Δευτέρα, 28 Ιουνίου 2010

Χωρίς να το ηξεύρω, ήμην ευτυχής


Τι χαρά να συναντάς καινούριες αναγνώσεις έργων που, υποτίθεται, γνωρίζεις καλά. Τι χαρά τα γνώριμά σου να ντύνονται καινούρια φορέματα και να σε καλημερίζουν φρέσκα φρέσκα..

Στην Καθημερινή της Κυριακής ο Νίκος Ξυδάκης μάς προσφέρει ένα άρθρο όπου μας καλεί να δούμε με άλλη ματιά το διήγημα του Παπαδιαμάντη "Όνειρο στο κύμα", που διδάσκεται κάθε χρόνο στην κατεύθυνση. Σας το μεταφέρω, γνωρίζοντας πως θα μπορέσουν να το απολαύσουν όσοι θυμούνται το διήγημα, όπου ο ήρωας διανύει μια οδυνηρή διαδρομή απ' την αθωότητα στην ενοχή, από το αληθινό στο επίπλαστο.


" Χωρίς να το ηξεύρω, ήμην ευτυχής

Tου Nικου Γ. Ξυδακη

«Καθώς ο σκύλος, ο δεμένος με πολύ κοντόν σχοινίον εις την αυλήν του αυθέντου του, δεν ημπορεί να γαυγίζη ούτε να δαγκάση έξω από την ακτίνα και το τόξον τα οποία διαγράφει το κοντόν σχοινίον, παρομοίως κ’ εγώ δεν δύναμαι ούτε να είπω, ούτε να πράξω τίποτε περισσότερον παρ’ όσον μου επιτρέπει η στενή δικαιοδοσία, την οποίαν έχω εις το γραφείον του προϊσταμένου μου».
Περιγράφει τον εαυτό του αυτολοιδορούμενος ο παπαδιαμαντικός αφηγητής, στο «Ονειρο στο κύμα». Και περιγράφει την παρούσα κατάσταση πικράς αθυμίας του Ελληνος, έτσι δεμένου με κοντό σχοινί, ώστε αν τεντωθεί να κινδυνεύει να πνιγεί, να σχοινιασθή.

Οσες φορές διαβάζω το «Ονειρο στο κύμα», διακρίνω κάτι καινούργιο. Τούτη τη φορά, μέσα από την αυτολοιδορία του Παπαδιαμάντη διακρίνω τη σοφή αποδοχή του παρόντος: το παρόν ως ήπια διάψευση προσδοκιών, ως αναπόφευκτη προδοσία του παρελθόντος, το παρόν ως αναπόδραστη πτώση του φυσικού ανθρώπου, του «ωραίου εφήβου, του καστανόμαλλου βοσκού», και ως ανάδυση του μετέωρου μεσήλικου, του «περιωρισμένου και ανεπιτήδειου».
Ετσι ακούει τον σφυγμό της τώρα η γενιά της μεταπολίτευσης: νηματώδη, σιγαλό, σβησμένο· σαν υπόμνηση διαρκούς προδοσίας, σαν αφήγηση μετάλλαξης: «Ημην πτωχόν βοσκόπουλο εις τα όρη. Δεκαοκτώ ετών, και δεν ήξευρα ακόμη άλφα. Χωρίς να το ηξεύρω, ήμην ευτυχής. [...] Ημην ωραίος έφηβος, κ’ έβλεπα το πρωίμως στρυφνόν, ηλιοκαές πρόσωπόν μου να γυαλίζεται εις τα ρυάκια και τας βρύσεις...»

Ημην ο Δάφνις, ο Ορφέας... Και είμαι δεσμώτης, ηττημένος, υπόδουλος και άπραγος. Το ένα άκρο της αφήγησης μάς φέρνει αβίαστα στο άλλο. Ο αφηγητής δεν νοσταλγεί μόνο, περιγράφει εναργώς την προδιαγεγραμμένη πορεία, από την αθωότητα προς τη γνώση, από την ανεμελιά του ευγενούς άγριου προς την κατήφεια του αποξενωμένου μισθωτού. Ωστόσο, η αποδοχή της σκληρής μοίρας, ο αυτοοικτιρμός και ο αυτοσαρκασμός, δεν αποτρέπουν τον στεναγμό και τη λαχτάρα της αναπολήσεως: «Ω! ας ήμην ακόμη βοσκός εις τα όρη!..». Ο πυρήνας είναι πυρακτωμένα ρομαντικός, είναι η αιώνια επιστροφή στη νιότη, ο Παπαδιαμάντης δεν αποδέχεται την προσγείωση στον «περιωρισμένο και ανεπιτήδειο» βίο, αντηχεί τον αιώνιο έφηβο Ρεμπώ, τον παράφορο Μπωντλέρ, τον ειρωνευτή Φλωμπέρ, τον ανατόμο Μπαλζάκ.
Παρόμοια πτώση και παρόμοια άρνηση βιώνει τώρα η γενιά της Μεταπολίτευσης – όσοι τουλάχιστον μπορούν ακόμη να ανακαλέσουν τη νεανική αθωότητα και να την αισθανθούν. Ακόμη και τα χρόνια του ’70, ώς τις αρχές του ’80, η αθωότητα έμοιαζε με τα χρόνια του Παπαδιαμάντη. Τα νησιά, τα χωριά, οι επαρχιακές πόλεις είχαν δικούς τους ρυθμούς, χαρακτήρα. Η Αθήνα ήταν μια μεσογειακή πόλη, ράθυμη, με βραδύ βίο, φθηνή διαβίωση· δεν ήταν η σημερινή μητρόπολη των άκρων, των νεόπλουτων και των αποκλεισμένων, του εγκλήματος και της ασυμμετρίας, της φαντασμαγορίας.

Αλλαξαν οι άνθρωποι. Αλλάξαμε. Ξεχάσαμε το χωριό καταγωγής, κι όταν το θυμηθήκαμε είχε αλλάξει και μας πλήγωνε. Ξεχάσαμε τη γενέθλια γειτονιά, κι όταν επιστρέψαμε δεν την αναγνωρίζαμε. Ο τουρισμός κατέφαγε τα νησιά, οι επιδοτήσεις και η αστυφιλία σάρωσαν την επαρχία, οι καφετέριες και τα μπουζούκια κατακυρίευσαν τις πόλεις, οι ντοπιολαλιές σαρώθηκαν από τη lingua των τηλεοπτικών δελτίων και των σίριαλ, τα πρώην βοσκόπουλα μεταβλήθηκαν σε δικηγόρους «με δίπλωμα προλύτου», με δεύτερο Ι.Χ., με διαζύγιο και βάρη, φυλή νεόχλιδων με ξεπουλημένες γαίες και δανεικά, με εκσυγχρονισμένα λάιφ-στάιλ.

Γινήκαμε άλλοι. Απληστοι, λιμασμένοι πάντα, και όλο περισσότερο περιωρισμένοι, με όλο και πιο κοντόν σχοινίον εις την αυλή του αυθέντου, αόρατο σχοινί σε αυλή αόρατου αφέντη, υπερτοπικού και διάσπαρτου. Η απώλεια της δικής μας αθωότητας συντελέστηκε αόρατα, δεν την είδαμε, δεν την νιώσαμε καν σαν απώλεια· ίσως τη βιώσαμε κιόλας σαν κέρδος, σαν νίκη, ότι παραχώσαμε βαθιά μες στο τσιμέντο την αθωότητα του χώματος, αυτή τη μισητή σβουνιά της καταγωγής.

Γινήκαμε άλλοι. Αφεύκτως. Μα τη ζήσαμε ασυλλόγιστα αυτή τη μεταμόρφωση, χωρίς να τη στοχαστούμε, να τη ζυγίσουμε, να κρατήσουμε νήματα. Ωστε όταν τέλειωσε ο μετεωρισμός στην εικονική χλιδή, η πτώση ήρθε οδυνηρή, πάνω στο κάγκελο, μες στον κουβά – του χρηματιστηρίου, των δανεικών, των υπερτροφικών προσδοκιών, της ματαίωσης.
Γινόμαστε άλλοι. Σχοινιασθήκαμε. Ας νοσταλγήσουμε τον φυσικό άνθρωπο, μήπως τον ξαναβρούμε στα πρόσωπα των παιδιών μας («ωραίος έφηβος, καστανόμαλλος...») Είτα, θα προσφύγουμε στην παρηγορητική ανάγνωση του «Ξεπεσμένου δερβίση». "

( Πόσες προεκτάσεις στα κείμενα,
που δε θα χαρούμε στην προετοιμασία για τις εξετάσεις;)

Κυριακή, 20 Ιουνίου 2010

Σημείωμα για έναν πολυαγαπημένο φίλο


(Επιτρέψτε σ’ αυτό το μπλογκ κάπου κάπου να ξεφεύγει από τα στενά όρια της ύλης των εξετάσεων. Αγαπάει περισσότερο τη λογοτεχνία από τις εξετάσεις)

Πριν δυο μέρες πέθανε ο πολυαγαπημένος πορτογάλος συγγραφέας
Josè Saramago
Με τον Ζ. Σαραμάγκου γνωριστήκαμε το 1998, όταν πήρε το Νobel.
Μου τον σύστησε με τον καλύτερο τρόπο η εμπνευσμένη μεταφράστριά του,
Αθηνά Ψυλλιά,
στο «Περί τυφλότητας».
Ήταν από εκείνες τις γνωριμίες που σε συνεπαίρνουν από την αρχή.
«Έλα να σου γνωρίσω τους ήρωές μου», μου είπε, «μπορούμε να παίξουμε όλοι μαζί».
Τους κινούσε όλους κατά τα κέφια του, συνομιλούσε μαζί τους και μαζί μου,
καμιά φορά έκανε να ανακατευτεί και στην εξέλιξη της υπόθεσης.
Δεν αργούσα καθόλου μα καθόλου να μπω στο συναρπαστικό παιχνίδι που μου έθετε.
Ο αφηγητής στα έργα του Σαραμάγκου δεν είναι ο τυπικός παντογνώστης αφηγητής. Νομίζω πως η θεωρία της λογοτεχνίας πρέπει να επινοήσει κάποιον καινούργιο τύπο αφηγητή, για να καλύψει αυτόν του Ζοζέ Σαραμάγκου.
Θεός και ταυτόχρονα πλάσμα ανήμπορο, γεμάτο απορίες,
δυνατός και αδύναμος να επηρεάζει ήρωες και δράση,
φορές φορώντας τη μάσκα του ίδιου του συγγραφέα και φορές προδίνοντάς τον, παιχνιδιάρης πάντα και σκωπτικός, ευφάνταστος, στοχαστικός και θυμόσοφος,
άριστος συζητητής, δε διστάζει να σου κάνει ερωτήσεις, να προτείνει
και περιμένει κι από σένα προτάσεις, εμφανίζεται και εξαφανίζεται,
άλλοτε στο φως και στο προσκήνιο
κι άλλοτε αφημένος στη γοητεία που του ασκούν οι ίδιοι οι ήρωές του…

Ένα ατελείωτο παιχνίδι η ανάγνωση, ένα παιχνίδι που ασκεί ακατανίκητα την έλξη του πάνω σου. Μια ατέρμονη συζήτηση με έναν πνευματώδη άνθρωπο, αντισυμβατικό, ευφάνταστο, τοποθετημένο πάντα σε ένα ελκυστικό σκηνικό που ξαφνιάζει
και που σε καλεί να πάρεις θέση, ή, τουλάχιστον, να απολαύσεις την κουβέντα.




Το πιο αγαπημένο του παιχνίδι, αυτό που γρήγορα έγινε και δικό μου αγαπημένο,
είναι αυτό με τα απροσδόκητα ερωτήματα.
Ή καλύτερα, με τις απροσδόκητες υποθέσεις:
«Τι θα συμβεί αν κάποια ωραία μέρα ενσκήψει επιδημία τύφλωσης; Τι θα συμβεί σε έναν κόσμο που οι άνθρωποι θα χάσουν την όρασή τους;» ( «Περί τυφλότητας»)
ή
«Τι θα συμβεί αν στις εκλογές αναδειχθεί με τεράστια διαφορά πρώτη δύναμη το λευκό;» ( «Περί φωτίσεως»)
ή
«Τι θα συμβεί αν αποσχιστεί η Ιβηρική χερσόνησος από τη γηραιά ήπειρο και αρχίσει,
σα μια σχεδία, και απομακρύνεται απ’ αυτή;» ( «Η πέτρινη σχεδία»)
ή
« Τι θα συμβεί αν κάποιος άνθρωπος αντιληφθεί ότι στην πόλη του
κυκλοφορεί ένα…αντίγραφό του;» ( «Ο άνθρωπος αντίγραφο»)

Η ανάπτυξη των απαντήσεων, βέβαια, αποκτάει σάρκα και οστά, πρόσωπα, ήρωες, συναισθήματα, σχέσεις. Κι όλα αυτά λουσμένα στο φως του παντοδύναμου αφηγητή που λέγαμε, ο οποίος, άλλοτε σα σκανταλιάρικο παιδί κι άλλοτε σαν ενήλικας στοχαστής «συνομιλεί»με τους πάντες και τα πάντα.

Αυτός ο τύπος του αφηγητή ήταν, πιστεύω, η αιτία που γίναμε φίλοι με το συγγραφέα. Όπως είπαμε, τις περισσότερες φορές δε διστάζει να σε κάνει να αισθάνεσαι πως «τώρα μιλάς μαζί μου, ο αφηγητής, η ιστορία και τα πρόσωπα είναι το παιχνίδι μας, είναι το επιτραπέζιο υλικό για τη συζήτηση που σου προτείνω να κάνουμε, μην τους δίνεις, λοιπόν, τόση σημασία, απόλαυσε την κουβέντα μας»


Άλλωστε, οι πληροφορίες που έφταναν για τον ίδιο το συγγραφέα ασκούσαν κι αυτές
τη γοητεία και την έλξη τους. Δεν πορεύτηκε μέσα από τα συνήθη κανάλια των εγκύκλιων σπουδών. Δεν πήγε στο Πανεπιστήμιο.
Έγραψε ένα έργο νωρίς και μετά πέρασαν είκοσι χρόνια για να εκδώσει.
Έκανε ένα σωρό άλλες δουλειές. Παίρνει το Νόμπελ στα 75 του κι από τότε,
αντί να αναπαυτεί στις δάφνες του, γίνεται παραγωγικός όσο ποτέ.
Τα έργα που γράφει στην ένατη δεκαετία της ζωής του σφύζουν από ζωή, από φλόγα. Στα 85 του χρόνια διατηρεί μπλογκ, απ’ όπου παρακολουθεί τις κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις, τις οποίες μαχητικά κριτικάρει.
Μεγάλο μέρος της ζωής του και μέχρι την τελευταία του μέρα βιώνει ένα είδος αυτοεξορίας στο ισπανικό νησί Λανθαρότε, ουσιαστικά αποδιοπομπαίος από την καθολική εκλησία στην οποία ασκεί αμείλικτη κριτική.

Πόσο γεμάτα μπορεί κάποιος να φτάνει στο τέλος του ταξιδιού της ζωής του, έχοντας στο πλευρό τους αγαπημένους του και κληροδοτώντας τόση και τέτοια πνευματική ύλη, έχοντας ζήσει ο ίδιος με αξιοπρέπεια κι έχοντας μοχθήσει στο έργο του
να κρατήσει την ελπίδα των ανθρώπων ζωντανή,
τη στιγμή που ίσως κι ο ίδιος να την είχε χάσει;

Με τον τρόπο που γίναμε φίλοι με το Ζοζέ Σαραμάγκου και στεριώσαμε με τα χρόνια τη φιλία μας, με τον ίδιο ακριβώς θα συνεχίσουμε να είμαστε.
Οι άφθονες ιστορίες του προσφέρουν στους δυο μας ένα κοινό τοπίο συνεύρεσης.
Έναν κόσμο συν-ύπαρξης.
Ευτυχής όποιος τον συναντήσει.

Δευτέρα, 7 Ιουνίου 2010

ΥΛΗ, ΥΛΗ (λαμά σαβαχθανί...)*


Μια που έχουμε τη δυνατότητα να βγαίνουμε στην πολυκοσμία/ερημιά (διαλέξτε) του διαδικτύου και να γαβγίζουμε τον πόνο μας,
μήπως και μας ακούσει κανένα ευαίσθητο αυτί και συγκινηθεί
και μήπως και συγκινηθεί και αποφασίσει
και μήπως και αποφασίσει και πράξει…
και, επίσης, μια και πρώτα ο μαθητής…

…ας αναρωτηθούμε:

Πόσο δύσκολο είναι να ανακοινώσει το Υπουργείο
την εξεταστέα ύλη του μαθήματος της λογοτεχνίας
για τις πανελλαδικές του 2010-2011 πριν τον Οκτώβρη;
[πέρυσι την ανακοίνωσε αρχές Οκτώβρη!!]

Με δεδομένο ότι κάθε χρόνο η ύλη αλλάζει
και με δεδομένο ότι δεν αρχίζουν να προετοιμάζονται οι υποψήφιοι από τον Οκτώβρη,
αλλά και με δεδομένο ότι και οι έρμοι καθηγητές θα μπορούσαν, αν ήξεραν την ύλη, το καλοκαίρι να έκαναν τον προγραμματισμό τους πληρέστερα κι αποτελεσματικότερα,
με δεδομένο, επίσης, ότι δεν απαιτείται καμία απολύτως προϋπόθεση για να ορισθεί η ύλη,
με δεδομένο, τέλος, ότι πριν κάποια χρονάκια το είχε καταφέρει και το είχε πετύχει αυτό το Υπουργείο…

...τότε;; Γιατί;
Μας ακούει κανείς;




* «Ηλί, ηλί, λαμά σαβαχθανί», δηλαδή, σε ελεύθερη μετάφραση: «Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;». Αν και, προτού αισθανθούμε εγκατελειμμένοι και απελπιστούμε, ας το δούμε λίγο πιο αισιόδοξα και πιο μουσικά: Jaques Brel: « Ne me quitte pas » (=Μη μ’ εγκαταλείπεις) Παλιό αλλά κλασικό.



Για τους γαλλομαθείς εδώ είναι και οι στίχοι:

Ne me quitte pas
Il faut oublier
Tout peut s'oublier
Qui s'enfuit deja
Oublier le temps
Des malentendus
Et le temps perdu
A savoir comment
Oublier ces heures
Qui tuaient parfois
A coups de pourquoi
Le coeur du bonheur
Ne me quitte pas

Moi je t'offrirai
Des perles de pluie
Venues de pays
Ou il ne pleut pas
Je creuserai la terre
Jusqu'apres ma mort
Pour couvrir ton corps
D'or et de lumiere
Je ferai un domaine
ou l'amour sera roi
Ou l'amour sera loi
Ou tu seras reine
Ne me quitte pas.

Ne me quitte pas
Je t'inventerai
Des mots insenses
Que tu comprendras
Je te parlerai
De ces amants la
Qui ont vu deux fois
Leurs coeurs s'embraser
Je te raconterai
L'histoire de ce roi
Mort de n'avoir pas
Pu te rencontrer
Ne me quitte pas

On a vu souvent
Rejaillir le feu
De l'ancien volcan
Qu'on croyait trop vieux
Il est parait-il
Des terres brϋles
Donnant plus de ble
Qu'un meilleur avril
Et quand vient le soir
Pour qu'un ciel flamboie
Le rouge et le noir
Ne s'epousent-ils pas
Ne me quitte pas

Ne me quitte pas
Je ne vais plus pleurer
Je ne vais plus parler
Je me cacherai la
a te regarder
Danser et sourire
Et a t'ecouter
Chanter et puis rire
Laisse-moi devenir
L'ombre de ton ombre
L'ombre de ta main
L'ombre de ton chien
Ne me quitte pas