπάρχουν στο ποίημα.
16. Κατά το σχολικό εγχειρίδιο, τι ζητάει ο ποιητής από την Ποίηση;
17. Τι αποδεικνύουν οι εκφράσεις του στίχου 9 «για λίγο» και «να μη νοιώθεται»;
18. Τι αποδεικνύουν οι εκφράσεις των στίχων 5 και 6 « κάπως» και «νάρκης του άλγους δοκιμές»;
19. Σε ποια καβαφική περιοχή ποιημάτων κατατάσσεται το ποίημα αυτό;
20. Αποδοχή και συμβιβασμό ή αντίδραση απέναντι στο γήρασμα εκφράζει το ποίημα αυτό;
21. Με ποια έννοια χρησιμοποιεί τη «Φαντασία» συνήθως ο Καβάφης;
22. Φαντασία και Λόγος: Πού αλλού συναντάμε αυτούς τους όρους;


Τις απαντήσεις με mail ή σε χαρτί στην τάξη.
Καλή συνέχεια.

Παρασκευή, 14 Ιανουαρίου 2011

Θα τους δείτε, κάποιες φορές, μες στη βροχή και μες στη θλίψη


Κ. Καβάφη
Μελαγχολία του Ιάσωνος Κλεάνδρου·
ποιητού εν Κομμαγηνή· 595μ.Χ


Το γήρασμα του σώματος και της μορφής μου
είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.
Δεν έχω εγκαρτέρησι καμιά.
Εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως,
που κάπως ξέρεις από φάρμακα∙
νάρκης του άλγους δοκιμές, εν Φαντασία και Λόγω.

Είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.-
Τα φάρμακά σου φέρε Τέχνη της Ποιήσεως,
που κάμνουνε – για λίγο – να μη νοιώθεται η πληγή.


Για τη Μελαγχολία του Ιάσωνος Κλεάνδρου έχουμε μιλήσει και άλλες φορές
(http://logotexniakatefthinsis.blogspot.com/2009/12/blog-post.html
http://logotexniakatefthinsis.blogspot.com/2009/12/blog-post_18.html )

Όμως πάντα στην τάξη υπήρχε μια απόσταση – η απόσταση της ηλικίας. Η εφηβική, η νεανική ηλικία, λίγο εγωιστική απ’ τη φύση της, περήφανη, δεν αφήνει πολύ χώρο για το γήρας. Η υπαρξιακή αγωνία της φθοράς «του σώματος και της μορφής», ευτυχώς, δεν έχει χτυπήσει την πόρτα της ακόμα.
Μια και λείπει το βίωμα, λοιπόν, επιστρατεύεται η συζήτηση, ο προβληματισμός, ώστε να μπορέσουμε να αντικρύσουμε καθαρότερα την «πληγή από φρικτό μαχαίρι» που είναι το γήρασμα.
Συμβολή σ΄ αυτή τη συζήτηση και το τραγούδι του
Jacques Brel
«Les vieux»,
Οι γέροι, που «ακόμα κι αν ζουν στο Παρίσι όλοι στην «επαρχία» ζουν (..), ακόμα και πλούσιοι είναι φτωχοί, χωρίς αυταπάτες».

Πριν το ακούσετε, διαβάστε το, δείχνοντας κατανόηση για την πρόχειρη μετάφραση,

Les vieux ne parlent plus ou alors seulement parfois du bout des yeux
Οι γέροι δε μιλάνε πια ή μόνο μερικές φορές με την άκρη των ματιών
Même riches ils sont pauvres, ils n'ont plus d'illusions et n'ont qu'un coeur pour deux
Ακόμα και πλούσιοι είναι φτωχοί, δεν έχουν πια αυταπάτες και δεν έχουν παρά μια καρδιά για δυο
Chez eux ça sent le thym, le propre, la lavande et le verbe d'antan
Σπίτι τους μυρίζει το θυμάρι, το καθαρό, η λεβάντα κι οι λέξεις του παρελθόντος
Que l'on vive à Paris on vit tous en province quand on vit trop longtemps
Ακόμα κι αν ζουν στο Παρίσι , όλοι στην «επαρχία» ζουν, όταν γερνούν τόσο πολύ
Est-ce d'avoir trop ri que leur voix se lézarde quand ils parlent d'hier
Κι είναι που έχουν γελάσει τόσο που η φωνή τους σπάει, όταν για το χτες μιλούν
Et d'avoir trop pleuré que des larmes encore leur perlent aux paupières
Και που έχουν κλάψει τόσο που τα δάκρυα ακόμα στα βλέφαρά τους λαμπυρίζουν
Et s'ils tremblent un peu est-ce de voir vieillir la pendule d'argent
Κι αν τρέμουν λίγο είναι που βλέπουν να γερνάει το παλιό ασημένιο ρολόι
Qui ronronne au salon, qui dit oui qui dit non, qui dit: je vous attends
που ρονρονίζει στο σαλόνι και λέει ναι και λέει όχι και λέει «σας περιμένω»

Les vieux ne rêvent plus, leurs livres s'ensommeillent, leurs pianos sont fermés
Οι γέροι δεν ονειρεύονται πια, τα βιβλία τους μισοκοιμισμένα, τα πιάνα τους κλειστά
Le petit chat est mort, le muscat du dimanche ne les fait plus chanter
Η μικρή γατούλα έχει πεθάνει και το μοσχάτο κρασί της Κυριακής δεν τους κάνει πια να τραγουδούν
Les vieux ne bougent plus leurs gestes ont trop de rides leur monde est trop petit
Οι γέροι δε μετακινούνται πια· οι εκφράσεις τους έχουν τόσες ρυτίδες κι ο κόσμος τους είναι τόσο μικρός
Du lit à la fenêtre, puis du lit au fauteuil et puis du lit au lit
Απ’ το κρεβάτι στο παράθυρο, μετά από το κρεβάτι στην πολυθρόνα και μετά από το κρεβάτι στο κρεβάτι
Et s'ils sortent encore bras dessus bras dessous tout habillés de raide
Κι αν ακόμα βγαίνουν, χέρι με χέρι πιασμένοι, με ρούχα ατσαλάκωτα
C'est pour suivre au soleil l'enterrement d'un plus vieux, l'enterrement d'une plus laide
Είναι για ν’ ακολουθήσουν στη λιακάδα την εκφορά ενός πιο γέρου, την εκφορά ενός πιο άσχημου
Et le temps d'un sanglot, oublier toute une heure la pendule d'argent
Και η ώρα ενός λυγμού, να ξεχάσουν για λίγο το παλιό ασημένιο ρολόι
Qui ronronne au salon, qui dit oui qui dit non, et puis qui les attend
Που ρονρονίζει στο σαλόνι και λέει ναι και λέει όχι και μετά τους περιμένει

Les vieux ne meurent pas, ils s'endorment un jour et dorment trop longtemps
Οι γέροι δεν πεθαίνουν· αποκοιμούνται μια μέρα και κοιμούνται για χρόνο πολύ
Ils se tiennent la main, ils ont peur de se perdre et se perdent pourtant
Κρατιούνται απ’το χέρι, φοβούνται μη χαθούν και ωστόσο χάνονται
Et l'autre reste là, le meilleur ou le pire, le doux ou le sévère
Και ο άλλος μένει εκεί, ο καλύτερος ή ο χειρότερος, ο γλυκός ή ο αυστηρός
Cela n'importe pas, celui des deux qui reste se retrouve en enfer
Αυτό δεν έχει σημασία, αυτός που μένει θα ξαναβρεθεί στην κόλαση
Vous le verrez peut-être, vous la verrez parfois en pluie et en chagrin
Θα τον δείτε, ίσως, θα τη δείτε κάποιες φορές μες στη βροχή και μες στη θλίψη
Traverser le présent en s'excusant déjà de n'être pas plus loin
Να διασχίζει το παρόν ζητώντας κιόλας συγγνώμη που δεν είναι πιο μακριά
Et fuir devant vous une dernière fois la pendule d'argent
Και να δραπετεύει από μπροστά σας μια τελευταία φορά το παλιό ασημένιο ρολόι
Qui ronronne au salon, qui dit oui qui dit non, qui leur dit: je t'attends
Που ρονρονίζει στο σαλόνι και λέει ναι και λέει όχι και λέει «σας περιμένω»
Qui ronronne au salon, qui dit oui qui dit non et puis qui nous attend
Που ρονρονίζει στο σαλόνι και λέει ναι και λέει όχι και μετά μας περιμένει.

Και τώρα ακούστε το.
Διάλεξα από το youtube την οπτικοποίηση με τους τους αγγλικούς υπότιτλους που «παρακολουθούν» την εκφορά του γαλλικού λόγου και βοηθάνε την κατανόησή του, αλλά και όπου μπορεί κανείς να δει από «κοντά» τον αλησμόνητο Jacques Brel να αποδίδει με ιδιαίτερη εκφραστικότητα το τραγούδι του






Γράψτε μας, αν θέλετε ένα σχόλιο για το τραγούδι, τους στίχους του, τη σχέση του με το δικό μας ποίημα.

Καλό σαββατοκύριακο
– μ’αυτά και με άλλα τελειώνει και το α΄ τετράμηνο…

Παρασκευή, 7 Ιανουαρίου 2011

Όνειρο αυγουστιάτικο, στο κύμα

η σημερινή ανάρτηση είναι αφιερωμένη στη Ρούλα
( ή, μάλλον, ΕΙΝΑΙ της Ρούλας..)


Ας παρατείνουμε τις διακοπές μας άλλες δυο-τρεις μέρες πριν μπούμε στην περίοδο που θα μας φέρει πιο κοντά στην άνοιξη, μια περίοδο που μπορεί να «βγει» πολλή δουλειά
από όσους παλεύουν φέτος για τις πανελλαδικές. Και ας ακούσουμε ένα ονειρικό τραγούδι, τραγούδι του οποίου κάποιοι στίχοι μάς μεταφέρουν σε ένα άλλο όνειρο, στο όνειρο στο κύμα,
αλλά και στη μαγεία που αυτό προκαλούσε στο μικρό πρωταγωνιστή που ένοχα το βίωνε.

Τον « Αύγουστο», του Νίκου Παπάζογλου,
είχε την παρατηρητικότητα και την ευαισθησία να τον ακούσει « παράλληλα» με το όνειρο στο κύμα
η daflek
και την καλοσύνη να το αφιερώσει στους αναγνώστες του ιστολόγιου.

Μα γιατί το τραγούδι να 'ναι λυπητερό
με μιας θαρρείς κι απ' την καρδιά μου ξέκοψε
κι αυτή τη στιγμή που πλημμυρίζω χαρά
ανέβηκε ως τα χείλη μου και με 'πνιξε
φυλάξου για το τέλος θα μου πεις
Σ' αγαπάω μα δεν έχω μιλιά να στο πω
κι αυτό είναι ένας καημός αβάσταχτος
λιώνω στον πόνο γιατί νιώθω κι εγώ
ο δρόμος που τραβάμε είναι αδιάβατος
κουράγιο θα περάσει θα μου πεις
Πώς μπορώ να ξεχάσω τα λυτά της μαλλιά
την άμμο που σαν καταρράχτης έλουζε
καθώς έσκυβε πάνω μου χιλιάδες φιλιάδια
μάντια που απλόχερα μου χάριζε
θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό
Σε ποιαν έκσταση απάνω σε χορό μαγικό
μπορεί ένα τέτοιο πλάσμα να γεννήθηκε
από ποιο μακρινό αστέρι είναι το φως
που μες τα δυο της μάτια πήγε κρύφτηκε
κι εγώ ο τυχερός που το 'χει δει
Μες το βλέμμα της ένας τόσο δα ουρανός
αστράφτει συννεφιάζει αναδιπλώνεται
μα σαν πέφτει η νύχτα πλημμυρίζει με φως
φεγγάρι αυγουστιάτικο υψώνεται
και φέγγει από μέσα η φυλακή
( στίχοι Ν. Παπάζογλου)





Μάλιστα, για να μη μείνουν παραπονεμένοι οι φανατικοί των αναλύσεων,
η καλή συνάδελφος μάς στέλνει και ένα εύστοχα επιλεγμένο σχόλιο του Στρατή Πασχάλη για το διήγημά μας:


«Περίεργο αφήγημα. Στην πρώτη ματιά, ερωτικό, ειδυλλιακό.
Στη δεύτερη, ατμοσφαιρικό, μυστηριακό. Στην Τρίτη, συμβολικό, αλληγορικό. Στην τέταρτη, ακαθόριστο, σιβυλλικό. Κι όμως, πάντα απλό, τόσο απλό, ώστε μοιάζει αυτονόητο. Σαν παραμύθι. Ένα βοσκόπουλο, μια νύχτα, βλέπει τυχαία την αγαπημένη τουνα κολυμπά στη θάλασσα. Ξαφνικά η κοπέλα κινδυνεύει να πνιγεί. Το αγόρι πέφτει στα κύματα και τη σώζει. Καθώς την κρατά για να την βγάλει έξω, νιώθει να πραγματώνεται στιγμιαία το ερωτικό του όνειρο –το υπέροχο άγγιγμά της. Χρόνια μετά, βοηθός δικηγόρου πια, δούλος της βιοπάλης, νοσταλγεί την εφηβική αυτή εμπειρία του, κι αναφωνεί .
Ὤ ἄς ἤμην ἀκόμη βοσκός εἰς τά ὄρη!....




Αναρωτιέμαι, αν ο έφηβος αυτός ποιμένας που κοίταζε τό ηλιοκαές πρόσωπόν του να γυαλίζεται εἴς τά ρυάκια και τάς βρύσεις, δεν είναι κάτι σαν άλλος Νάρκισσος, ερωτευμένος, αν όχι με τον εαυτό του, τουλάχιστον με τον ίδιο τον Έρωτα, ένας άλλος Αδάμ πριν υπάρξει η Εύα – δεν είναι τυχαία η αναφορά στην Εύα κάπου μέσα στο αφήγημα – κι αν αγαπά πράγματι τη νεαρή χωρική, τη Μοσχούλα, την πεζή και ασυγκίνητη, κι όχι «τό ἴδιον ὄνειρόν του», τη χίμαιρα που πλάθουν τα σκοτεινά και ανεξερεύνητα πρώτα σκιρτήματα;

Κι αν τη νύχτα εκείνη είδε όντως το πραγματικό κορίτσι να λούζεται στ’ αρμυρά νερά, και το έσωσε όταν κινδύνεψε, ή μήπως είδε μία οπτασία της φαντασίας του, τον αντικατοπτρισμό των πιο ευγενικών του πόθων, το αρχέτυπο της δικής του ψυχής, το ίνδαλμα του πιο ανέκφραστου έρωτά του, να λικνίζεται, με σάρκα και οστά, στους ωκεανούς των μυστηρίων; Κι αυτή η μικρή κατσίκα, που της είχε δώσει το όνομα της δήθεν αγαπημένης του για να τη νιώθει κοντά του, γιατί άραγε έπρεπε να πνιγεί; Μήπως γιατί το σκοινί που την έδενε ήταν το σύμβολο του συμβατικού δεσμού που συνδέει τ’ αντρόγυνα και σκοτώνει τον έρωτα; Ίδιο με το σκοινί που δένει το δούλο με τον αφέντη, τον υπάλληλο με τον προϊστάμενο, τον άνθρωπο με τον άλλον άνθρωπο, μέσα στη σύμβαση της κοινωνίας; Και μήπως θα ήταν καλύτερα, ύστερα από την καταλυτική αυτή εμπειρία του, να πάρει το δρόμο του μοναχισμού για να βιώσει μέχρι τέλους, αν όχι το φυσικό, τουλάχιστον τον ιερό ναρκισσισμό, τον καθαγιασμένο, προσπαθώντας να διασώσει μέσα του τον θεϊκό έρωτα που ένιωσε ’κείνη τη νύχτα όταν κράτησε στην αγκαλιά του την εκπλήρωση όλων των επιθυμιών σ’ ένα άγγιγμα σαρκικό με κάτι που ήταν Ὄνειρο; Και τι να ’ναι αυτά τα «ὄρη» που λαχταρά; Μήπως δεν είναι οι απόμερες ερημιές, αληθινές και μεταφορικές, μακριά από τη μιζέρια της κοσμικής καταδίκης, όπου μπορεί κανείς να συντηρήσει εντός του δροσερή τη φλόγα της αγάπης γι’ αυτό που βαθιά ποθεί, και που τελικά, μες στην απτή πραγματικότητα, δεν υπάρχει;

Κι όλα αυτά τόσο ανάλαφρα, μεθυστικά ειπωμένα, έστω κι αν στο βάθος της παπαδιαμαντικής γοητείας ακούγεται πάντα υπόκωφος σπαραγμός…..». Στρατής Πασχάλης για το «Ὄνειρο στο κῦμα» από το «Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης Σκοτεινά παραμύθια» εισαγωγή-επιλογή διηγημάτων- σχόλια Στρατής Πασχάλης, εκδ. ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, Αθήνα 2001


Daflek, ένα ευχαριστώ λίγο είναι

Δευτέρα, 3 Ιανουαρίου 2011

Εγώ βαρκούλα μοναχή, βαρκούλ' αποδαρμένη, μέσα σε πέλαγο ανοιχτό, σε θάλασσ' αφρισμένη...

η σημερινή ανάρτηση είναι αφιερωμένη στη Στέλλα


(Έτσι όπως πάμε, θα κατηγορηθούμε για
παπαδιαμαντική μονομανία,
αλλά, πιστέψτε το, είναι συμπτωματικό.)

Είναι καιρός που η Στέλλα μάς είχε στείλει
το «σκοτεινό τρυγόνι», του Παπαδιαμάντη,
για να το ακούσουμε μελοποιημένο όπως είναι στο ομώνυμο CD
των Νίκου Μαστοράκη, Κώστα Πανταζή, Μανόλη Λιαπάκη,
οι οποίοι έβαλαν μουσική σε 12 ποιήματα του σκιαθίτη συγγραφέα
για τις ανάγκες της θεατρικής διασκευής
του έργου «Φόνισσα», που παρουσιάστηκε το 2003.
Στο CD συμμετέχουν ο Σωκράτης Μάλαμας, ο Ψαραντώνης,
η Νίκη Τσαΐρέλη, η Λιζέτα Καλημέρη,
η Μαρία Κώττη (τραγουδίστρια των Χαΐνηδων),
η Νίκη Ξυλούρη, ο Χαρίλαος Παπαδάκης και ο Μανόλης Λιαπάκης.


Το ποίημα αυτό ο Παπαδιαμάντης το είχε γράψει
για τη μητέρα του, όταν ήταν 23 χρονών και είναι
από τις πρώτες του γνωστές λογοτεχνικές καταθέσεις.
Παρατηρεί κανείς ότι εμείς, οι…εθισμένοι υποψήφιοι των πανελλαδικών,
μπορούμε να το δούμε ως παράλληλο κείμενο
του Αμαρτήματος της μητρός μου, του Βιζυηνού,
και ν’ αρχίσουμε να ανακαλύπτουμε ομοιότητες και διαφορές.
Φαντάζομαι, όμως, ότι η πρόθεση της Στέλλας ήταν μόνο
να μας χαρίσει μερικές ωραίες στιγμές και ίσως
να μας θυμίσει πόσο όμορφα ταξιδεύουν τα κείμενα στο χρόνο
μέσα από τις μουσικές και τις καρδιές μας.

ΤΟ ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΤΡΥΓΟΝΙ
"Μάννα μου, εγώ 'μαι τ' άμοιρο, το σκοτεινό τρυγόνι
οπού το δέρνει ο άνεμος, βροχή που το πληγώνει.
Το δόλιο! όπου κι αν στραφεί κι απ' όπου κι αν περάσει,
δε βρίσκει πέτρα να σταθεί, κλωνάρι να πλαγιάσει.

Εγώ βαρκούλα μοναχή, βαρκούλ' αποδαρμένη
μέσα σε πέλαγο ανοιχτό, σε θάλασσ' αφρισμένη,
παλαίβω με τα κύματα χωρίς πανί, τιμόνι
κι άλλη δεν έχω άγκυρα πλην την ευχή σου μόνη.

Στην αγκαλιά σου τη γλυκιά, μανούλα μου, ν' αράξω
μες στο βαθύ το πέλαγο αυτό πριχού βουλιάξω.

Μανούλα μου, ήθελα να πάω, να φύγω, να μισέψω
του ριζικού μου από μακριά τη θύρα ν' αγναντέψω.
Στο θλιβερό βασίλειο της Μοίρας να πατήσω
κι εκεί να βρω τη μοίρα μου και να την ερωτήσω.

Να της ειπώ: είναι πολλά, σκληρά τα βασανά μου,
ωσάν το δίχτυ που σφαλνά θάλασσα, φύκια κι άμμο
είναι κι η τύχη μου σκληρή, σαν την ψυχή τη μαύρη
π' αρνήθηκε την Παναγιά κι οπώλεος δεν θαύρει.

Κι εκείνη μ΄αποκρίθηκε κι εκείνη απελογήθη:
"Ήτον ανήλιαστη, άτυχε, η μέρα που γεννήθης
άλλοι επήραν τον ανθό και συ τη ρίζα πήρες
όντας σε έπλασ' ο Θεός δεν είχε άλλες μοίρες".



Στέλλα, σ' ευχαριστούμεε!

Σάββατο, 1 Ιανουαρίου 2011

Καλή χρονιά!


Ευχές
για τη νέα χρονιά σε όλους!
Να περπατήσουμε σε δρόμους γνήσιους, της ψυχής,
της αλληλεγγύης, του ονείρου.

Παιδιά, τα όνειρά σας "κρατώντας
σα μια σπίθα τρεμόσβηστη στις υγρές σας παλάμες".



100 χρόνια πριν,
πρωτοχρονιά του 1911,
αφήνει την τελευταία του πνοή




ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης.
Έχει επιστρέψει στο νησί του και τις τελευταίες του στιγμές
ακούει τη μεγάλη συγχωρητική ευχή που του διαβάζει ο αρχιμανδρίτης Μπούρας.
Ας δούμε πώς σημειώνει τις στιγμές αυτές ο Octave Μerlier στην εισαγωγή του βιβλίου του «Skiathos ile grecque»:
« Ένα μικρό δωμάτιο με ασβεστωμένους τοίχους. Ένα τζάκι κοντά στο παράθυρο, που βλέπει προς το αυλάκι. Αντίς από κρεβάτι, μέσα σ’ ένα είδος ντουλάπας του τοίχου, κάτι κηλίμια στο πάτωμα. Στο τζάκι στάχτη ζεστή. Έξω το κρύο είναι δυνατό. Κατάχαμα, πάνω στα κηλίμια, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης αναρριγεί. Φώναξε τον αρχιμανδρίτη Μπούρα και του ζήτησε να του διαβάσει από το ωραίο του ιστορημένο χειρόγραφο, όπου είχε μαζί με τις λειτουργίες του ιερού Χρυσοστόμου και του Μεγάλου Βασιλείου την ωραία προσευχή των μεγάλων αμαρτωλών που μετανοούν.


(…) Μέρες τώρα δεν μπορούσε να ησυχάσει, τόσο πονεμένο ήταν όλο του το κορμί. Είχε μιαν άσχημη γρίππη, πνευμονία, λένε άλλοι. Δεν ήθελε να τον ιδεί γιατρός.
Ήταν του Αγίου Βασιλείου, ανήμερα Πρωτοχρονιάς. Θέλησε να σηκωθεί. Δε βρήκε τη δύναμη και τα μάτια του γέμισαν δάκρυα. Τη νύχτα ζήτησα από τις αδελφές του κάποιο βιβλίο. Αυτό που του έφεραν δεν ήταν αυτό που ζητούσε. –«Μπα, δεν πειράζει, είπε. Το παίρνω αύριο». Τι να ‘ταν; Ο Όμηρος, τα Ευαγγέλια, ο Θουκυδίδης, ο Σαίξπηρ, - αυτό το βιβλίο που στις στερνές εκείνες ώρες τον είδαν να το θωπεύει σαν τυφλός, αδύναμος και να κρατήσει ακόμα στα πυρετικά του χέρια το μικρό τομίδιο;


Είπε στις αδελφές του και στους φίλους του να τον αφήσουν και γυρνώντας προς τον τοίχο άρχισε να ψέλνει χαμηλόφωνα το δοξαστικό της ένατης ώρας των Θεοφανείων. Στη μία μετά τα μεσάνυχτα οι αδελφές του τον βρήκαν κοιμισμένο, με τα μάτια κλειστά, παγωμένο. Τον έθαψαν την άλλη μέρα, 3 Ιανουαρίου του 1911.
Έξω χιόνιζε. Κατά το ελληνικό έθιμο, τον πήγαν στην εκκλησία κι ύστερα στο κοιμητήριο σ’ ένα φέρετρο ανοιχτό. Οι νιφάδες έπεφταν στο μέτωπό του και στα μαύρα μαλλιά του, για να παρουσιαστεί, θαρρείς, ακόμα καθαρότερος «αυτός και η ζωή του και οι πράξεις του ενώπιον του Κριτού, του Παλαιού Ημερών του Τρισαγίου»

100 χρόνια μετά, σήμερα, τον θυμόμαστε.
Καλή χρονιά σε όλους!